Jump to content
Sign in to follow this  
tik-tak

scripta manent

Recommended Posts

Αγαπη σου ειναι, εχεις διαβασει κανενα βιβλιο του ομως? ;)

τσουυυυ ρε λακη που θα μας την πεις κιολας.εσυ μπορεις ν αγαπας καποιον χωρις να τον ξερεις;;;;γιατι εγω δε μπορω.κι εφοσον δε μπορω συνεπαγωγικα καταληγουμε στο οτι τον ξερω...τον φιοντορ.και για να τον ξερω προφανως σημαινει οτι εχω φαει τα βιβλια του.κοινος νους,δεν ηθελε και κανα ανωτερο περιπλοκο συνειρμο ξερεις ολο αυτο :splats::antegeia: εξυπνακια! <_<

Kαλα, μηπως εισαι αυτιστικη? Πλακα σου εκανα, κι εσυ το πηρες σοβαρα? Μπαααα, περιεργος κοσμος.

εσυ εισαι ψυχιατρος? :lol::lol::lol:

ωραια μεθοδος προσεγγισης...

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

« ...Χθες τη νύχτα, μεθυσμένος από τούτη την αόριστη άνοιξη έπεσα στο κρεβάτι νωρίς. Ανάμεσα ύπνου και ξύπνιου έμεινα ώρες πολλές. Μέσα στην ασάφεια της μέθης που χαλαρώνει τις κλωστές των ορίων, με κλειστά μάτια περίμενα την εγκατάλειψή μου. Το σκοτάδι ήταν πυκνόρρευστο σαν ατμόσφαιρα ονείρων που σε δυσκολεύει να τρέξεις. Ο αέρας είχε πέσει απ΄το απόγεμα, η σιωπή άνοιγε χοάνη στο σύμπαν.

Ανάμεσα στον ύπνο και στον ξύπνιο, ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην φαντασία, ανάμεσα σ’ αυτό που έχω και σ’ αυτό που επιθυμώ, ανάμεσα στο χθες και στο αύριο, ανάμεσα στο κρεβάτι μου και στον ουρανό, ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο ίσως. Εκεί, στο σπάνιο ανάμεσα, άκουσα απαλό θρόισμα, ράγισμα της ατμόσφαιρας, πετάρισμα.

Με κλειστά μάτια την έβλεπα:

Μια μαύρη πεταλούδα μέσα στο μαύρο σκοτάδι πετούσε λοξά κινώντας με κάποιο κόπο τα φτερά της. Σαν οιωνός πετούσε, σαν επαγγελία. Ελπίδα πως το κλειστό κουκούλι της μοναξιάς μου ίσως ανοίξει και βγει κάποτε τσαλακωμένη η μαύρη πεταλούδα της μοναξιάς.

Πεταλούδα με χρώμα μαύρο. Όχι το πένθιμο, όχι το σκληρό. Μαύρο όπως το μαύρο διαμάντι το ανεκτίμητο, το μαύρο χώμα το εύφορο, το μαύρο αίμα το παντοδύναμο, το μαύρο τριαντάφυλλο το πεντάμορφο. Πετάρισε για λίγο κι έσβησε. Έσβησα κι εγώ σε βύθους ονείρων που δεν θυμάμαι...»

[«Η μοναξιά είναι από χώμα» - Μάρω Βαμβουνάκη]

GAD_Butterfly_Hands1.jpg

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

"εδω παιρνω απο μονος μου την αδεια να σταματησω την αφηγηση για να περιγραψω σταπεταχτα αυτο το προσωπο που μπηκε τοσο αναπαντεχα.

ηταν ενας νεος καπου εισοσι εφτα χρονων,μπλα μπλα μπλα{.....}

{....}

περπαταει και κινειται πολυ βιαστικα, δε βιαζεται ομως. Καθως φαίνεται , τιποτα δεν μπορει να τον κανει να τα χασει. Σ οποιαδηποτε περιπτωση και σ οποιοδηποτε περιβαλλον θα μεινει ο ιδιος. Η αυταρεσκεια του ειναι μεγαλη , ομως αυτος δεν το παρατηρει καθολου.

Μιλαει γρηγορα,βιαστικα, με αυτοπεποιθηση, χωρις να κομπιαζει καθολου. οι σκεψεις του ειναι ηρεμες, παρ ολο το βιαστικο του υφος,σαφεις και τελειωτικες. Η αρθρωση του καταπληκτικα καθαρη. Τα λογια του χυνονται σαν χοντροι ,ομοιομορφοι σποροι, παντα διαλεγμενοι και παντα ετοιμοι να σας εξυπηρετησουν. Στην αρχη αυτο μπορει και να σας αρεσει, μα υστερα θα σας γινει σιχαμερο εξαιτιας ισα ισα αυτης της υπερβολικα καθαρης αρθρωσης και του χειμαρρου των παντα ετοιμων λεξεων. Αρχιζετε και βαζετε με το νου σας πως η γλωσσα του θα πρεπει να χει καποιο ιδιορρυθμο σχημα ,πως ειναι καπως υπερβολικα στενομακρη, τρομερα κοκκινη, με αφανταστα αεικινητη ακρη που στριφογυριζει ακαταπαυστα και αθελα του.

------------------------------

αυτη ειναι μια πολυ γλαφυρη περιγραφη ενος αντι-ηρωα στο βιβλιο δαιμονισμενοι του ντοστογιεφσκι.

[εχει ενα ταλεντο αυτος ο ανθρωπος, ενα ιδιαιτερο χαρακτηριστικο να το περιγραφει με μια τοσο συγκεκριμενη εικονα που δεν μπορει παρα να σχηματιζεται και στο δικο σου μυαλο οταν το διαβαζεις...και να σε παραπεμπει σε γνωστες δικες σου εικονες:ΡΡΡ]

πλακα δεν εχει?αληθεια δεν εχει μια τετοια σκεψη διαπερασει φορες και το δικο σας μυαλο για κατι ....ας πουμε... δικηγορους... δαπιτες...πουκουσιτες... και αλλα τετοια λαχανικα?:ΡΡΡΡ

αυτο ηταν ενα διαλειμμα ξε-αγχωματος

κακουργα παθολογια...

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Τα Πλοία του Κ.Π.Καβάφη

Aπό την Φαντασίαν έως εις το Xαρτί. Eίναι δύσκολον πέρασμα, είναι επικίνδυνος θάλασσα.

H απόστασις φαίνεται μικρά κατά πρώτην όψιν, και εν τοσούτω πόσον μακρόν ταξίδι είναι, και πόσον επιζήμιον ενίοτε δια τα πλοία τα οποία το επιχειρούν.

H πρώτη ζημία προέρχεται εκ της λίαν ευθραύστου φύσεως των εμπορευμάτων τα οποία μεταφέρουν τα πλοία. Eις τας αγοράς της Φαντασίας, τα πλείστα και τα καλύτερα πράγματα είναι κατασκευασμένα από λεπτάς υάλους και κεράμους διαφανείς, και με όλην την προσοχήν του κόσμου πολλά σπάνουν εις τον δρόμον, και πολλά σπάνουν όταν τα αποβιβάζουν εις την ξηράν.

Πάσα δε τοιαύτη ζημία είναι ανεπανόρθωτος, διότι είναι έξω λόγου να γυρίση οπίσω το πλοίον και να παραλάβη πράγματα ομοιόμορφα. Δεν υπάρχει πιθανότης να ευρεθή το ίδιον κατάστημα το οποίον τα επώλει. Aι αγοραί της Φαντασίας έχουν καταστήματα μεγάλα και πολυτελή, αλλ' όχι μακροχρονίου διαρκείας. Aι συναλλαγαί των είναι βραχείαι, εκποιούν τα εμπορεύματά των ταχέως, και διαλύουν αμέσως. Eίναι πολύ σπάνιον εν πλοίον επανερχόμενον να εύρη τους αυτούς εξαγωγείς με τα αυτά είδη.

Mία άλλη ζημία προέρχεται εκ της χωρητικότητος των πλοίων. Aναχωρούν από τους λιμένας των ευμαρών ηπείρων καταφορτωμένα, και έπειτα όταν ευρεθούν εις την ανοικτήν θάλασσαν αναγκάζονται να ρίψουν εν μέρος εκ του φορτίου δια να σώσουν το όλον. Oύτως ώστε ουδέν σχεδόν πλοίον κατορθώνει να φέρη ακεραίους τους θησαυρούς όσους παρέλαβε. Tα απορριπτόμενα είναι βεβαίως τα ολιγοτέρας αξίας είδη, αλλά κάποτε συμβαίνει οι ναύται, εν τη μεγάλη των βία, να κάμνουν λάθη και να ρίπτουν εις την θάλασσαν πολύτιμα αντικείμενα.

Άμα δε τη αφίξει εις τον λευκόν χάρτινον λιμένα απαιτούνται νέαι θυσίαι πάλιν. Έρχονται οι αξιωματούχοι του τελωνείου και εξετάζουν εν είδος και σκέπτονται εάν πρέπη να επιτρέψουν την εκφόρτωσιν· αρνούνται να αφήσουν εν άλλο είδος να αποβιβασθή· και εκ τινων πραγματειών μόνον μικράν ποσότητα παραδέχονται. Έχει ο τόπος τους νόμους του. Όλα τα εμπορεύματα δεν έχουν ελευθέραν είσοδον και αυστηρώς απαγορεύεται το λαθρεμπόριον. H εισαγωγή των οίνων εμποδίζεται, διότι αι ήπειροι από τας οποίας έρχονται τα πλοία κάμνουν οίνους και οινοπνεύματα από σταφύλια τα οποία αναπτύσσει και ωριμάζει γενναιοτέρα θερμοκρασία. Δεν τα θέλουν διόλου αυτά τα ποτά οι αξιωματούχοι του τελωνείου. Eίναι πάρα πολύ μεθυστικά. Δεν είναι κατάλληλα δι’ όλας τα κεφαλάς.

Eξ άλλου υπάρχει μία εταιρεία εις τον τόπον, η οποία έχει το μονοπώλιον των οίνων. Kατασκευάζει υγρά έχοντα το χρώμα του κρασιού και την γεύσιν του νερού, και ημπορείς να πίνης όλην την ημέραν από αυτά χωρίς να ζαλισθής διόλου. Eίναι εταιρεία παλαιά. Xαίρει μεγάλην υπόληψιν, και αι μετοχαί της είναι πάντοτε υπερτιμημέναι.

Aλλά πάλιν ας είμεθα ευχαριστημένοι όταν τα πλοία εμβαίνουν εις τον λιμένα, ας είναι και με όλας αυτάς τας θυσίας. Διότι τέλος πάντων με αγρυπνίαν και πολλήν φροντίδα περιορίζεται ο αριθμός των θραυομένων ή ριπτομένων σκευών κατά την διάρκειαν του ταξιδίου. Eπίσης οι νόμοι του τόπου και οι τελωνειακοί κανονισμοί είναι μεν τυραννικοί κατά πολλά αλλ' όχι και όλως αποτρεπτικοί, και μέγα μέρος του φορτίου αποβιβάζεται. Oι δε αξιωματούχοι του τελωνείου δεν είναι αλάνθαστοι, και διάφορα από τα εμποδισμένα είδη περνούν εντός απατηλών κιβωτίων που γράφουν άλλο από επάνω και περιέχουν άλλο, και εισάγονται μερικοί καλοί οίνοι δια τα εκλεκτά συμπόσια.

Θλιβερόν, θλιβερόν είναι άλλο πράγμα. Eίναι όταν περνούν κάτι πελώρια πλοία, με κοράλλινα κοσμήματα και ιστούς εξ εβένου, με αναπεπταμένας μεγάλας σημαίας λευκάς και ερυθράς, γεμάτα με θησαυρούς, τα οποία ούτε πλησιάζουν καν εις τον λιμένα είτε διότι όλα τα είδη τα οποία φέρουν είναι απηγορευμένα, είτε διότι δεν έχει ο λιμήν αρκετόν βάθος δια να τα δεχθή. Kαι εξακολουθούν τον δρόμον των. Oύριος άνεμος πνέει επί των μεταξωτών των ιστίων, ο ήλιος υαλίζει την δόξαν της χρυσής των πρώρας, και απομακρύνονται ηρέμως και μεγαλοπρεπώς, απομακρύνονται δια παντός από ημάς και από τον στενόχωρον λιμένα μας.

Eυτυχώς είναι πολύ σπάνια αυτά τα πλοία. Mόλις δύο, τρία βλέπομεν καθ' όλον μας τον βίον. Tα λησμονώμεν δε ογρήγορα. Όσω λαμπρά ήτο η οπτασία, τόσω ταχεία είναι η λήθη της. Kαι αφού περάσουν μερικά έτη, εάν καμίαν ημέραν - ενώ καθήμεθα αδρανώς βλέποντες το φως ή ακούοντες την σιωπήν - τυχαίως επανέλθουν εις την νοεράν μας ακοήν στροφαί τινες ενθουσιώδεις, δεν τας αναγνωρίζομεν κατ' αρχάς και τυραννώμεν την μνήμην μας δια να ενθυμηθώμεν πού ηκούσαμεν αυτάς πριν. Mετά πολλού κόπου εξυπνάται η παλαιά ανάμνησις και ενθυμώμεθα ότι αι στροφαί αύται είναι από το άσμα το οποίον έψαλλον οι ναύται, ωραίοι ως ήρωες της Iλιάδος, όταν επερνούσαν τα μεγάλα, τα θεσπέσια πλοία και επροχώρουν πηγαίνοντα - τις ηξεύρει πού.

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Η ΑΓΑΠΗ ΑΡΓΗΣΕ ΜΙΑ ΜΕΡΑ - ΛΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ

...Η Πηνελόπη καθισμένη στο σκαλοπάτι του εξώστη μια και κανείς πια δε θα της το απαγόρευε μετά το θάνατο της Ασπασίας, ένιωθε να πλέει μες στο άδειο κενό που της άφησε η απουσία της Ερατώ. Αναρωτιόταν αν η ζωή τελειώνει με το θάνατό μας ή με την οριστική εξαφάνιση εκείνων που αγαπάμε. Αναρωτιόταν ακόμα τι θα'κανε μέσα σ'αυτό το κουφό και βουβό σπίτι, χωρίς ν'ακουμπά πουθενά η καρδιά της. Όχι, μονολογούσε, με τη μπάσα φωνή της, η ανάμνηση των νεκρών, δε μας αρκεί...

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

"...έτρωγε.Αφιερώθηκε ολόκληρος στους καϋμούς της κοιλιάς του.Μάσαε και τα

μελίγκια του δούλευαν,φούσκωναν σε κάθε δαγκωμασιά του τα νεύρα.Σαν

μια εκδίκηση ήταν το τρώει του..."

"...αδιάφορος ήτανε κ ' ήσυχος .Γιατί;μήπως δεν ήτανε η δημιουργία στη θέση της; ή να μην ειχε

αντίρηση για το νόμο της έλξης;...ο κόσμος αργά.Τα πράγματα αφημένα στο πάει τους.Να δημιουργούνται

οι ορίζοντες,να γεννιέται -μούλος- ο χρόνος.Οι τόποι , οι εποχές να πηγαίνουνε.Ξέρετε πώς περπατάνε

στη γη; νά, πηγαίνουν.Τίποτ' άλλο.Πηγαίνουν σε προϋπαντάνε τα όρια,σε ακολουθάνε πίσω οι δρόμοι - οι

πολιτείες σου τραγουδάνε βαθια.Εχει ένα χτύπο το χάος.Εχει ένα σφυγμό το κενό.Και μόνο οι ώρες

σιωπαίνουν και μόνο οι καιροί δεν μιλούν.Η αιωνιότη σε κοιτάζει και σκέφτεται.Τα πλάτη, οι απόστασες

είναι αφιερωμένα στο βάδι σου..."

"Η φυγόκεντρη δύναμη ας είναι ένα παραμύθι των κύκλων..."

"...παράξενο πράγμα.Η καρδιά μου χτυπόυσε.Είχε χρόνια να βροντήξει η καρδιά μου..."

"...τα λόγια του ήταν σωστή καραντίνα.Με είχε ευτύς βάλει υπό κάθαρση..."

"...έτσι για μπουρμπουαρ ένα ψέμα μου κατέβηκα στην ιεραρχία των αξιών μου τρεις σκάλες..."

"...μεσα σ'ένα τέτοιο πλεονασμα, πώς να βρεις το λογαριασμό του απαραίτητου..."

"...σφυγμομετρώ το καρδιοχτύπι της παύσης..."

"...τουλάχιστο ο διάολος - ο αγαθός αυτός άφρονας- σου ζητάει μοναχά την ψυχή σου

και σ'αφήνει όλα τ'άλλα:Το δικαίωμα της ζωής, την απόλαυση,τον ερωτα της γυναίκας,το γελιο.

Σε συντρέχει να τ'αποχτήσεις μπρε ματια μ'.

ενω αυτοί [ενν.Θεος,αγιοι,αγγελοι] όλα τα θέλουν, θέλουν και την ψυχή σου και το σώμα.

Σου υπόσχονται και τη βασιλεία των Ουρανών,μα σου χτυπάνε μαέστρικα τη βασιλεία της Γης μας...."

από το "Θειο τραγί" του Γιάννη Σκαρίμπα

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Ο Ερωτας και η Ψυχη-Ελληνικη μυθολογια

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν σε μια πολιτεία μεγάλη, πλούσια και δυνατή ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα. Η μικρότερη από τις τρεις κόρες τους – την έλεγαν Ψυχή – ήταν τόσο όμορφη, που μόνο με τη θεά Αφροδίτη μπορούσε να παραβληθεί. Έτσι, όποιος την έβλεπε, έπεφτε θαμπωμένος και την προσκυνούσε σαν να είχε μπροστά του την ίδια τη θεά. Με τον καιρό όλοι πίστεψαν πως η ψυχή δεν ήταν παρά η ίδια η θεά του έρωτα που είχε κατεβεί στη γη. Τα ιερά της Αφροδίτης στην Πάφο, στα Κύθηρα, στην Κνίδο, ερημώθηκαν. Οι προσευχές λησμονήθηκαν. Οι θυσίες σταμάτησαν. Ο κόσμος, που λάτρευε πριν τη μεγάλη θεά, σαγηνεύτηκε από την ομορφιά της θνητής, και αυτήν προσκυνούσε πια και λάτρευε.

Η Αφροδίτη δεν άντεξε την προσβολή και αποφάσισε να εκδικηθεί: πρόσταξε λοιπόν το γιο της, τον Έρωτα, να χτυπήσει την αντίζηλό της με τα βέλη του και να την κάνει να αγαπήσει παράφορα τον πιο ασήμαντο και περιφρονημένο άνθρωπο του κόσμου. Έτσι, όπως άλλωστε γίνεται συχνά, η ομορφιά της Ψυχής στάθηκε η αιτία της μεγάλης της δυστυχίας: όλοι οι νέοι έμειναν μαγεμένοι από τη χάρη της, κανείς όμως δεν αποφάσιζε να την κάνει γυναίκα του, και η Ψυχή έμενε μόνη και έρημη. Οι δύο αδερφές της είχαν παντρευτεί πριν από καιρό στα ξένα, και η Ψυχή, κλεισμένη στο παλάτι, έκλαιγε τη μοίρα της και καταριόταν την ομορφιά της.

Όταν ο βασιλιάς είδε κι απόειδε, αποφάσισε να ρωτήσει το μαντείο του Απόλλωνα στη Μίλητο, για την τύχη της κόρης του. Η απάντηση του θεού ήταν αλλόκοτη και σκληρή: έπρεπε να οδηγήσουν την Ψυχή νυφοστολισμένη, σαν να ήταν να παντρευτεί στον Κάτω Κόσμο, στην πιο ψηλή κορφή ενός έρημου και μακρινού βουνού. Εκεί θα συναντούσε το γαμπρό που της είχε τάξει το ριζικό της: ένα πελώριο φίδι φτερωτό που προξενούσε το φόβο και τον τρόμο, ακόμη και στον μεγάλο Δία. Τρόμαξε ο βασιλιάς. Μήπως όμως μπορούσε να κάνει κι αλλιώς; Έτσι όλος ο λαός, μαζί με τους γονείς της, τη συνόδεψε με κλάματα και μοιρολόγια ως την κορφή του βουνού, όπου την άφησαν κι έφυγαν. Τότε ο Ζέφυρος την ανασήκωσε, και ταξιδεύοντάς την πάνω από στεριές και θάλασσες, την έφερε και την άφησε μέσα σε ένα μαγεμένο περιβόλι.

Σ’ αυτό το περιβόλι η Ψυχή σαστισμένη πήρε να σεργιανάει εδώ κι εκεί, όταν ξαφνικά βρέθηκε μπροστά σ’ ένα ολόχρυσο παλάτι, εντελώς αφύλαχτο. Παρ’ όλο το φόβο που ένιωθε, μπήκε μέσα και άρχισε να το τριγυρίζει, ώσπου άκουσε μια φωνή: «όλα όσα βλέπεις, κυρά μου, είναι δικά σου. Μη φοβάσαι! Κάθισε να ξαποστάσεις, και όταν θελήσεις να λουστείς και να νοιαστείς για την ομορφιά σου, φώναξέ μας να σε βοηθήσουμε. Εμείς είμαστε οι υπηρέτες σου. Η κάθε σου επιθυμία είναι για μας προσταγή».

Πραγματικά, οι υπηρέτες έκαναν ό,τι μπορούσαν για να την περιποιηθούν και να τη διασκεδάσουν. Τη βοήθησαν να λουστεί, της έστρωσαν πλούσιο το τραπέζι και της τραγούδησαν, χωρίς όμως να τους δει. Τη νύχτα έφτασε ο άγνωστος άντρας της και μέσα στο βαθύ σκοτάδι την έκανε δική του, προτού όμως ξημερώσει ακόμη, χάθηκε από κοντά της.

Έτσι περνούσε ο καιρός: την ημέρα οι αόρατοι υπηρέτες φρόντιζαν να μην της λείψει τίποτα και τη νύχτα ερχόταν ο μυστηριώδης εραστής της και την έκανε ευτυχισμένη. Στο μεταξύ οι γονείς της γερνούσαν μέσα στην απελπισία και στο πένθος. Κοντά τους είχαν έρθει οι δυο άλλες θυγατέρες τους και προσπαθούσαν μάταια να τους παρηγορήσουν. Αλλά και η Ψυχή άρχισε να αισθάνεται δυστυχισμένη: ολομόναχη τη μέρα να ζει ανάμεσα σε αόρατα πνεύματα και το βράδυ να πλαγιάζει στην αγκαλιά ενός άντρα, που ούτε για μια στιγμή δεν είχε αντικρίσει το πρόσωπό του. Στο τέλος με δάκρυα και παρακάλια καταφέρνει η Ψυχή να πείσει τον άντρα της μέσα στα χάδια να επιτρέψει να έρθουν, ας είναι και για λίγον καιρό, οι αδερφές της για να της κρατήσουν συντροφιά. Η άδεια δίνεται, με έναν όρο όμως: «Μπορείς, της είπε, να τους χαρίσεις ό,τι θελήσουν από τα πλούτη του παλατιού. Μα μην πλανηθείς από τα λόγια τους και θελήσεις να με αντικρίσεις στο φως. Θα με χάσεις για πάντα και θα γίνεις δυστυχισμένη». Η Ψυχή του υπόσχεται να σεβαστεί την επιθυμία του. Άλλωστε και η ίδια τον έχει αγαπήσει στο μεταξύ και δεν θέλει να τον χάσει. Ξέρει ακόμη πως από τη διαγωγή της θα εξαρτηθεί και η φύση του παιδιού που έχει στα σπλάχνα της: αν συμμορφωθεί με την εντολή του άντρα της, το παιδί που θα γεννήσει θα είναι αθάνατο. Αν όχι, θνητό.

Ύστερα από λίγες μέρες οι αδερφές ανεβαίνουν στο βουνό για να κλάψουν την Ψυχή, που τη νόμισαν πια χαμένη για πάντα. Στους θρήνους τους αποκρίνεται η φωνή της ίδιας της Ψυχής που τις καλεί κοντά της. Σε λίγο, ταξιδεμένες κι αυτές από το Ζέφυρο, βρίσκονται μέσα στο παλάτι. Η χαρά τους είναι ανείπωτη. Όμως, σιγά σιγά αρχίζουν να ζηλεύουν την τύχη της αδερφής τους και ο φθόνος τους μεγαλώνει ύστερα από κάθε επίσκεψη, καθώς η Ψυχή, εντελώς ανυποψίαστη για τα αισθήματά τους, τις σεργιανίζει μέσα στο παλάτι και τους δείχνει τους αρίθμητους θησαυρούς. Στους γέρους γονείς τους δεν λένε κουβέντα για την τύχη της Ψυχής. Τους αφήνουν να πιστεύουν πως η μικρότερη αδερφή είναι από καιρό πεθαμένη. Οι φθονερές αδερφές δεν σκέφτονται παρά μόνο πώς θα κάνουν κακό στην Ψυχή. Δεν σταματούν να τη ρωτούν για τον άντρα της. Και η Ψυχή αναγκάζεται στο τέλος να τους πει ψέματα, πως τάχα ο άντρας της είναι ένας νέος όμορφος και δυνατός που περνά τη μέρα του πάνω στα βουνά κυνηγώντας. Η ομολογία της Ψυχής κάνει να φουντώνει ακόμα πιο πολύ ο φθόνος στα στήθη των αδερφάδων της, γιατί και οι δυο έχουν παντρευτεί γέρους και ανήμπορους βασιλιάδες. Όμως και ο σύντροφος της Ψυχής ξέρει τι διαθέσεις έχουν οι κακές αδερφές και σε κάθε ευκαιρία την προειδοποιεί για την ανεπανόρθωτη καταστροφή που θα προκαλέσει η ίδια αν τυχόν παραβεί την εντολή του. Οι αδερφές της ωστόσο επιμένουν να μάθουν λεπτομέρειες και έτσι, κάποτε που η Ψυχή ξεχάστηκε και είπε πως ο άντρας της είναι κάποιος πλούσιος έμπορος από την κοντινή επαρχία, κάπως μεγάλος στην ηλικία, πέφτουν πάνω της και την αναγκάζουν να παραδεχτεί, μια και η ίδια άλλα τους είχε πει πιο παλιά, πως τον άντρα της δεν τον είχε ποτέ δει στα μάτια της. Στο τέλος κατορθώνουν να την πείσουν πως αυτός ο άγνωστος άντρας της δεν ήταν παρά το φοβερό φίδι που μνημόνευε η προφητεία του Απόλλωνα. Αν τη φροντίζει, της είπαν, είναι γιατί θέλει να τη φάει, μόλις το παιδί μεγαλώσει στα σπλάχνα της. Ένας μόνο τρόπος υπάρχει για να γλιτώσει από το θάνατο: μια νύχτα, να ανάψει ένα λυχνάρι και να κόψει το κεφάλι του τέρατος.

Η Ψυχή βασανίστηκε πολύ ώσπου να πάρει την απόφαση, αλλά στο τέλος πίστεψε πως αυτή θα έπρεπε να χτυπήσει πρώτη. Έτσι, μια μέρα, όταν έπεσε το σκοτάδι και ο άντρας της πλάγιασε κοντά της και αποκοιμήθηκε βαθιά, σηκώθηκε και άναψε το λυχνάρι. Κάτω όμως από το φως του η Ψυχή τα έχασε: μπροστά της βρισκόταν ο ίδιος ο Έρωτας, πιο ωραίος κι απ’ ό,τι τον φανταζόταν. Στα πόδια του κρεβατιού ήταν ριγμένα τα άρματά του : το τόξο, η φαρέτρα και τα βέλη. Η Ψυχή πήρε τότε μια σαΐτα και, καθώς την περιεργαζόταν, πληγώθηκε ελαφρά στο δάχτυλο. Από κείνη τη στιγμή, χωρίς και η ίδια να το καταλάβει, ερωτεύεται παράφορα τον ίδιο τον Έρωτα. Μετανιωμένη για την ευπιστία και την αμυαλιά της προσπαθεί να αυτοκτονήσει για να τιμωρήσει τον εαυτό της. Άδικος κόπος. Το μαχαίρι γλιστρά και πέφτει από το χέρι της.

Ξαφνικά, μια σταγόνα καφτό λάδι χύνεται από το λυχνάρι και πέφτει πάνω στον γυμνό ώμο του κοιμισμένου θεού. Ο Έρωτας πετιέται πάνω αλαφιασμένος από τον πόνο και, διαπιστώνοντας την απιστία της γυναίκας του, ανοίγει τα φτερά του για να φύγει. Μόλις που προφταίνει η Ψυχή να πιαστεί από το πόδι του και να ανυψωθεί μαζί του πάνω στα σύννεφα. Ύστερα από λίγο, εξαντλημένη από την κούραση, πέφτει στη γη, χωρίς να σκοτωθεί. Και ο Έρωτας όμως κατέβηκε, στάθηκε στην κορυφή ενός κοντινού κυπαρισσιού, και αφού της παραπονέθηκε για την αχαριστία που έδειξε, πέταξε πάλι στα ύψη. Η Ψυχή ρίχτηκε από την απελπισία της σ’ ένα ποτάμι για να πνιγεί, εκείνο όμως τη σήκωσε απαλά πάνω στα νερά του και την άφησε πάνω στην πυκνή χλόη της όχθης του. Ο Παν, που βρισκόταν εκεί κοντά, κατάφερε να τη μεταπείσει και να της δώσει θάρρος.

Από εκείνη τη στιγμή ένας είναι ο σκοπός της ζωής της: να ξαναβρεί τη χαμένη της ευτυχία. Πρώτα όμως πρέπει να τιμωρήσει τις αδερφές της. Στην πρώτη εξομολογείται πως ο Έρωτας έφυγε από κοντά της, τάχα για να παντρευτεί εκείνην. Δεν χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια για να πειστεί η φθονερή αδερφή να παρατήσει τον άντρα της, λέγοντάς του πως τάχα πέθαναν οι γονείς της, να ανεβεί στο βουνό και να γκρεμιστεί στα βράχια, πιστεύοντας ως την τελευταία στιγμή πως θα τη σηκώσει, όπως και την άλλη φορά, ο Ζέφυρος. Με τον ίδιο τρόπο σκοτώνεται και η δεύτερη.

Ύστερα από την τιμωρία τους, η Ψυχή ξεκινάει να βρει τον Έρωτα. Άδικα όμως παραδέρνει σε στεριές και θάλασσες. Οι θεοί την έχουν εγκαταλείψει. Ούτε η Ήρα, ούτε η Δήμητρα, παρόλο που τη συμπονούν, δέχονται να τη βοηθήσουν, όταν καταφεύγει στα ιερά τους, γιατί δεν θέλουν να έρθουν σε σύγκρουση με την Αφροδίτη, που τη μισεί θανάσιμα, επειδή μπόρεσε αυτή, μια θνητή, να ξελογιάσει το γιο της. Τέλος, πηγαίνει στο παλάτι της Αφροδίτης, με την ελπίδα πως εκεί θα έβρισκε τον Έρωτα, και πέφτει ασυλλόγιστα στα χέρια της. Από καιρό άλλωστε η θεά είχε στείλει τον Ερμή να τη βρει και να την οδηγήσει με το καλό ή με τη βία μπροστά της.

Από τη στιγμή αυτή αρχίζουν οι μεγάλες δοκιμασίες για την Ψυχή. Δύο έμπιστες δούλες της ζηλότυπης θεάς, η Θλίψη και η Έγνοια, τη μαστιγώνουν αλύπητα. Άλλη της βγάζει τρίχα τρίχα τα μαλλιά, η Αφροδίτη η ίδια τη δέρνει και της ξεσκίζει τα ρούχα. Ύστερα την προστάζει μέσα σε λίγες ώρες να ξεδιαλέξει από έναν τεράστιο σωρό καρπούς της γης το κάθε είδος – στάρι, παπαρουνόσπορο, κεχρί, ρεβίθια, φακή, κουκιά, κριθάρι – και να το βάλει χωριστά. Η Ψυχή καταφέρνει να τα βγάλει πέρα με τη βοήθεια των μυρμηγκιών. Την άλλη μέρα υποχρεώνεται να πάει να βρει και να φέρει το χρυσό μαλλί από τα άγρια πρόβατα του βουνού, και ύστερα να κουβαλήσει νερό από την πηγή της Στύγας, που τη φύλαγαν, νύχτα και μέρα, δράκοι ακοίμητοι. Στις επικίνδυνες αυτές αποστολές δεν της έλειψαν ωστόσο οι παραστάτες: πρώτα το προφητικό καλάμι – που τη συμβούλεψε να μαζέψει με την ησυχία της τις τούφες το μαλλί που άφηναν τα πρόβατα πάνω στα αγκάθια των θάμνων – και ύστερα ο αετός του Δία – που γέμισε το κανάτι με το νερό της πηγής.

Οι δοκιμασίες όμως και τα βάσανα της Ψυχής δεν τελειώνουν. Η Αφροδίτη τη στέλνει στον Κάτω Κόσμο να δανειστεί από την Περσεφόνη την αλοιφή της ομορφιάς, μια και η δική της είχε τελειώσει. Και αυτή τη φορά η Ψυχή, παίρνοντας κουράγιο από τη δύναμη του πάθους της και έχοντας βοηθό έναν μαγικό πύργο, θα τα καταφέρει, όχι βέβαια χωρίς δοκιμασίες. Ο πύργος αυτός, όπου είχε ανέβει για να αυτοκτονήσει, τη συμβούλεψε πώς θα κατεβεί στον Άδη και της φανέρωσε τι είχε να αντιμετωπίσει εκεί. Η ατυχία της, όμως, δεν είχε όρια. Μόλις πήρε το βάζο με τη θεϊκή αλοιφή, θέλησε να δοκιμάσει η ίδια το θαυματουργό φάρμακο, ελπίζοντας πως, αν έβαζε λίγη αλοιφή στο πρόσωπό της, θα γινόταν ακόμη πιο όμορφη, και έτσι θα μπορούσε να ξανακερδίσει την αγάπη του Έρωτα. Τη στιγμή όμως που άνοιξε το βάζο, ένιωσε να την τυλίγει σαν αποπνικτικός καπνός, ο Ύπνος, και έχασε τις αισθήσεις της.

Τα βάσανα της Ψυχής βρίσκονται όμως πια στο τέλος τους. Αρκετά είχε δοκιμαστεί. Ο Έρωτας που δεν την είχε ποτέ απολησμονήσει, κατορθώνει να γλιστρήσει από το δωμάτιο όπου τον είχε κλειδωμένο η Αφροδίτη, τάχα για να του γιατρέψει την πληγή, τρέχει και ξανακλείνοντας τον Ύπνο μέσα στο βάζο, τη συνεφέρνει. Έπειτα κατορθώνει, σε ένα συμβούλιο των θεών, να καταπραΰνει το θυμό της μητέρας του με τη βοήθεια του Δία, που αντιμετωπίζει με κατανόηση την περιπέτεια του Έρωτα, και πρωτοστατεί στο μεγάλο γλέντι που στήνεται στον Όλυμπο, για να τιμηθεί η γαμήλια ένωση του θεού με τη θνητή. Η Ψυχή γίνεται πια επίσημα γυναίκα του και την ίδια ώρα της χαρίζεται η αθανασία. Ύστερα από λίγο καιρό φέρνει στον κόσμο τον καρπό της αγάπης της με τον Έρωτα: την Ηδονή.

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

περι αγαπης και ερωτα

πως μπαινει φως σε ενα σπιτι?

αν ειναι ανοιχτα τα παραθυρα

πως μπαινει φως σε εναν ανθρωπο?

αν ειναι ανοιχτη η πορτα του ερωτα.

ολη μου τη ζωη , αντιλαμβανομουν τον ερωτα σαν ενα ειδος θεληματικης σκλαβιας

Ψεμα-η ελευθερια υπαρχει μονο οταν ειναι παρων ο ερωτας.

οποιος παραδινεται απολυτα , οποιος νιωθει ελευθερος , αγαπαει το μεγιστο βαθμο.

κι οποιος αγαπαει το μεγιστο βαθμο , νιωθει ελευθερος..

εντεκα λεπτα

σε αντιθεση με οσους πληγωθει σε ενοπλες συγκρουσεις ,

οσοι εχουν πληγωθει απο την αγαπη ,δεν ειναι ουτε θυματα , ουτε δημιοι.

εχουν κανει μια επιλογη που ειναι κομματι της ζωης.

και ετσι πρεπει να ανταπεξελθουν στην αγωνια και την εκσταση που τους προκαλει η επιλογη τους.

κι οσοι δεν εχουν πληγωθει ποτε απο την αγαπη , δε θα μπορεσουν ποτέ τους να πουν ''εζησα'' , γιατι δεν εχουν ζησει.

η αγαπη ειναι παντα κανουρια.

δεν εχει σημασια αν αγαπας μια , δυο , τρεις , δεκα φορες στη ζωη σου-

βρισκεσαι παντα μπροστα σε μια αγνωστη κατασταση .

η αγαπη μπορει να μας οδηγησει στην κολαση η στον παραδεισο , αλλα μας οδηγει καπου.

πρεπει να τη δεχομαστε , γιατι τρεφεται απο την υπαρξη μας .

αν την αποφευγουμε , πεθαινουμε απο πεινα , ενω εχουμε κατω απο τα ματια μας κλαδια φορτωμενα απο καρπους...

στις οχθες του ποταμου Πιεδρα καθισα και εκλαψα

ενιωθα και παλι να κατακλυζομαι απο διψα για ζωη και ανακαλυψα πως το νοημα της ζωης μου ηταν εκεινο που εγω ηθελα να της δωσω...

Το πεμπτο βουνο

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Τα ποιηματα στο δρομο-Νικος Χουλιαρας

(απόσπασμα)

Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια ―όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.

Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.

Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.

Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.

Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.

Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».

Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι» καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.

Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.

από "Τα ποιήματα στο δρόμο", περιοδικό η Λέξη, Σεπτέμβρης - Οκτώβρης 1998

απο το http://portal.activeradio.gr/forum/index.php

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Δὲν ἐξήρχετο στεναγμὸς οὔτε πνοὴ ἀπὸ τὸ στόμα του. Τὸ στῆθος του δὲν ἐκολποῦτο. Θὰ ἔλεγες ὅτι ἀνέπνεε πρὸς τὰ ἔσω, ὅτι ἔζη μόνον ζωὴν ἐνδόμυχον.

Από το Έρως- Ήρως του Παπαδιαμάντη

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

...τότε τα εύθυμα κοράσια εκείνα έγιναν διά μιάς άφαντα από την ταράτσαν.

Τούτο το έκαμαν κάπως ως να εσπλαγχνίσθησαν τους πτωχούς μαθητάς της Γ’ τάξεως, οι οποίοι, μετά πόνου και σπαραγμού καρδίας θ’ ανέβαινον εις την παράδοσιν, τώρα ότε ήλθεν η σειρά των, ενόσω τα βασανάκια εκείνα ευρίσκοντο επί της ταράτσας. Οι μαθηταί ανέβησαν τότε με διπλήν λύπην, διά την θετικήν ταύτην και την αρνητικήν δυστυχίαν.

Από το "Ωχ!Βασανάκια" του Παπαδιαμάντη

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Όποιος αγάπησε μια φορά, όποιος για μια φορά τυλίχθηκε στις φλόγες, δεν κάνει να θεωρεί τον εαυτό του δυστυχή. Όποιος αγάπησε, κατάφερε μια φορά να εισέλθει στη μακαριότητα της αγάπης, βρίσκεται πια μέσα της και από δω και πέρα κάθε στέρηση , κάθε πόθος δεν είναι πια γι' αυτόν παρά το βάρος της πληρότητάς του! Ίσως αργότερα του γίνει πόνος, βάσανο, απελπισία, ίσως να μη μπορέσει να χρησιμοποιήσει τούτη την πληρότητα ή, για να είμαστε ακριβείς , να μη μπορέσει να τη χρησιμοποιήσει εκεί όπου αρχικά ζητήθηκε κι αναμενόταν. Δεν είναι ωστόσο ο νέος, που βρίσκεται πάντα στη θέση του "μαθητευόμενου μάγου" και, επικαλούμενος την καρδιά του ξυπνά δυνάμεις, θύελλες ολόκληρες, τις οποίες δεν είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει; Και απ' τις οποίες σώζεται (ίσως και πρέπει να σωθεί) για να τηρήσει το άλλο μέτρο της ζωής, το λογικό, το παραγωγικό, το φαινομενικά νηφάλιο, που αντιτίθεται στην αγάπη και περιστασιακά μόνο ανέχεται τις αισθήσεις, προκειμένου να εξισορροπήσει τις υπερβολικές εντάσεις της άλλης πλευράς.

από το βιβλίο "Η Σοφία του Ρίλκε"

Τροποποιήθηκε από nala

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΗ Σηκώνομαι το πρωί. Βγαίνω από το σπίτι μου. Υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο. Δεν τη βλέπω και πέφτω μέσα. Την επόμενη μέρα βγαίνω από το σπίτι μου, ξεχνάω ότι υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο και ξαναπέφτω μέσα. Την τρίτη μέρα βγαίνω απ΄ το σπίτι μου προσπαθώντας να θυμηθώ ότι υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο. Ωστόσο, δεν το θυμάμαι και πέφτω μέσα. Την τέταρτη μέρα βγαίνω απ΄ το σπίτι μου προσπαθώντας να θυμηθώ την τρύπα στο πεζοδρόμιο. Τη θυμάμαι και, παρόλα αυτά, δεν τη βλέπω και πέφτω μέσα. Την πέμπτη μέρα βγαίνω απ΄ το σπίτι μου. Θυμάμαι ότι πρέπει να έχω στο νου μου την τρύπα στο πεζοδρόμιο και περπατάω κοιτάζοντας κάτω. Την βλέπω και, παρόλο που τη βλέπω, πέφτω μέσα. Την έκτη μέρα βγαίνω απ΄ το σπίτι μου. Θυμάμαι την τρύπα στο πεζοδρόμιο. Πηγαίνω ψάχνοντάς την με τα μάτια μου. Την βλέπω, προσπαθώ να πηδήξω από πάνω, αλλά πέφτω μέσα. Την έβδομη μέρα βγαίνω απ΄ το σπίτι μου. Βλέπω την τρύπα. Παίρνω φόρα, πηδάω, φτάνω με την άκρη των ποδιών μου ως την άλλη μεριά, αλλά όχι αρκετά μακριά και πέφτω μέσα. Την όγδοη μέρα, βγαίνω απ΄ το σπίτ ι μου, βλέπω την τρύπα, παίρνω φόρα, πηδάω, φτάνω στην άλλη άκρη! Αισθάνομαι τόσο υπερήφανος που τα κατάφερα που χοροπηδάω από τη χαρά μου... Και, έτσι όπως χοροπηδάω, ξαναπέφτω μέσα. Την ένατη μερα, βγαίνω απ΄ το σπίτι μου, βλέπω την τρύπα, παίρνω φόρα, πηδάω και συνεχίζω το δρόμο μου. Τη δέκατη μέρα, σήμερα μόλις, συνειδητοποιώ ότι είναι πιο βολικό να περπατάω... στο απέναντι πεζοδρόμιο. Χόρχε Μπουκάι (Από το βιβλίο "Ιστορίες να σκεφτείς")

Τροποποιήθηκε από din@

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΗ Σηκώνομαι το πρωί. Βγαίνω από το σπίτι μου. Υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο. Δεν τη βλέπω και πέφτω μέσα. Την επόμενη μέρα βγαίνω από το σπίτι μου, ξεχνάω ότι υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο και ξαναπέφτω μέσα. Την τρίτη μέρα βγαίνω απ΄ το σπίτι μου προσπαθώντας να θυμηθώ ότι υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο. Ωστόσο, δεν το θυμάμαι και πέφτω μέσα. Την τέταρτη μέρα βγαίνω απ΄ το σπίτι μου προσπαθώντας να θυμηθώ την τρύπα στο πεζοδρόμιο. Τη θυμάμαι και, παρόλα αυτά, δεν τη βλέπω και πέφτω μέσα. Την πέμπτη μέρα βγαίνω απ΄ το σπίτι μου. Θυμάμαι ότι πρέπει να έχω στο νου μου την τρύπα στο πεζοδρόμιο και περπατάω κοιτάζοντας κάτω. Την βλέπω και, παρόλο που τη βλέπω, πέφτω μέσα. Την έκτη μέρα βγαίνω απ΄ το σπίτι μου. Θυμάμαι την τρύπα στο πεζοδρόμιο. Πηγαίνω ψάχνοντάς την με τα μάτια μου. Την βλέπω, προσπαθώ να πηδήξω από πάνω, αλλά πέφτω μέσα. Την έβδομη μέρα βγαίνω απ΄ το σπίτι μου. Βλέπω την τρύπα. Παίρνω φόρα, πηδάω, φτάνω με την άκρη των ποδιών μου ως την άλλη μεριά, αλλά όχι αρκετά μακριά και πέφτω μέσα. Την όγδοη μέρα, βγαίνω απ΄ το σπίτ ι μου, βλέπω την τρύπα, παίρνω φόρα, πηδάω, φτάνω στην άλλη άκρη! Αισθάνομαι τόσο υπερήφανος που τα κατάφερα που χοροπηδάω από τη χαρά μου... Και, έτσι όπως χοροπηδάω, ξαναπέφτω μέσα. Την ένατη μερα, βγαίνω απ΄ το σπίτι μου, βλέπω την τρύπα, παίρνω φόρα, πηδάω και συνεχίζω το δρόμο μου. δέκατη μέρα, σήμερα μόλις, συνειδητοποιώ ότι είναι πιο βολικό να περπατάω... στο απέναντι πεζοδρόμιο. Χόρχε Μπουκάι (Από το βιβλίο "Ιστορίες να σκεφτείς")

emiloveyou

Yes, yes.... Μα γιατί να έχει ΤΟΣΟ δίκιο??

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Για την Νο387 επίσχεση και τις απλήρωτες εφημερίες το έγραψε; :)

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Οι γάτοι

Ευτυχισμένοι και ράθυμοι ,χωρίς ηθική και χωρίς εργασία, κυρτώνουν το τόξο της ράχης τους πάνω στους πύργους των βιβλίων μας –οι γάτοι.

Του Αρίστιππου του Κυρηναίου οπαδοί, αφήνουν της ηθικής το πρόβλημα να βασανίζει το σκύλο του σπιτιού. Απ’ την αγάπη μας κρατούν το χάδι, για να πετάξουν το υπόλοιπο. Γρατσουνίζουν μόλις νιώσουν πως τους αγαπήσαμε πολύ.

Χωρίς τον ίλιγγο της ακροβασίας, χωρίς το σκοτάδι και χωρίς την κραυγή του ανέμου, ο έρωτας γι’ αυτούς αξίζει κάθε περιφρόνηση.

Πιστεύουν στη ζωή, χωρίς να ρωτήσουν αν υπάρχει καλύτερη. Υπομένουν και τις εφτά ψυχές τους! Για να τιμωρήσουν την ασκήμια της γειτόνισσας που τους φαρμάκωσε, ξέρουν μ ’ένα πήδημα να βρεθούν απ’ τον Άδη στα πόδια της και να την τρομάξουν.

Όταν το καναρίνι μας λησμονήσει πως υπάρχει μέτρο στην τέχνη , αυτοί έχουν θάρρος ,χιμώντας στο κλουβί, να πνίξουν το τραγούδι και να ξαναφέρουν γύρω μας τη γόνιμη σιωπή.

Ο πράσινος λύχνος της ματιάς τους καίει τα μεσάνυχτα στον τάφο του Baudelaire.

Το λιοντάρι που τους έδωσε τη στάση του, η λεοπάρδαλη που τους χάρισε τη γούνα της, πρόγονοι βασιλικοί βηματίζουν στον ύπνο των γάτων –και τότε οι γάτοι ξυπνώντας, σηκώνουν περήφανα το κεφάλι και δοκιμάζουν τα νύχια τους για πόλεμο.

Κι όμως , όταν χαϊδεύονται από γυναίκες που κλάψανε πολύ, όταν κοιμούνται στα γόνατα των προδομένων απ’ τη μοίρα, οι γάτοι αφήνουν την καμπύλη της ράχης τους να γλιστρά με ηδονή κάτω απ’ το χάδι της αδυναμίας –κι ανάβει στο ηλεκτρικό τρίχωμά τους η ηθική σπίθα!

Από τη συλλογή διηγημάτων "Πεζοί Ρυθμοί" του Ζαχαρία Παπαντωνίου

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Ερχόταν ο γιατρός, ένας γέρος Γερμανός, Άιζενσμιτ τον λέγανε:

-Τι λέτε λοιπόν γιατρέ; Θα ζήσω ακόμα καμιά μέρα; αστειευόταν αυτός.

- Όχι μονάχα μία, μα πολλές, απαντούσε ο γιατρός ,και μήνες και χρόνια!

- Τι να τους κάνεις τους μήνες και τα χρόνια, αναφωνούσε αυτός. Για ποιο λόγο να μετράμε τις μέρες; Και μια μέρα φτάνει για να γνωρίσει ο άνθρωπος όλη την ευτυχία. Καλοί μου. Γιατί να μαλώνουμε και να παινευόμαστε ο ένας μπροστά στον άλλον και να μηνσικακούμε; Ας πάμε στον κήπο κι ας παίξουμε αγαπώντας, επαινώντας και φιλώντας ο ένας τον άλλον κι ευλογώντας τη Ζωή.

-Δε θα ζήσει πολύ, ψιθύρισε ο γιατρός στη μητέρα όταν εκείνη τον συνόδευε ως την εξώπορτα. Αρχίζει να χάνει τα λογικά του.

Από τους Aδελφούς Καραμαζώφ του Ντοστογιέφσκι

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους
emarup Το καλυτερο εργο λογοτεχνιας ολων των εποχων παγκοσμιως. Keep reading! emgoal

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Οι γάτοι

Ευτυχισμένοι και ράθυμοι ,χωρίς ηθική και χωρίς εργασία, κυρτώνουν το τόξο της ράχης τους πάνω στους πύργους των βιβλίων μας –οι γάτοι.

Του Αρίστιππου του Κυρηναίου οπαδοί, αφήνουν της ηθικής το πρόβλημα να βασανίζει το σκύλο του σπιτιού. Απ’ την αγάπη μας κρατούν το χάδι, για να πετάξουν το υπόλοιπο. Γρατσουνίζουν μόλις νιώσουν πως τους αγαπήσαμε πολύ.

Χωρίς τον ίλιγγο της ακροβασίας, χωρίς το σκοτάδι και χωρίς την κραυγή του ανέμου, ο έρωτας γι’ αυτούς αξίζει κάθε περιφρόνηση.

Πιστεύουν στη ζωή, χωρίς να ρωτήσουν αν υπάρχει καλύτερη. Υπομένουν και τις εφτά ψυχές τους! Για να τιμωρήσουν την ασκήμια της γειτόνισσας που τους φαρμάκωσε, ξέρουν μ ’ένα πήδημα να βρεθούν απ’ τον Άδη στα πόδια της και να την τρομάξουν.

Όταν το καναρίνι μας λησμονήσει πως υπάρχει μέτρο στην τέχνη , αυτοί έχουν θάρρος ,χιμώντας στο κλουβί, να πνίξουν το τραγούδι και να ξαναφέρουν γύρω μας τη γόνιμη σιωπή.

Ο πράσινος λύχνος της ματιάς τους καίει τα μεσάνυχτα στον τάφο του Baudelaire.

Το λιοντάρι που τους έδωσε τη στάση του, η λεοπάρδαλη που τους χάρισε τη γούνα της, πρόγονοι βασιλικοί βηματίζουν στον ύπνο των γάτων –και τότε οι γάτοι ξυπνώντας, σηκώνουν περήφανα το κεφάλι και δοκιμάζουν τα νύχια τους για πόλεμο.

Κι όμως , όταν χαϊδεύονται από γυναίκες που κλάψανε πολύ, όταν κοιμούνται στα γόνατα των προδομένων απ’ τη μοίρα, οι γάτοι αφήνουν την καμπύλη της ράχης τους να γλιστρά με ηδονή κάτω απ’ το χάδι της αδυναμίας –κι ανάβει στο ηλεκτρικό τρίχωμά τους η ηθική σπίθα!

Από τη συλλογή διηγημάτων "Πεζοί Ρυθμοί" του Ζαχαρία Παπαντωνίου

emiloveyou

Dio ha creato il gatto per permettere all'uomo di poter accarezzare una tigre... (Richelieu - Fernand Méry)

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

περι αγαπης και ερωτα

πως μπαινει φως σε ενα σπιτι?

αν ειναι ανοιχτα τα παραθυρα

πως μπαινει φως σε εναν ανθρωπο?

αν ειναι ανοιχτη η πορτα του ερωτα.

ολη μου τη ζωη , αντιλαμβανομουν τον ερωτα σαν ενα ειδος θεληματικης σκλαβιας

Ψεμα-η ελευθερια υπαρχει μονο οταν ειναι παρων ο ερωτας.

οποιος παραδινεται απολυτα , οποιος νιωθει ελευθερος , αγαπαει το μεγιστο βαθμο.

κι οποιος αγαπαει το μεγιστο βαθμο , νιωθει ελευθερος..

εντεκα λεπτα

σε αντιθεση με οσους πληγωθει σε ενοπλες συγκρουσεις ,

οσοι εχουν πληγωθει απο την αγαπη ,δεν ειναι ουτε θυματα , ουτε δημιοι.

εχουν κανει μια επιλογη που ειναι κομματι της ζωης.

και ετσι πρεπει να ανταπεξελθουν στην αγωνια και την εκσταση που τους προκαλει η επιλογη τους.

κι οσοι δεν εχουν πληγωθει ποτε απο την αγαπη , δε θα μπορεσουν ποτέ τους να πουν ''εζησα'' , γιατι δεν εχουν ζησει.

η αγαπη ειναι παντα κανουρια.

δεν εχει σημασια αν αγαπας μια , δυο , τρεις , δεκα φορες στη ζωη σου-

βρισκεσαι παντα μπροστα σε μια αγνωστη κατασταση .

η αγαπη μπορει να μας οδηγησει στην κολαση η στον παραδεισο , αλλα μας οδηγει καπου.

πρεπει να τη δεχομαστε , γιατι τρεφεται απο την υπαρξη μας .

αν την αποφευγουμε , πεθαινουμε απο πεινα , ενω εχουμε κατω απο τα ματια μας κλαδια φορτωμενα απο καρπους...

στις οχθες του ποταμου Πιεδρα καθισα και εκλαψα

ενιωθα και παλι να κατακλυζομαι απο διψα για ζωη και ανακαλυψα πως το νοημα της ζωης μου ηταν εκεινο που εγω ηθελα να της δωσω...

Το πεμπτο βουνο

Ναι.

emrose emrose emrose

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

-Πέταξα την ψυχή μου στα σκυλιά, Γεδεών. Δεν ορίζω τα βήματά μου τώρα. Στάχτες έχω μέσα μου. Σκοτάδια.

-Μου ‘φεραν ένα τσίπουρο αριστούργημα. Περίμενε να σου φέρω λίγο.

-Απάντηση θέλω σ’ αυτά που σου λέω. Γι’ αυτό ανέβηκα ως εδώ. Είσαι ο φίλος μου. Σ’ εμπιστεύομαι. Δείξε μου ένα μονοπάτι να ξεφύγω.

-Χμ…

Τα μάτια του γέρου σκοτείνιασαν. Δυο θαλασσινές σπηλιές μέσα στ’ απόβραδο.

-Και τι ξέρω εγώ νομίζεις να σ’ απαντήσω; Δοκίμασε αυτό το τσίπουρο. Είναι πρώτο πράμα… Να σου πω κάτι , Φώτη; Σ’ αγαπώ πολύ.

- Πνίγομαι. Πρέπει να βγω απ’ αυτή τη μαυρίλα. Πρέπει, Γεδεών! Βοήθησέ με.

- Αύριο, θα’ ναι μια καινούρια μέρα, αγόρι μου. Πλύσου, χτενίσου, ψιθύρισε ένα τραγουδάκι και ξεκίνα. Δεν ξέρω τίποτ’ άλλο να σου πω. Έζησα τόσα χρόνια σ’ αυτή τη γη. Δεν αρνήθηκα ποτέ τα λάθη μου. Δε γουστάρω τους ανθρώπους που είναι ατσαλάκωτοι. Αξίζει να ζεις μέσα στη γυάλα, από φόβο μην πληγωθείς; Αξίζει να βάζεις αμπάρες στην ψυχή σου, από φόβο μην μπει κανείς και σε ληστέψει; Ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα. Κι όταν τσακίζεσαι, να ‘χεις το θάρρος να λες: Με γεια μου με χαρά μου. Φτου κι απ’ την αρχή τώρα. Όχι κακομοιριές και κλαψούρες. Η ζωή είναι όμορφη, παλικάρι μου, μόνο όταν τη ζεις. Όταν κυλιέσαι μαζί της. Πότε σε λασπουριές και πότε σε ροδοπέταλα. Κράτα τις αναμνήσεις σου και προχώρα… Μια περιπλάνηση είναι το διάβα μας σ’ αυτό τον κόσμο. Μια περιπλάνηση ανάμεσα ουρανού και γης. Άντε να πιούμε και το τελευταίο. Έχω να σηκωθώ νωρίς αύριο. Πρέπει να κλαδέψω τις τριανταφυλλιές. Αλλιώς, πώς θα θυμάμαι το χαμόγελο αυτηνής της κακούργας της Μελπομένης;

-Σ’ ευχαριστώ Γεδεών.

- Γεια σου, παλιόπαιδο. Κι όρτζα τα πανιά. Μην πιάνεις μούχλα στα λιμάνια. Έτσι;

Από το Χρώμα του Φεγγαριού της Αλκυόνης Παπαδάκη

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Του Νίκου Καββαδία. Από το "Ημερολόγιο ενός Τιμονιέρη".

Ταξιδιωτικαί Αναμνήσεις

ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

Η ΓΕΜΑΤΗ ΦΩΣ ΚΑΙ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Είδα την Αλεξάνδρεια μια καλοκαιριάτικη μέρα, σκεπασμένη από μιαν άχνην φωτός που έλεγες πώς έβγαινε από εκείνην… Μου έδωσε από μακριά την εντύπωσιν μιας γυναίκας που εβαρέθηκεν ν’ ακούει εκμυστηρεύσεις και ξαπλωμένη καπνίζει όπιο και χασίς χωρίς να μεθάει…

Πηγαίνοντας στην Αλεξάνδρεια ήθελα να πραγματοποιήσω κι ένα παλιό όνειρό μου , που πολλές φορές με βασάνισε. Να γνωρίσω τον ποιητή που έχει συνδέσει το μυστήριό του με το μυστήριο της ηδονικής πόλεως, τον Κ. Π. Καβάφη. Πέρασα πολλές φορές από το σπίτι που μου είπαν πως κάθεται και τον οραματίστηκα σκυμένον, να γράφει στο σκοτεινό του δωμάτιο. Όμως δεν πήγα. Πρέπει ν’ αφήνει κανείς μιαν επιθυμίαν του ανεκπλήρωτη. Πρέπει κανείς ν’ αφήνει κάτι τι να τον βασανίζει.

*

Όταν αισθανθείς ένα πράγμα βαθιά, δεν μπορείς ποτέ καλά να το εξωτερικεύσεις. Το μεγαλύτερο μέρος το κρατεί εγωιστικά ο εαυτός σου. Αν μπορούσα να γράψω ότι είδα στην Αλεξάνδρεια θα γέμιζα φύλλα και φύλλα. Το μόνο που μπορώ να πω είναι πως είναι μια πολιτεία που σα μια πεισματάρα γυναίκα κρατεί φυλαγμένο το εύκολο μυστικό της…

*

Το βράδυ, όταν εφύγαμε , κοιτάζοντας την πολιτεία με τα πολύχρωμα φωτερά μάτια , που ελάμπανε, μου φάνηκε πως γνώρισα μέσα σ’ αυτά τα γεμάτα μυστήριο μάτια της Βασίλισσας Κλεοπάτρας.

Φεβρουάριος 1932

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Είναι πάντοτε δύσκολο να γεννηθείς… το πουλί καταβάλλει προσπάθεια να βγει απ’ το αυγό… πρέπει να βρεις το όνειρό σου, τότε ο δρόμος γίνεται εύκολος. Δεν υπάρχει όμως κανένα διαρκές όνειρο, το ένα διαδέχεται το άλλο και δεν πρέπει να θέλεις να κρατήσεις κάποιο για πάντα.

Από το "Ένα θαύμα κάθε αρχή την κατοικεί" του Έρμαν Έσσε

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Ενώ σάλευε ακόμα τη δύναμή του ο πλάτανος και το πράσινό του ήταν σαν καμπάνα της χαράς που χτυπά στο διάστημα, τα στρογγυλά σύννεφα του φθινοπώρου υψώθηκαν ακίνητα στον ορίζοντα – και τον κοίταξαν.

Τότε άρχισε να ετοιμάζεται για το θάνατο.

Τα πρώτα φύλλα του που κιτρίνισαν, σαν μάτια που άνοιξαν στο φως της αλήθειας, είδαν το άπειρο που τον περίμενε – κι ο πλάτανος ανατρίχιασε στη σκέψη πως θα γνωρίσει το σκοπό του.

Απ’ το ρυάκι που τον ποτίζει δεν παίρνει πλέον τίποτε υλικό. Ακούει μονάχα το τραγούδι του νερού στο φεγγάρι.

Λίγο- λίγο κιτρίνιζε. Λίγο –λίγο έφταναν στα κλαριά του χρυσοί στοχασμοί. Ώσπου μια μέρα, κρατώντας ολάκερο το θησαυρό του, άστραψε μες στον σκοτεινό Δεκέμβρη κι έστησε μες στο πάρκο τον χρυσό πολυέλαιο του μαρασμού του ακίνητο. Ούτ’ ένα φύλλο δεν του έμεινε πράσινο – τίποτα πια δεν του θυμίζει τον κόσμο.

Σαν άγγιξε έτσι την τελειότητα, έριξε το πρώτο του μαραμένο φύλλο – μήνυμα πως είν’ έτοιμος.

Και τ’ άλλα φύλλα, βλέποντας εκείνο με ποια γαλήνη ξεκίνησε, φρόντισαν να πεθάνουν σύμφωνα με την ενθύμησή του. Δίχως τη βοήθεια του ανέμου, αποχαιρετώντας το κλαδί και σταματώντας για μια στιγμή στον αέρα, σαν πουλί που ζυγιάζει τα φτερά του, έπεφταν με κίνημα άξιο των ψυχών που γνώρισαν το Μοιραίο και δεν έχουν γελαστεί.

"O πλάτανος" από τη συλλογή "Πεζοί Ρυθμοί" του Ζαχαρία Παπαντωνίου

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Ναι, το είδα τότε αυτό το όνειρο, το όνειρό μου της τρίτης Νοεμβρίου! Αυτοί με κοροϊδεύουν τώρα και λένε πως ολ’ αυτά δεν ήταν παρά ένα όνειρο μονάχα.

Μα τι σημασία έχει λοιπόν; Μήπως το ίδιο δεν κάνει αν ήταν ή δεν ήταν όνειρο μια και αυτό το όνειρο μου φανέρωσε την Αλήθεια; Αφού σαν τύχει και μάθεις μια φορά την αλήθεια και τη δεις, το ξέρεις πια πως αυτή είναι η αλήθεια κι άλλη δεν υπάρχει, άσχετο αν κοιμάσαι ή ζεις. Ε, ας είναι όνειρο, λοιπόν, ας είναι, όμως αυτή τη ζωή που τόσο την εκθειάζετε, εγώ ήθελα να τη σβήσω με την αυτοκτονία και τ’ όνειρό μου, τ’ όνειρό μου – ω, μου φανέρωσε μια καινούρια, μεγάλη , ανανεωμένη, ρωμαλέα ζωή!

(Από το « Όνειρο ενός γελοίου» , του Ντοστογιέβσκη)

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Επισκέπτης
Απάντησε σε αυτό το θέμα...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Sign in to follow this  

×
×
  • Δημιουργία νέας...