Jump to content
Sign in to follow this  
tik-tak

scripta manent

Recommended Posts

Αποχωρίστηκα τη Γιοσίρο με πόνο, όπως αποχωρίζεσαι μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα.

– Φοβούμαι πως δε θα σας ξαναδώ, Γιοσίρο Σαν! της είπα, κυριεμένος ξαφνικά από έναν αισθηματισμό αρκετά γελοίο.

– Κι ύστερα; έκαμε η Γιοσίρο, σφίγγοντάς μου δυνατά το χέρι ∙ καλή ζωή, καλό θάνατο και βάλετε χαλινάρι στην καρδιά σας!

Από το Βραχόκηπο του Καζαντζάκη

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Αρρωστήσαμε, υποφέραμε ,στερηθήκαμε απ’ το θάνατο χαρές, ο θάνατος δε μας χτύπησε μόνο απ’ έξω απ’ τα πορτόφυλλα, έπιασε δουλειά και μέσα μας. Η ζωή , που ήταν κάποτε τόσο αυτονόητη, έγινε πολύτιμο, επισφαλές αγαθό, η αυτονόητη νομή μετάλλαξε σε δάνειο αβέβαιης διάρκειας.

Το δάνειο όμως απροσδιόριστης προθεσμίας δεν έχασε καθόλου την αξία του, μάλλον κέρδισε σε αξία λόγω των κινδύνων που το απειλούν. Αγαπάμε τη ζωή όπως και πρώτα και θέλουμε να μείνουμε πιστή σ’ αυτήν, για χάρη, μεταξύ άλλων, του έρωτα και της φιλίας που σαν το καλό κρασί όσο περνούν τα χρόνια δεν χάνει αλλά κερδίζει σε ουσία.

Μήπως δεν το ξέρουμε πως το ριζικό μας δεν αλλάζει κι ωστόσο βαυκαλιζόμαστε πως είμαστε ελεύθεροι, πως έχουμε περιθώρια επιλογής; Δε θα μπορούσε ο καθένας από μας όταν διαλέγει το γιατρό για την αρρώστια του, το επάγγελμα και τον τόπο κατοικίας του, την αγαπημένη και τη γυναίκα του, να τα αφήσει όλα στην τύχη, με καλύτερα ενδεχομένως αποτελέσματα – κι ωστόσο δε διαλέγει, δεν κοπιάζει, δεν αγωνιά για όλ’ αυτά τα πράγματα; Ίσως να το κάνει με αφέλεια , με το πάθος ενός παιδιού που πιστεύει στη δύναμή του, στη δυνατότητά του να επηρεάσει τη μοίρα, ίσως και να το κάνει με αμφιβολία , βαθιά πεπεισμένος ότι οι προσπάθειές του είναι μάταιες, και όμως με τη βεβαιότητα ότι ο μόχθος, η επιλογή και η εκούσια ταλαιπωρία είναι πράγματα ωραιότερα, ωφελιμότερα ή τουλάχιστον διασκεδαστικότερα από την παθητική εγκαρτέρηση.

Ποτέ σου μην υποχωρείς

δουλειές στη μέση μην αφήνεις

επιτυχίες στη ζωή για να θωρείς

πρέπει τα μάτια να μην κλείνεις.

Από το "Ένα θαύμα κάθε αρχή την κατοικεί" του Έρμαν Έσσε

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Διαβάζει ένα βιβιλίο προσηλωμένη ψυχή τε και σώματι. Και τι σώματι!

Flocafe Αμαρουσίου εννέα και μισή το πρωί. Κάθε τόσο κάνει μια χειρονομία με τακτικότητα εκκρεμούς. Να 'ναι κάποιο μυγάκι που την ενοχλεί, ένας ανεπαίσθητος χαιρετισμός προς τον απέναντι νεαρό ή ένα άπαγε προς εμένα αφού, δεν μπορεί, θα χει πιάσει το βλέμμα μου πάνω της ερωτηματικό, θαυμαστικό, αποσιωπητικό.

Πάνω στην ώρα χτυπάει το κινητό της. Το σηκώνει και μιλάει ρώσικα, χειρονομώντας σαν να τα γράφει στον αέρα. Ακούω, βλέπω, σωπαίνω κι ας μην καταλαβαίνω, μαγεμένος από την ενσαρκωμένη προσωδία της ομορφιάς της. Εύχομαι ποτέ να μην τελειώσει, μα κάποτε τελειώνει.

Ξαφνικά σηκώνει το ανοιχτό βιβλίο με το ένα χέρι στο ύψος του στήθους της και το κλείνει απότομα σαν μυγοπαγίδα. Το ανοίγει μετά προσεκτικά, φυσάει τη σελίδα και με κοιτάζει κατάματα. Χαμογελάω χαζά.

-Πούσκιν; τη ρωτάω.

-Πούσκιν, μου απαντάει.

-Ρωσίδα; της κάνω.

-Ουκρανή, διορθώνει.

Πουτάνα, σκέφτομαι.

-Όχι, ποιήτρια, μου λέει.

Και ξανακάνει την ίδια χειρονομία-μυγακι που τώρα μεταφράζω άπαγε αμέσως, σίγουρος πλέον ότι τόση ώρα διάβαζε τις σκέψεις μου.

(ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ - γυναικών μικρές και πολύ μικρές ιστορίες)

Τροποποιήθηκε από nala

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Σ’ αγαπώ και σε κοιτάζω αδιάκοπα στα μάτια με μια τέτοια απόφαση και πίστη καθώς σήμερα κοιτάζω αυτή τη φλόγα, κι όπως κάποια μέρα θα κοιτάξω πρόσωπο με πρόσωπο το Θάνατο!

Από τα γράμματα του Άγγελου Σικελιανού στην Άννα. 22.4.1938, Σαλαμίνα

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΙ: "Ο δρόμος της συνάντησης"

Είναι άλλο πράγμα να σε κοιτάζω με μάτια μαγεμένα και να μοιάζω με ηλίθιο, και άλλο, πολύ διαφορετικό να είμαι ηλίθιος και τα μάτια μου να μοιάζουν μαγεμένα.

Είναι αλήθεια πώς όταν είμαι ερωτευμένος είναι φορές που μοιάζω με ηλίθιο , δε σημαίνει όμως ότι είμαι κιόλας. Μπορεί να συμβεί να ερωτευτεί κι ένας ηλίθιος , αλλά από το ένα δε συνάγεται υποχρεωτικά το άλλο.

Όπως και να χει ακόμα κι αν δεχτούμε ότι δεν είναι μια μόνιμη κατάσταση θα συμφωνήσουμε ότι όσο διαρκούν αυτές οι φευγαλέες στιγμές πάθους είναι σα να ανοίγει κανείς την ψυχή του σε μια άλλη ανώτερη πραγματικότητα. Βιώνει και το πραγματικό γεγονός με τρομερή ένταση κι όλο αυτό το θυμάται με νοσταλγία όταν το πάθος έχει πια τελειώσει. Όπως λέει κι ο ισπανός ποιητής Αντόνιο Ματσάδο:

Στην καρδιά μου μέσα είχα

ενός πόθου το αγκάθι

το ξερίζωσα μια μέρα

και πια δε νιώθω την καρδιά μου

Αιχμηρό αγκάθι χρυσαφένιο

ποιος να σε νιώθει μπορεί

στην καρδιά του…

καρφωμένο.

Ο έρωτας και η αγάπη είναι δυο συναισθήματα υπέροχα, δεν πρέπει όμως να τα συγχέουμε.

Πρέπει να καταλάβουμε πως ακόμα κι αν το πάθος του έρωτα είναι κάτι το μαγικό, στην πραγματικότητα , το να αγαπάς δε υστερεί σε μαγεία. Είναι φανταστικό να αγαπάς, γιατί η αγάπη, παρόλο που είναι αλήθεια πως δεν έχει την ένταση του πάθους – έχει βάθος και σ’ αυτό ο έρωτας υστερεί.

Ακριβώς λόγω του βάθους, η αγάπη μπορεί να δίνει σταθερότητα στη σχέση, το πληρώνει όμως με την εξαφάνιση της μαγείας και της σαγήνης. Γιατί μπορεί κανείς να αγαπάει πατώντας σταθερά στη γη, ενώ όταν είναι ερωτευμένος πετάει στα σύννεφα.

Το βέβαιο είναι πως, είτε μ’ αρέσει είτε όχι, ο έρωτας περνάει. Κι όταν αυτό συμβεί, με λίγη καλή τύχη ξαναβρίσκω τον προσανατολισμό μου, ξαναφέρνω τον εαυτό μου στο επίκεντρο κι επιτρέπω στην αληθινή αγάπη να ευδοκιμήσει.

Ο ωραιότερος ορισμός της αγάπης που έχω ακούσει στη ζωή μου είναι αυτός που έδωσε ο Γιόζεφ Ζίνκερ.

"Αγάπη είναι η χαρά και μόνο που υπάρχει ο άλλος."

Η φράση μας παραπέμπει σ’ ένα σχεδόν υπέρτατο νόημα της αγάπης: στο βαθύτερο και πιο έντονο νόημά της. Είτε είναι δυνατόν είτε όχι, αυτός θα είναι ο πιο επιθυμητός στόχος, να φτάσω να αγαπάω τόσο που να χαίρομαι και μόνο για το γεγονός ότι ο άλλος υπάρχει.

(…)

Λένε πώς όταν βρίσκουμε κάποιον που μας δίνει ολόψυχα το δικαίωμα να είμαστε αυτοί που είμαστε, μεταμορφωνόμαστε ριζικά.

Ας διώξουμε για πάντα τις φοβερές μάγισσες και τους κακούς δράκους που κατοικούν στη σκιά μας έτσι ώστε, φεύγοντας , να κάνουν χώρο για τους ωραιότερους, τους πιο τρυφερούς και γοητευτικούς ιππότες και πριγκίπισσες που βρίσκονται πολλές φορές κοιμισμένοι μέσα μας. Αυτά τα όμορφα όντα που εμφανίζονται για να προσφερθούν στο αγαπημένο πρόσωπο καταλήγουν όμως να κυριεύσουν τη ζωή μας και να κατοικήσουν μέσα μας για πάντα.

Αυτό είναι το πολύτιμο μάθημα που αποκομίζει κανείς στην πορεία της ζωής του.

Η αληθινή αγάπη δεν είναι παρά η επιθυμία να βοηθάς τον άλλον να είναι αυτό που είναι.

Ανεξάρτητα από το εάν το δίδαγμα αυτό με συμφέρει ή όχι.

Ανεξάρτητα από το εάν, όντας αυτό που ΕΙΜΑΙ με επιλέγεις ή όχι για να βαδίσουμε μαζί τον δρόμο της ζωής μας.

Τροποποιήθηκε από nala

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Η σελήνη ανατέλνει , τεράστια , χλωμή, λοξομάτα.

Σκύβω στον κουλή που μ’ έχει σύρει στη ρικσά του. Στάθηκε μπρος σε μια πόρτα πλαισιωμένη από κόκκινα χαρτοφάναρα. Σταλάζει τον ιδρώτα. Τα μάγουλά του είναι βουλιαγμένα, τα μάτια του σβησμένα. Το χασίς του ροκάνισε τη σάρκα και τα κόκαλα. Η ψυχή που του άφησε τουρτουρίζει μέσα στο κορμί του σα γριά μαϊμού.

- Γιατί καπνίζεις;

Με κοίταζε με το θολό, ατσίνουρο, κοκκινοκυκλιασμένο μάτι του.

- Η ζωή είναι σκληρή, αφεντικό…

Ναι ,η ζωή είναι σκληρή, πρέπει να καπνίζουμε. Το χασίς –θρησκεία, τέχνη, έρωτας, δόξα, ιδέες –είναι η μόνη θύρα σωτηρίας.

Αυτός ο λιγδερός κουλής ξεχνάει τη βρώμα του και την πείνα του, καπνίζοντας το θαματουργό βοτάνι. Άλλοι καπνίζουν Θεό, ιδέες, γυναίκες. Ο κουλής , ντυμένος στο μετάξι μπαίνει στον παράδεισο καβάλα στο γαλάζιο καπνό. Καθισμένος σ’ αυτή την άυλη ρικσά, αφήνει πίσω του την πραγματικότητα, όμοιος με τους θεούς στις γιαπωνέζικες στάμπες που ταξιδεύουν σταυροποδισμένοι πάνω σε τουλούπες σύννεφα.

Μια ανέσπλαχνη δύναμη, ένας δράκοντας μ’ ατσαλένια λέπια σκαρφίστηκε το βασανιστήριο της πραγματικότητας. Είναι βαριά, άδικη, βρωμερή. Μα ο άνθρωπος σηκώνει πάνω απ’ αυτόν το σκληρό κόσμο ένα δεύτερο γαλάζιο πάτωμα. Ο καπνός του χασίς συμπληρώνει και τελειοποιεί το έργο του Θεού. Η ζωή, η γεροντόρνιθα, γίνεται παγόνι.

Η αξία της ψυχής δεν κρίνεται παρά από την ποιότητα του χασίς που ρουφά. Αλίμονο στην ψυχή που δεν καπνίζει!

Αυτός ο κουλής είναι αδελφός μου στο κάπνισμα. Του χαμογελώ.

- Ναι , του λέω, χτυπώντας του τον ώμο χωρίς αηδία, ναι, η ζωή είναι σκληρή, ας καπνίζουμε!

Από το ΒΡΑΧΟΚΗΠΟ του Καζαντζάκη

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

(...)Το άνοιγμα των φακέλων γινόταν από τον ίδιο τελετουργικά, ενώπιον των συγκεντρωμένων στο γραφείο της προϊσταμένης ειδικευομένων, ως μέρος της εκπαίδευσής τους, αλλά κυρίως ως ακλόνητο τεκμήριο της καταξίωσης του έργου του στη χειρουργική των οστών και των αρθρώσεων. Ο Πιπίνης στερέωνε τα πρεσβυωπικά γυαλιά στην άκρη της μύτης του και άρχιζε να μετράει φωναχτά το περιεχόμενο των φακέλων. Μερικές φορές μάλιστα , θέλοντας να εκφράσει τον ενθουσιασμό του από το αποτέλεσμα της σχετικής καταμέτρησης, έσειε τη δεσμίδα με τα κολαριστά συνήθως χαρτονομίσματα σαν σημαία, ενώ συγχρόνως απήγγελε περήφανα, αλλά και κάπως παραλλαγμένα, τον πέμπτο στίχο του εθνικού μας ύμνου:

«Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα των Ελλήνων τα ιερά».

Υπήρχαν όμως και μέρες αναδουλειάς αλλά και μέρες που κάποιοι ασθενείς του την έκαναν «κατσίκα», όπως έλεγε, έφευγαν δηλαδή χωρίς να του πουν ένα ευχαριστώ, ή που σκαρφίζονταν διάφορες κουτσουκέλες για να αποφύγουν να καταθέσουν τις ευχαριστίες τους. Μια φορά μόνο δεν άντεξε. Στάθηκε πάνω από το κρεβάτι μιας χειρουργημένης του, που δε φαινόταν και τόσο πολύ ενθουσιώδης ως προς την τακτοποίηση των υποχρεώσεών της , και της είπε:

-Ξέρεις, κυρα-Βασιλική, κουραστήκαμε λίγο παραπάνω με την εγχείρησή σου αλλά το γόνατό σου έγινε καιρνούριο.

-Ναι γιατρέ μου, απάντησε η τελευταία, η Παναγιά να σ’το ξεπληρώσει.

-Ευχαριστώ, κυρα-Βασιλική , αλλά η Παναγία η Χρυσοβαλάντου και όχι η Ελεούσα!

"Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα" του Γιώργου Δενδρινού.

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Η σελήνη ανατέλνει , τεράστια , χλωμή, λοξομάτα.

Σκύβω στον κουλή που μ’ έχει σύρει στη ρικσά του. Στάθηκε μπρος σε μια πόρτα πλαισιωμένη από κόκκινα χαρτοφάναρα. Σταλάζει τον ιδρώτα. Τα μάγουλά του είναι βουλιαγμένα, τα μάτια του σβησμένα. Το χασίς του ροκάνισε τη σάρκα και τα κόκαλα. Η ψυχή που του άφησε τουρτουρίζει μέσα στο κορμί του σα γριά μαϊμού.

- Γιατί καπνίζεις;

Με κοίταζε με το θολό, ατσίνουρο, κοκκινοκυκλιασμένο μάτι του.

- Η ζωή είναι σκληρή, αφεντικό…

Ναι ,η ζωή είναι σκληρή, πρέπει να καπνίζουμε. Το χασίς –θρησκεία, τέχνη, έρωτας, δόξα, ιδέες –είναι η μόνη θύρα σωτηρίας.

Αυτός ο λιγδερός κουλής ξεχνάει τη βρώμα του και την πείνα του, καπνίζοντας το θαματουργό βοτάνι. Άλλοι καπνίζουν Θεό, ιδέες, γυναίκες. Ο κουλής , ντυμένος στο μετάξι μπαίνει στον παράδεισο καβάλα στο γαλάζιο καπνό. Καθισμένος σ’ αυτή την άυλη ρικσά, αφήνει πίσω του την πραγματικότητα, όμοιος με τους θεούς στις γιαπωνέζικες στάμπες που ταξιδεύουν σταυροποδισμένοι πάνω σε τουλούπες σύννεφα.

Μια ανέσπλαχνη δύναμη, ένας δράκοντας μ’ ατσαλένια λέπια σκαρφίστηκε το βασανιστήριο της πραγματικότητας. Είναι βαριά, άδικη, βρωμερή. Μα ο άνθρωπος σηκώνει πάνω απ’ αυτόν το σκληρό κόσμο ένα δεύτερο γαλάζιο πάτωμα. Ο καπνός του χασίς συμπληρώνει και τελειοποιεί το έργο του Θεού. Η ζωή, η γεροντόρνιθα, γίνεται παγόνι.

Η αξία της ψυχής δεν κρίνεται παρά από την ποιότητα του χασίς που ρουφά. Αλίμονο στην ψυχή που δεν καπνίζει!

Αυτός ο κουλής είναι αδελφός μου στο κάπνισμα. Του χαμογελώ.

- Ναι , του λέω, χτυπώντας του τον ώμο χωρίς αηδία, ναι, η ζωή είναι σκληρή, ας καπνίζουμε!

Από το ΒΡΑΧΟΚΗΠΟ του Καζαντζάκη

Είναι ιδέα μου ή είναι το κείμενο αισχρά ρατσιστικό;

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Αλήθεια σου φάνηκε ρατσιστικό;; Για ποιον; Με ποιον τρόπο;

(Εμένα μου έδωσε την ακριβώς αντίθετη εντύπωση!)

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Η σελήνη ανατέλνει , τεράστια , χλωμή, λοξομάτα.

Σκύβω στον κουλή που μ’ έχει σύρει στη ρικσά του. Στάθηκε μπρος σε μια πόρτα πλαισιωμένη από κόκκινα χαρτοφάναρα. Σταλάζει τον ιδρώτα. Τα μάγουλά του είναι βουλιαγμένα, τα μάτια του σβησμένα. Το χασίς του ροκάνισε τη σάρκα και τα κόκαλα. Η ψυχή που του άφησε τουρτουρίζει μέσα στο κορμί του σα γριά μαϊμού.

- Γιατί καπνίζεις;

Με κοίταζε με το θολό, ατσίνουρο, κοκκινοκυκλιασμένο μάτι του.

- Η ζωή είναι σκληρή, αφεντικό…

Ναι ,η ζωή είναι σκληρή, πρέπει να καπνίζουμε. Το χασίς –θρησκεία, τέχνη, έρωτας, δόξα, ιδέες –είναι η μόνη θύρα σωτηρίας.

Αυτός ο λιγδερός κουλής ξεχνάει τη βρώμα του και την πείνα του, καπνίζοντας το θαματουργό βοτάνι. Άλλοι καπνίζουν Θεό, ιδέες, γυναίκες. Ο κουλής , ντυμένος στο μετάξι μπαίνει στον παράδεισο καβάλα στο γαλάζιο καπνό. Καθισμένος σ’ αυτή την άυλη ρικσά, αφήνει πίσω του την πραγματικότητα, όμοιος με τους θεούς στις γιαπωνέζικες στάμπες που ταξιδεύουν σταυροποδισμένοι πάνω σε τουλούπες σύννεφα.

Μια ανέσπλαχνη δύναμη, ένας δράκοντας μ’ ατσαλένια λέπια σκαρφίστηκε το βασανιστήριο της πραγματικότητας. Είναι βαριά, άδικη, βρωμερή. Μα ο άνθρωπος σηκώνει πάνω απ’ αυτόν το σκληρό κόσμο ένα δεύτερο γαλάζιο πάτωμα. Ο καπνός του χασίς συμπληρώνει και τελειοποιεί το έργο του Θεού. Η ζωή, η γεροντόρνιθα, γίνεται παγόνι.

Η αξία της ψυχής δεν κρίνεται παρά από την ποιότητα του χασίς που ρουφά. Αλίμονο στην ψυχή που δεν καπνίζει!

Αυτός ο κουλής είναι αδελφός μου στο κάπνισμα. Του χαμογελώ.

- Ναι , του λέω, χτυπώντας του τον ώμο χωρίς αηδία, ναι, η ζωή είναι σκληρή, ας καπνίζουμε!

Από το ΒΡΑΧΟΚΗΠΟ του Καζαντζάκη

Είναι ιδέα μου ή είναι το κείμενο αισχρά ρατσιστικό;

Αλήθεια σου φάνηκε ρατσιστικό;; Για ποιον; Με ποιον τρόπο;

(Εμένα μου έδωσε την ακριβώς αντίθετη εντύπωση!)

Συνέχεια τονίζει τη βρωμιά και την αηδία που του προκαλεί ο οδηγός ριξα και στο τέλος μάλιστα τον χτυπά στον ώμο "χωρίς αηδία", λες και του κάνει χάρη. Για μένα είναι η τυπική συμπεριφορά ανωτερότητας που έχουν πολλοί δυτικοί όταν πηγαίνουν σε χώρες τρίτου κόσμου και νομίζουν οτι επειδή καταδέχτηκαν να κάνουν παρέα με κάποιον "βρωμερό ιθαγενή", έχουν κερδίσει κάτι σαν άνθρωποι. Φαντάζομαι έναν ολοκάθαρο διανοούμενο που δεν έχει σηκώσει ποτέ βαλίτσα μόνος του και έχει πάει σε εξωτικές χώρες για να κάνει φιλοσοφικές συζητήσεις με άλλους ντόπιους διανοούμενους και να δει και κανένα τατζ μαχαλ για λίγο διαλογισμό. Αυτή η εικόνα μου δημιουργήθηκε όταν διάβασα το απόσπασμα και προσωπικά με σόκαρε..

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Η σελήνη ανατέλνει , τεράστια , χλωμή, λοξομάτα.

Σκύβω στον κουλή που μ’ έχει σύρει στη ρικσά του. Στάθηκε μπρος σε μια πόρτα πλαισιωμένη από κόκκινα χαρτοφάναρα. Σταλάζει τον ιδρώτα. Τα μάγουλά του είναι βουλιαγμένα, τα μάτια του σβησμένα. Το χασίς του ροκάνισε τη σάρκα και τα κόκαλα. Η ψυχή που του άφησε τουρτουρίζει μέσα στο κορμί του σα γριά μαϊμού.

- Γιατί καπνίζεις;

Με κοίταζε με το θολό, ατσίνουρο, κοκκινοκυκλιασμένο μάτι του.

- Η ζωή είναι σκληρή, αφεντικό…

Ναι ,η ζωή είναι σκληρή, πρέπει να καπνίζουμε. Το χασίς –θρησκεία, τέχνη, έρωτας, δόξα, ιδέες –είναι η μόνη θύρα σωτηρίας.

Αυτός ο λιγδερός κουλής ξεχνάει τη βρώμα του και την πείνα του, καπνίζοντας το θαματουργό βοτάνι. Άλλοι καπνίζουν Θεό, ιδέες, γυναίκες. Ο κουλής , ντυμένος στο μετάξι μπαίνει στον παράδεισο καβάλα στο γαλάζιο καπνό. Καθισμένος σ’ αυτή την άυλη ρικσά, αφήνει πίσω του την πραγματικότητα, όμοιος με τους θεούς στις γιαπωνέζικες στάμπες που ταξιδεύουν σταυροποδισμένοι πάνω σε τουλούπες σύννεφα.

Μια ανέσπλαχνη δύναμη, ένας δράκοντας μ’ ατσαλένια λέπια σκαρφίστηκε το βασανιστήριο της πραγματικότητας. Είναι βαριά, άδικη, βρωμερή. Μα ο άνθρωπος σηκώνει πάνω απ’ αυτόν το σκληρό κόσμο ένα δεύτερο γαλάζιο πάτωμα. Ο καπνός του χασίς συμπληρώνει και τελειοποιεί το έργο του Θεού. Η ζωή, η γεροντόρνιθα, γίνεται παγόνι.

Η αξία της ψυχής δεν κρίνεται παρά από την ποιότητα του χασίς που ρουφά. Αλίμονο στην ψυχή που δεν καπνίζει!

Αυτός ο κουλής είναι αδελφός μου στο κάπνισμα. Του χαμογελώ.

- Ναι , του λέω, χτυπώντας του τον ώμο χωρίς αηδία, ναι, η ζωή είναι σκληρή, ας καπνίζουμε!

Από το ΒΡΑΧΟΚΗΠΟ του Καζαντζάκη

Είναι ιδέα μου ή είναι το κείμενο αισχρά ρατσιστικό;

Αλήθεια σου φάνηκε ρατσιστικό;; Για ποιον; Με ποιον τρόπο;

(Εμένα μου έδωσε την ακριβώς αντίθετη εντύπωση!)

Συνέχεια τονίζει τη βρωμιά και την αηδία που του προκαλεί ο οδηγός ριξα και στο τέλος μάλιστα τον χτυπά στον ώμο "χωρίς αηδία", λες και του κάνει χάρη. Για μένα είναι η τυπική συμπεριφορά ανωτερότητας που έχουν πολλοί δυτικοί όταν πηγαίνουν σε χώρες τρίτου κόσμου και νομίζουν οτι επειδή καταδέχτηκαν να κάνουν παρέα με κάποιον "βρωμερό ιθαγενή", έχουν κερδίσει κάτι σαν άνθρωποι. Φαντάζομαι έναν ολοκάθαρο διανοούμενο που δεν έχει σηκώσει ποτέ βαλίτσα μόνος του και έχει πάει σε εξωτικές χώρες για να κάνει φιλοσοφικές συζητήσεις με άλλους ντόπιους διανοούμενους και να δει και κανένα τατζ μαχαλ για λίγο διαλογισμό. Αυτή η εικόνα μου δημιουργήθηκε όταν διάβασα το απόσπασμα και προσωπικά με σόκαρε..

Αυτήν ακριβώς την εικόνα ανωτερότητας που περιγράφεις παραπάνω είναι που κατά τη γνώμη μου ξεπερνάει ο Καζαντζάκης στο συγκεκριμένο απόσπασμα! Ο τυπικός δυτικός καλοταϊσμένος περιηγητής θα απέστρεφε το βλέμμα από τη φτώχεια και την εξαθλίωση των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων για να μην του χαλάσουν το ταξίδι. Αυτός, όμως, εξαρχής τον πλησιάζει , όχι με περιφρόνηση ,αλλά με το ίδιο γνήσιο ενδιαφέρον που δείχνει και για τους καλοντυμένους συντοπίτες του όπως και για την ιστορία και ομορφιά του τόπου (αυτό φαίνεται πολύ πιο καθαρά αν έχεις διαβάσει όλο το βιβλίο). Το ύφος του είναι καλοσυνάτο, όχι υπεροπτικό.

Εξ άλλου στο τέλος του συλλογισμού του βγάζει το συμπέρασμα ότι οι δυο τους είναι "αδέλφια στο κάπνισμα" και είναι αδέλφια όλοι οι άνθρωποι στον κόσμο, απλά δεν καπνίζουν όλοι το ίδιο χασίς σε είδος και.. ποιότητα!

Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι το βιβλίο γράφτηκε περί το 1930, αυτή η παραπάνω έκφραση της ισότητας δε μπορεί παρά να προέκυψε από επίπονη εκ βαθέων φιλοσοφική αναζήτηση και όχι από επιφανειακές συζητήσεις σε εξωτικές χώρες.

Σε γενικές γραμμές ,κρίνοντας όμως και από άλλα έργα του, θα έλεγα ότι ο Καζαντζάκης εκφράζει μια ασυνήθιστη αγάπη και αποδοχή για τους άλλους ανθρώπους που δημιουργεί το δίλημμα "πολύ καλός" ή "πολύ καλός για να είναι αληθινός"?

Στο τέλος μάλλον ο καθένας καλείται να επιλέξει τι θα πιστέψει..

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Η σελήνη ανατέλνει , τεράστια , χλωμή, λοξομάτα.

Σκύβω στον κουλή που μ’ έχει σύρει στη ρικσά του. Στάθηκε μπρος σε μια πόρτα πλαισιωμένη από κόκκινα χαρτοφάναρα. Σταλάζει τον ιδρώτα. Τα μάγουλά του είναι βουλιαγμένα, τα μάτια του σβησμένα. Το χασίς του ροκάνισε τη σάρκα και τα κόκαλα. Η ψυχή που του άφησε τουρτουρίζει μέσα στο κορμί του σα γριά μαϊμού.

- Γιατί καπνίζεις;

Με κοίταζε με το θολό, ατσίνουρο, κοκκινοκυκλιασμένο μάτι του.

- Η ζωή είναι σκληρή, αφεντικό…

Ναι ,η ζωή είναι σκληρή, πρέπει να καπνίζουμε. Το χασίς –θρησκεία, τέχνη, έρωτας, δόξα, ιδέες –είναι η μόνη θύρα σωτηρίας.

Αυτός ο λιγδερός κουλής ξεχνάει τη βρώμα του και την πείνα του, καπνίζοντας το θαματουργό βοτάνι. Άλλοι καπνίζουν Θεό, ιδέες, γυναίκες. Ο κουλής , ντυμένος στο μετάξι μπαίνει στον παράδεισο καβάλα στο γαλάζιο καπνό. Καθισμένος σ’ αυτή την άυλη ρικσά, αφήνει πίσω του την πραγματικότητα, όμοιος με τους θεούς στις γιαπωνέζικες στάμπες που ταξιδεύουν σταυροποδισμένοι πάνω σε τουλούπες σύννεφα.

Μια ανέσπλαχνη δύναμη, ένας δράκοντας μ’ ατσαλένια λέπια σκαρφίστηκε το βασανιστήριο της πραγματικότητας. Είναι βαριά, άδικη, βρωμερή. Μα ο άνθρωπος σηκώνει πάνω απ’ αυτόν το σκληρό κόσμο ένα δεύτερο γαλάζιο πάτωμα. Ο καπνός του χασίς συμπληρώνει και τελειοποιεί το έργο του Θεού. Η ζωή, η γεροντόρνιθα, γίνεται παγόνι.

Η αξία της ψυχής δεν κρίνεται παρά από την ποιότητα του χασίς που ρουφά. Αλίμονο στην ψυχή που δεν καπνίζει!

Αυτός ο κουλής είναι αδελφός μου στο κάπνισμα. Του χαμογελώ.

- Ναι , του λέω, χτυπώντας του τον ώμο χωρίς αηδία, ναι, η ζωή είναι σκληρή, ας καπνίζουμε!

Από το ΒΡΑΧΟΚΗΠΟ του Καζαντζάκη

Είναι ιδέα μου ή είναι το κείμενο αισχρά ρατσιστικό;

Αλήθεια σου φάνηκε ρατσιστικό;; Για ποιον; Με ποιον τρόπο;

(Εμένα μου έδωσε την ακριβώς αντίθετη εντύπωση!)

Συνέχεια τονίζει τη βρωμιά και την αηδία που του προκαλεί ο οδηγός ριξα και στο τέλος μάλιστα τον χτυπά στον ώμο "χωρίς αηδία", λες και του κάνει χάρη. Για μένα είναι η τυπική συμπεριφορά ανωτερότητας που έχουν πολλοί δυτικοί όταν πηγαίνουν σε χώρες τρίτου κόσμου και νομίζουν οτι επειδή καταδέχτηκαν να κάνουν παρέα με κάποιον "βρωμερό ιθαγενή", έχουν κερδίσει κάτι σαν άνθρωποι. Φαντάζομαι έναν ολοκάθαρο διανοούμενο που δεν έχει σηκώσει ποτέ βαλίτσα μόνος του και έχει πάει σε εξωτικές χώρες για να κάνει φιλοσοφικές συζητήσεις με άλλους ντόπιους διανοούμενους και να δει και κανένα τατζ μαχαλ για λίγο διαλογισμό. Αυτή η εικόνα μου δημιουργήθηκε όταν διάβασα το απόσπασμα και προσωπικά με σόκαρε..

Αυτήν ακριβώς την εικόνα ανωτερότητας που περιγράφεις παραπάνω είναι που κατά τη γνώμη μου ξεπερνάει ο Καζαντζάκης στο συγκεκριμένο απόσπασμα! Ο τυπικός δυτικός καλοταϊσμένος περιηγητής θα απέστρεφε το βλέμμα από τη φτώχεια και την εξαθλίωση των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων για να μην του χαλάσουν το ταξίδι. Αυτός, όμως, εξαρχής τον πλησιάζει , όχι με περιφρόνηση ,αλλά με το ίδιο γνήσιο ενδιαφέρον που δείχνει και για τους καλοντυμένους συντοπίτες του όπως και για την ιστορία και ομορφιά του τόπου (αυτό φαίνεται πολύ πιο καθαρά αν έχεις διαβάσει όλο το βιβλίο). Το ύφος του είναι καλοσυνάτο, όχι υπεροπτικό.

Εξ άλλου στο τέλος του συλλογισμού του βγάζει το συμπέρασμα ότι οι δυο τους είναι "αδέλφια στο κάπνισμα" και είναι αδέλφια όλοι οι άνθρωποι στον κόσμο, απλά δεν καπνίζουν όλοι το ίδιο χασίς σε είδος και.. ποιότητα!

Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι το βιβλίο γράφτηκε περί το 1930, αυτή η παραπάνω έκφραση της ισότητας δε μπορεί παρά να προέκυψε από επίπονη εκ βαθέων φιλοσοφική αναζήτηση και όχι από επιφανειακές συζητήσεις σε εξωτικές χώρες.

Σε γενικές γραμμές ,κρίνοντας όμως και από άλλα έργα του, θα έλεγα ότι ο Καζαντζάκης εκφράζει μια ασυνήθιστη αγάπη και αποδοχή για τους άλλους ανθρώπους που δημιουργεί το δίλημμα "πολύ καλός" ή "πολύ καλός για να είναι αληθινός"?

Στο τέλος μάλλον ο καθένας καλείται να επιλέξει τι θα πιστέψει..

Έχεις δίκιο, εξερτάται πώς το βλέπει ο καθένας. Αν στη φαντασία κάποιου ο κούλης είναι ένα σιχαμερό πλάσμα, τότε ο Καζαντζάκης που τον άγγιξε και έγινε "αδερφός" του έστω στο κάπνισμα χασίς γίνεται ήρωας. Αλλά για μένα ας πούμε ο κούλης είναι ένας άνθρωπος και ο Καζαντζάκης και μόνο που τον λεει σιχαμένο, και μόνο που το πρώτο πράγμα που του κάνει εντύπωση σ'αυτόν είναι η λίγδα των ρούχων του, πέφτει πολύ στην υπόληψή μου.

Μα τί στο καλό, πόσο βρώμικος μπορεί να ήταν αυτός ο άνθρωπος; Τότε δεν υπήρχαν ντουζιέρες ούτε στην Ελλάδα, οι άνθρωποι του λαού έκαναν μπάνιο κάθε πάσχα και χριστούγεννα κι ακόμα και τώρα οι αγρότες δε μυρίζουν καθόλου ωραία μετά τη δουλειά.

Βέβαια δε ξέρω αν το κείμενο ήταν ανατρεπτικό το1930, τότε που φούντωναν οι ρατσιστικές θεωρίες.

Προσωπικά δε μου αρέσει ο Καζαντζάκης. Τον βρίσκω συντηρητικό.

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Από το κείμενο «Οδοιπορώντας σε Ελληνικά Βουνά - Παρνασσός» του Θάνου Κωνσταντινίδη

Η παρουσία του Διονύσου στους Δελφούς τονιζόταν και στο Δυτικό αέτωμα του Ναού του Απόλλωνα, που παρίστανε το Διόνυσο με τις Θυιάδες και τις Μαινάδες. Ενώ το ανατολικό παρίστανε τον Απόλλωνα με την Άρτεμη, τη Λητώ και τις Μούσες. Αυτή η συμφιλίωση των δύο θεών, με την παρουσία τους στα δύο αετώματα, συμβολίζει την απαραίτητη για την πνευματική και καλλιτεχνική δημιουργία σύζευξη της Απολλώνιας αρμονίας και τάξης με τον Διονυσιακό ενθουσιασμό.

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Από το βιβλίο του Χορχέ Μπουκάι: "Βασίσου πάνω μου"

«A… Ο περίφημος φόβος πως δε θα μπορέσεις να φτάσεις στο στόχο» είπε ο Χοντρός. «Οπότε, αυτός είναι ο σημαντικότερος σκοπός. Να φτάσεις στο στόχο.»

«Φυσικά, όπως και για όλους υποθέτω.»

«Όπως και για όλους, όχι.»

«Για σένα είναι εύκολο να το λες, γιατί έχεις φτάσει. Έφτιαξες οικογένεια, μια υπέροχη σχέση, είσαι επιτυχημένος επαγγελματίας, κάνεις αυτό που σ’ αρέσει, μένεις εκεί που θέλεις, δεν έχεις οικονομικές δυσκολίες… Έτσι, εύκολα το λες ότι δεν έχουν σημασία οι στόχοι.»

«Δε μίλαγα για μένα, αλλά μιας και το θέτεις έτσι, θα σου πω. Κι εγώ πέρασα απ’ το δρόμο όπου βρίσκεσαι σήμερα, Ντέμιαν. Και εκείνη τη στιγμή είχα τις ίδιες αμφιβολίες , τους ίδιους φόβους, περισσότερες καταστροφικές φαντασιώσεις και πολύ περισσότερη όρεξη να εγκαταλείψω τη μάχη.»

«Και τι συνέβη;»

«Δύο πράγματα: το πρώτο κάποιος μου το έμαθε, κάποιοι μου το έδειξαν, τέλος πάντων, μπόρεσα να καταλάβω πως υπήρχε κι άλλη δυνατότητα: η δυνατότητα να μην είναι ο σκοπός ο στόχος. Μπόρεσα να καταλάβω πως υπήρχε πιθανότητα να είναι η ίδια η διαδρομή ο σκοπός της κίνησης. Η ιδέα να κινείσαι σε μια πορεία χωρίς να είναι κάθε βήμα δοκιμασία. Η ευχαρίστηση να προχωράς προς μία κατεύθυνση.»

Βουβάθηκα. Εκεί ήταν το θέμα. Τόσο απλά.

«Και γιατί δε μου το έχεις πει τόσο καιρό;»

«Σου το έχω πει, Ντέμιαν. Εκατοντάδες φορές. Τις πρώτες φορές που το άκουσες ήσουν πολύ νέος για να με πιστέψεις και τις υπόλοιπες πολύ απασχολημένος με επείγουσες καταστάσεις ή πολύ τυφλωμένος από τη ματαιοδοξία που σε κυριεύει όταν συνειδητοποιείς πως μπορείς να φτάσεις εκεί που λίγοι έχουν φτάσει.»

«Είπες πως σου συνέβησαν δύο πράγματα. Ποιο ήταν το άλλο;»

«Το άλλο ήταν συνέπεια αυτής της συνέπεια αυτής της συνειδητοποίησης. Όταν σταμάτησα να κυνηγάω τη σκιά των προσδοκιών μου, άρχισαν να εμφανίζονται μεγαλύτερες ευκαιρίες που ποτέ δεν είχα φανταστεί, και συνοδοιπόροι πιστοί και αξιόπιστοι. Εγώ ήμουν ξύπνιος και μπόρεσα να τους δω…»

«Μα, μου λες ότι είχες την τύχη να σου συμβούν όλα αυτά, και αυτό δε μπορούμε να το προβλέψουμε , Χοντρέ…»

«Είναι αλήθεια πως δε μπορούμε ούτε να το προβλέψουμε ούτε να το ελέγξουμε, αλλά δέξου αυτή την ιδέα για αληθινή (κι αν χρειάζεται κράτα σημειώσεις , γιατί δε θέλω σε άλλα είκοσι χρόνια να με ρωτήσεις γιατί δε σ’ το είχα πει πιο πριν). Η τύχη ποτέ δεν πλησιάζει αυτούς που , αντί να πηγαίνουν σε αναζήτηση του ονείρου, περιορίζονται στο να τρέχουν πίσω από ματαιόδοξους στόχους. Ποτέ Ντέμιαν, ποτέ.»

«Ποτέ» επανέλαβα… Και ο Χοντρός μου διηγήθηκε αυτήν εδώ την ιστορία.

Πριν μερικά χρόνια, στην Οξφόρδη, συνέβη κάτι αρκετά σπάνιο. Το Πανεπιστήμιο γέμισε με φοιτητές και αποφοίτους που είχαν συγκεντρωθεί για την τελετή απονομής διδακτορικού προς τιμήν μιας γυναίκας. Η Δρ. Έλεν Κέλερ είχε γεννηθεί πενήντα χρόνια πριν, τυφλή και κουφή. Χάρη στα όνειρα και τον κόπο μιας άλλης γυναίκας, της Αν Σάλιβαν, εκείνο το κορίτσι που κάποιοι σκέφτηκαν πως έπρεπε ν’ αφήσουν να πεθάνει, έγινε Δόκτωρ στη φιλοσοφία σε σχεδόν όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου, συγγραφέας πολλών βιβλίων και λέκτωρ σε όλους τους τομείς της διανόησης του πλανήτη. Ο πρύτανης του Πανεπιστημίου παρουσίασε την κυρία Κέλερ. Στην εξέδρα, ένας διερμηνέας μετάδιδε τα λόγια του μέσω ελαφρών κωδικοποιημένων χτυπημάτων με τα δάχτυλά του στην παλάμη του χεριού της τιμώμενης. Ο πρύτανης είπε:

«Είναι ευχαρίστηση για όλους μας και τιμή για μένα να δέχομαι απόψε εδώ ένα από τα πρόσωπα που θαυμάζω περισσότερο. Μία γυναίκα, που έχοντας γεννηθεί με πολύ λιγότερες δυνατότητες και πόρους από τον καθέναν από εμάς, έφτασε εκεί που κανείς δεν είχε καν σκεφτεί να φτάσει. Κυρίες και κύριοι, η Δόκτωρ της Φιλοσοφίας Έλεν Κέλερ.»

Η Έλεν προχώρησε στο βάθρο και, αφού δέχτηκε το αγκάλιασμα του πρύτανη, ζήτησε από το διερμηνέα να την αφήσει μόνη μπροστά στο μικρόφωνο.

Με τις δυσκολίες ομιλίας που αντιμετωπίζει ένας άνθρωπος κουφός και τυφλός από τη γέννησή του, η Έλεν μίλησε σε όλους.

«Είμαι σύμφωνη με τον κύριο πρύτανη σε κάποια πράγματα, αλλά σε κάποια άλλα όχι» είπε. Θα πρέπει να με συγχωρήσει αλλά είναι κι αυτό μέρος της επαγγελματικής παραμόρφωσης των φιλοσόφων.» ο κόσμος γέλασε και χειροκρότησε.

«Συμφωνώ για παράδειγμα, στο ότι είμαι μια γυναίκα άξια θαυμασμού» πάλι γέλια και χειροκροτήματα, « αλλά διαφωνώ σταθερά με το συλλογισμό. Δεν είμαι αξιοθαύμαστη γι’ αυτά που πέτυχα έχοντας γεννηθεί με την αναπηρία μου. Είμαι αξιοθαύμαστη , όπως και να ‘χει, μόνο και μόνο για το γεγονός ότι το προσπάθησα.»

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Σταμάτησα τελικά γιατί αγαπούσα; Αλλά πώς αλλιώς θα σταματούσα αν δεν υπήρχε κάποιος λόγος για να σταματήσω; Μια μορφή που με μάγευε με κρατούσε αιχμάλωτο; Αλλά τι είναι κρατάω αιχμάλωτο αν όχι δε σε αφήνω να συνεχίσεις; Και τι είναι μαγεύω αν όχι σταματώ;

Για ένα λεπτό ακόμη με άκουσα να υποφέρω και μου φάνηκε ότι στο πνεύμα μου δεν υπήρχαν ικανότητες εκτός από μία – την αγωνία. Για ένα λεπτό δίστασα ακόμη. Ύστερα, σαν να ήμουν θεός που καταδίκασε τον εαυτό του στον ίδιο το θάνατο που είχε δημιουργήσει, αποφάσισα να φύγω. Δεν ξέρω να πω, κανείς δεν ξέρει να πει στη θέση μου, πόσο μου κόστισε αυτή η αναχώρηση. Αλλά αποφάσισα να φύγω, να προχωρήσω, να συνεχίσω το δρόμο. Φόρτωσα στους ώμους μου το φορτίο του ταξιδιώτη. Ήταν ελαφρύ, γιατί βαριά ήταν μόνο η αγωνία, που ήταν αυτό που αισθανόμουν. Κλαίγοντας φωναχτά μέσα στο αίμα μου και στη ζωή μου, έφυγα. Έφυγα τρέχοντας, προχωρημένη νύχτα, σαν δραπέτης, σαν τρελός, σαν να ήθελα να πάω πέρα από μένα ή να αφήσω πίσω μου τον ίδιο μου τον ίσκιο. Έτρεχα, έτρεχα, έτρεχα, χωρίς ο χρόνος να συντροφεύει την αίσθησή μου του τρέχω. Είχα την εντύπωση ότι δεν κουνιόμουν, ότι ήμουν σταματημένος, σιδηροδέσμιος μέσα στο στενό κελί της οδύνης μου.

Αλλά έφυγα. Η ψυχή μου ήταν στεγνή, σκληρή, αδειανή.

Στο βάθος της, σαν μια λεπτή σταγόνα δροσιάς, κοιμόταν δεν ξέρω ποια ακαθόριστη χαρά μιας απέραντης απελευθέρωσης.

Πέρασα, κλαίγοντας, την έσχατη πύλη της πόλης.

Μπροστά μου, ποτάμι παγωμένο κάτω από το κρύο φεγγαρόφωτο, ο Δρόμος προεκτεινόταν ατελείωτα.

Από το διήγημα του Φερνάντο Πεσσόα «Ο οδοιπόρος»

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Το φως της μέρας είναι χαρούμενο, το σκοτάδι της νύχτας γλυκό. Πορευόμαστε κάτου από την αβέβαιη αστροφεγγιά και μόλις που ξεχωρίζουμε το δρόμο του πεπρωμένου. Παίρνουμε σύντροφό μας το πρώτο παρηγορητικό αστέρι που θα συντύχουμε . τέλος το γλυκοχάραμα μας προφταίνει στο δρόμο και τ ‘ αγαπημένο μας άστρο πεθαίνει. Πώς θα μπορέσουμε να το καρτερέσουμε σε μιαν άλλη νύχτα, σε μιαν άλλη ζωή; Και τι ξέρουμε γι’ αυτό το χαμένο αστέρι; Ειν’ ένας ήλιος χρυσογάλαζος ή χρυσοκόκκινος σ’ ένα σύστημα μακρινό ή ένας ταπεινός δορυφόρος χωρίς δική του βουλή και γνώμη; Είν’ ένα σπυράκι χρυσαφί καθώς το σπυράκι του σιταριού μέσα στη μεαλοσύνη του κόσμου ή ένας ολόφωτος ωκεανός που παφλάζει στην ερημιά του απείρου; Η καρδιά μας γεμίζει από τη φεγγοβολιά του για λίγο. Κι ύστερα χάνεται η φεγγοβολιά και μένει μια μικρή παγωμένη καρδιά στην ολάνοιχτη παλάμη της θείας αυγής, μια μικρή πεθαμένη καρδιά που πέφτει σαν το νεκρό το σπόρο στη λαγκαδιά.

Ξεκινάμε ανάμεσα στην αστρόφεγγη νύχτα, για να καταχτήσουμε το τριανταφυλλί χαραμέρι. Κι ίσαμε που να σβήσουν όλα τ’ αστέρια, η λαχτάρα μας απομένει μεσοστρατίς. Ας μαθαίναμε κάνε το νόμο της καρτερίας, πριν αντικρίσουμε στο μακρινό πρόσωπο της μέρας τ’ ακρογιάλια να καίγονται από τις πυρκαγιές του αλλόκοτου ήλιου που γεννιέται τη νύχτα μες στην καρδιά μας και που δε δύνεται μήτε τα χέρια μας να ζεστάνει! Πρόσωπο της νύχτας, γλυκό πρόσωπο της αστροφεγγιάς – η ψυχή μας είναι μια ελάχιστη φλόγα μπροστά σας.

(Από την "Αστροφεγγιά" του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου)

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Επισκέπτης
Απάντησε σε αυτό το θέμα...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Sign in to follow this  

×
×
  • Δημιουργία νέας...