Jump to content
Sign in to follow this  
tik-tak

Ρεμπέτικο

Recommended Posts

Μια ενότητα

για τους ..ρεμπετολάτρεις της ιστοσελίδας μας!!!

post-386-1177748305_thumbjpg

εδώ θα φιλοξενούνται στιχοι τραγουδιων,φωτογραφίες,πληροφορίες,διευθυνσεις στο διαδικτυο,βιβλιογραφια

και καθετι που εχει σχέση με το ρεμπέτικο τραγουδι,μα...περισσότερο απ'ολα θα φιλοξενουνται

τα σχολιά σας και οι δικές σας απόψεις ,γιατί....

 

"Είσαστε αλάνια, διαλεχτά παιδιά μέσα στην πιάτσα

και δεν την τρομάζουν οι φουρτούνες τη δική σας ράτσα"

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Απαρχές – κοινωνικό και μουσικό κλίμα

Οι απαρχές του ρεμπέτικου έχει προταθεί πως συνδέονται με τα τραγούδια των φυλακών. Η πρώτη αναφορά στα τραγούδια των φυλακών εντοπίζεται στα μέσα του 19ου αιώνα. Στα 1850 ο Γάλλος ευγενής Αππέρ επισκέφτηκε την Ελλάδα για να μελετήσει το πρόβλημα των οθωνικών φυλακών και αναφέρθηκε και στα τραγούδια που ακούγονταν σ' αυτές. Στα τραγούδια των φυλακών αναφέρθηκαν και άλλοι όπως ο Παπαδιαμάντης, ο Δάφνης και ο Καρκαβίτσας ο οποίος επισκέπτεται το Μοριά το 1890 και καταγράφει το 1891 στο περιοδικό "Εστία" (περιοδικό που εξέδιδε ο Γ. Δροσίνης) αρκετά από αυτά.

Το 1871 ιδρύεται το Ωδείο Αθηνών και την ίδια χρονιά ανοίγει το πρώτο καφέ-σαντάν στην Αθήνα. Το 1873 ανοίγει το πρώτο καφέ-σαντούρ (από το 1886 τα καφέ-σαντούρ ονομάζονται καφέ-αμάν). Στα 1880 η Αθήνα είχε χωριστεί στα δύο. Από τη μια μεριά βρίσκονταν οι "εραστές της ασιάτιδος μούσης" και από την άλλη όσοι πίστευαν πως οι αμανέδες δεν είχαν τίποτε το ελληνικό. Συζητήσεις για την ανατολίτικη μουσική άνοιξαν πολλές. Έως το 1886 η Αθήνα θα έχει κατακλυστεί από καφέ αμάν. Η απόλυτη κυριαρχία του αμανέ θα κρατήσει δέκα χρόνια. Προς το τέλος του αιώνα παρατηρείται η παρακμή των καφέ-αμάν, η εμφάνιση του θεάτρου σκιών και της αθηναϊκής επιθεώρησης.

Η ζωή στην Ελλάδα, κατά την περίοδο εκείνη, καθοριζόταν από παράγοντες όπως η εσωτερική και η εξωτερική μετανάστευση, ο διπλασιασμός του ελλαδικού εδάφους το 1912 και η Μικρασιατική καταστροφή του 1922. Τα τραγούδια των προσφύγων, οι οποίοι προέκυψαν από την Μικρασιατική Καταστροφή, σε συνδυασμό με τα δημοτικά, τα νησιώτικα και τα μουσικά είδη που αναφέρθηκαν πιο πάνω αποτέλεσαν το υπόστρωμα που οδήγησε στην δημιουργία των ρεμπέτικων.

Τα ρεμπέτικα είναι κατεξοχήν τραγούδια των πόλεων και ιδιαίτερα των λιμανιών, όπως Σμύρνη, Πόλη, Σύρος, Θεσσαλονίκη, Πειραιάς.

Περίοδοι του ρεμπέτικου

Μέχρι 1938

Τα πρώτα ρεμπέτικα αναφέρονται κυρίως σε παραβατικές πράξεις και σε ερωτικές σχέσεις ενώ το κοινωνικό στοιχείο στην θεματική είναι περιορισμένο.

Στην περίοδο αυτή κυριαρχεί το πειραιώτικο στυλ με κυριότερο εκφραστή τον Μάρκο Βαμβακάρη.Παράλληλα αρχίζουν να γράφουν ρεμπέτικα και οι Σμυρνιοί συνθέτες. Το 1937 εμφανίζεται ο Βασίλης Τσιτσάνης και περίπου την ίδια περίοδο και ο Μανόλης Χιώτης. Το 1938 επιβάλλεται από το καθεστώς του Μεταξά λογοκρισία. Το περιεχόμενο αλλάζει αναγκαστικά. Οι αναφορές στο χασίσι, στους τεκέδες και στους ναργιλέδες εκλείπουν.

1938- περ. 1960

Τραγούδια γράφονται και κατά τη διάρκεια της κατοχής δεν περνάνε όμως στη δισκογραφία γιατί τα εργοστάσια παραμένουν κλειστά μέχρι το 1946. Από τη στιγμή αυτή κυριαρχεί ο Βασίλης Τσιτσάνης μαζί με την Μαρίκα Νίνου, ο Μανόλης Χιώτης, ο Γιώργος Μητσάκης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου. Οι περισσότεροι παλιοί ρεμπέτες μένουν όμως στο περιθώριο. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής πεθαίνουν αρκετοί από τους Σμυρνιούς συνθέτες (πχ. Παναγιώτης Τούντας), οι άλλοι όμως, του πειραιώτικου, είναι εν ζωή και με δυσκολία προσπαθούν να συντηρήσουν τους εαυτούς τους. Ο Μάρκος Βαμβακάρης αναφέρει στην αυτοβιογραφία του πως "έτρεχε στα νησιά και στα πανηγύρια". Στην δεκαετία του 1950 εμφανίζονται νέοι τραγουδιστές όπως ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Σωτηρία Μπέλλου.

Το ρεμπέτικο βρίσκει απήχηση σε όλο και μεγαλύτερα στρώματα του πληθυσμού.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 οι περισσότεροι ερευνητές τοποθετούν τον θάνατο του ρεμπέτικου

1960 και μετά

Στη δεκαετία του 1960 νεκρανασταίνεται το ρεμπέτικο. Τα άρθρα που γράφτηκαν, οι φιλότιμες προσπάθειες αρκετών φοιτητών, ο κορεσμός του κόσμου από τα ινδικά, η ηχογράφηση του Επιτάφιου του Θεοδωράκη το 1960, είχαν ως αποτέλεσμα οι δισκογραφικές εταιρείες να αρχίσουν να ηχογραφούν εκ νέου ρεμπέτικα. Ηχογραφήθηκαν μερικά παλιά κυρίως με τις φωνές του Γρηγόρη Μπιθικώτση και της Σωτηρίας Μπέλλου. Ρεμπέτες όπως ο Μάρκος και ο Στράτος ξαναβρήκαν δουλειά στα μαγαζιά. Εν τω μεταξύ άρχισαν να διοργανώνονται ρεμπέτικες μουσικές βραδιές όπου ο κόσμος, κυρίως φοιτητές, είχε την ευκαιρία να γνωρίσει παλιούς ρεμπέτες.

Το 1968 κυκλοφορεί το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου "Ρεμπέτικα Τραγούδια". Το βιβλίο που, μάλλον, καθιέρωσε τον όρο "ρεμπέτικα" για τα τραγούδια αυτά.

Τη δεκαετία του 1980 γυρίζονται ταινίες (Ρεμπέτικο του Κ. Φέρρη με τραγούδια των οποίων η θεματολογία και η μουσική προσομοιάζουν σε αυτά των ρεμπέτικων.), τηλεοπτικές σειρές (Μινόρε της Αυγής), επιθεωρήσεις (Μινόρε της Αλλαγής).

Το ρεμπέτικο καταχωρίζεται ως έγκυρο μουσικό είδος σε έγκυρα διεθνή εγχειρίδια μουσικολογίας (The New Grove Dictionary of Music and Musicians, The New Oxford Companion to Music).

Ιδρύονται μουσεία, διοργανώνονται συνέδρια, εγκρίνονται μεταπτυχιακές και διδακτορικές διατριβές.

(από: http://www.rebetiko.gr/history/eisagogi.asp )

***************************

Περίοδος Α: από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι το 1922

Από την πρώτη περίοδο εμφανίζονται και καταγράφονται και τα δύο είδη ρεμπέτικων τραγουδιών. Δηλαδή αυτά που εμφανίζονται στην Ελλάδα, με αντιπροσωπευτικά όργανα, τα όργανα κλειστού χώρου (φυλακής, τεκέ, ταβέρνας), όπως ο ταμπουράς ή αργότερα το μπουζούκι και ο μπαγλαμάς –με καταφανή την προέλευσή τους από ορισμένα είδη του δημοτικού τραγουδιού- και τα οποία ανεξαρτητοποιούνται και φτάνουν σε πιο ολοκληρωμένες μορφές στις αρχές του 20ου αιώνα και στις πρώτες δεκαετίες του. Το δεύτερο είδος, που προηγείται χρονικά, αφορά τραγούδια των αστικών κέντρων των περιοχών με ελληνικούς πληθυσμούς που βρίσκονται κάτω από Οθωμανική ή άλλη κατοχή. Αυτά τα κέντρα είναι η Σμύρνη, η Πόλη, Θεσσαλονίκη, Αλεξάνδρεια, Κάιρο κ.α. Κύρια όργανα για την περιοχή της Σμύρνης έχουμε το βιολί, το ούτι, το κανονάκι, το σαντούρι και την κιθάρα, για δε την περιοχή της Πόλης, έχουμε την εναλλαγή του βιολιού με την πολίτικη λύρα. Τα τραγούδια είναι κυρίως τραγούδια των μαχαλάδων και ακούγονται στα σοκάκια, στα χάνια, στις ταβέρνες και στα λαϊκά κέντρα των πόλεων που αναφέραμε. Η θεματολογία τους απευθύνεται σε ευρύτερη λαϊκή βάση

Στην περίοδο αυτή έχουμε και το γεγονός της μετανάστευσης στις Η.Π.Α. Ένα γεγονός που παίρνει τεράστιες διαστάσεις από το1890 μέχρι το 1924.

Περίοδος Β: Από το 1922 έως το 1945. Ανάπτυξη, εξάπλωση. Ποιοτικό άλμα

Τα δύο είδη συνυπάρχουν –αναγκαστικά- θα ακολουθήσουν μια κοινή πορεία, με συνεχείς αλληλεπιδράσεις του ενός είδους πάνω στο άλλο. Ο ενωτικός κρίκος είναι οι άθλιες συνθήκες ζωής στα «γκέτο» των προσφυγικών παραγκοπόλεων. Κάτω από αυτές τις συνθήκες τα ρεμπέτικα της κυρίως Ελλάδας θα φτάσουν να πάρουν στις συνοικίες του Πειραιά τη μορφή που αναγνωρίζουμε στα τραγούδια του Μάρκου, του Μπατη, του Δελιά, του Γιοβάν Τσαούς κ.α. Η θεματολογία τους παρόμοια με αυτή της πρώτης περιόδου, διευρύνεται προς τα ναρκωτικά για να πάρει τεράστια έκταση από το 1932-1937 αφού η συνειδητοποίηση και η αίσθηση της κοινωνικής και πολιτιστικής απομόνωσης κάνει πολλά από αυτά τα τραγούδια μια σπαραχτική φωνή απόγνωσης, απελπισίας και εγκατάλειψης.

Το σμυρναίικο τραγούδι θα υποστεί και αυτό σημαντικές αλλαγές και η θεματολογία του θα φτάσει να είναι σχεδόν ίδια με αυτή των ρεμπέτικων της απελευθερωμένης Ελλάδας. Με αυτή τη νέα μορφή μας γίνεται γνωστό μέσα από τα τραγούδια των Τούντα, Σκαρβέλη, Παπάζογλου, Σέμση, Ογδοντάκη, Καρίπη, Ασίκη κ.α.

Το 1937 είναι σταθμός στην ιστορία του ρεμπέτικου γιατί τότε επιβάλλετε η μεταξική λογοκρισία και στους στίχους και στην μουσική. Οι δημιουργοί ήταν αναγκασμένοι ή να αυτολογοκρίνονται ή να σταματήσουν να ηχογραφούν. Το αποτέλεσμα ήταν ο αναγκαστικός «εξευρωπαϊσμός» του ρεμπέτικου.

Περίοδος Γ: Από το 1945 έως το 1960 και μετά

Στην Τρίτη περίοδο έχουμε τον θάνατο σχεδόν όλων των βασικών συνθετών του σμυρναϊκου ρεμπέτικου. Επικρατεί το ευρωπαϊκό στυλ, προστίθεται η τέταρτη χορδή στο μπουζούκι, κατοχυρώνεται η ύπαρξη και η λειτουργία οργάνων μόνο με ευρωπαϊκά διαστήματα όπως η κιθάρα, το ακορντεόν, το πιάνο, εξαφανίζεται σιγά σιγά ο μπαγλαμάς. Το ρεμπέτικο μας παρουσιάζεται μέσα από τα τραγούδια των Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου, Μητσάκη, Χιώτη κ.α.

Περίοδος Δ 1955 μέχρι σήμερα.

Γύρω στο 1955 εξέλιπαν οριστικά οι κοινωνικές συνθήκες που δημιούργησαν το ρεμπέτικο και έτσι έπαψε να υπάρχει και από πλευράς δημιουργίας. Εξαίρεση μερικές αναλαμπές.

Μετατροπή του λαϊκού τραγουδιού σε καταναλωτικού προϊόν. Παρεμβάσεις των μέσων μαζικής επικοινωνίας. Πρωταγωνιστικός ρόλος στους τραγουδιστές που «βαπτίζονται» συνθέτες. Αντιγραφή ξένων μελωδιών. Σποραδικές λαϊκές δημιουργίες.

(από : Κέντρο Έρευνας και Μελέτης των Ρεμπέτικων Τραγουδιών )

*************************

Το ρεμπέτικο στις Η.Π.Α.

Τα χρόνια που ακολούθησαν την Μικρασιατική καταστροφή, αλλά και πριν από αυτήν, μεγάλος αριθμός Ελλήνων μεταναστεύεσε στις Η.Π.Α., μεταφέροντας εκεί τη μουσική παράδοση της Σμύρνης, αλλά και το ρεμπέτικο. Ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα ηχογραφούνται από αμερικάνικες εταιρίες σμυρναίικα και δημοτικά τραγούδια.

Το 1919 ιδρύονται οι πρώτες ελληνικές δισκογραφικές εταιρίες και από τα μέσα της δεκαετίας του '20 υπάρχουν ηχογραφήσεις τραγουδιών τα οποία μπορούν να θεωρηθούν ρεμπέτικα, πριν ακόμα αρχίσουν οι ηχογραφήσεις στην Ελλάδα. Μέχρι και το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο γράφονται και ηχογραφούνται αρκετά πολύ αξιόλογα κομμάτια, ενώ ενώ η συνεργασία ελλήνων με ξένους μουσικούς δίνει πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα.

(από : Κέντρο Έρευνας και Μελέτης των Ρεμπέτικων Τραγουδιών )

[...Αυτό που τραβάει την προσοχή στα τραγούδια αυτά είναι το ιδίωμα των gringlish.

Μη έχοντας την ικανότητα να αφομοιώσουν πλήρως την αγγλική γλώσσα και νιώθοντας μέσα τους ακόμη ισχυρό το μητρικό γλωσσικό αίσθημα, οι Έλληνες μετανάστες έδωσαν ελληνική μορφολογία σε αμερικανικές λέξεις και φράσεις ή μιλούσαν αγγλικά με ελληνικό τρόπο δημιουργώντας ένα νέο κώδικα επικοινωνίας, εντελώς μοναδικό και ιδιότυπο.

Έτσι, για παράδειγμα, το elevator (ανελκυστήρας) μετατράπηκε σε αλεβέτα, το mistake (λάθος) σε μιστέκι, το bill (λογαριασμός) σε μπίλι, το boss (αφεντικό) σε μπόσης, το cheap (φτηνό) σε τσίπικο, το park (πάρκο) σε πάρκι, το track (ιπποδρόμιο) σε τράκι, το shoeshine (λούστρος) σε σαϊνάς, το club (κλαμπ) σε κλόμπι κ.ά....]

( από: http://www.tanea.gr/Article.aspx?d=19970913&nid=3980318  )

***************************

ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ

Το λαϊκό τραγούδι στις ρεμπέτικες καταβολές του

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος

Ερμηνεία: Τάκης Μπίνης, Νίκος Δημητράτος,Κώστας Τσίγκος, Κώστας Ματζόπουλος, Νίκος

Μαραγκόπουλος,Σταύρος Ξαρχάκος, Σωτηρία Λεονάρδου

CBS 1983

Στις αρχές της δεκαετίας του ' 80 ο σκηνοθέτης Κώστας Φέρρης και ο παραγωγός Τάκης Ζερβουλάκος σχεδιάζουν τη δημιουγία μιας ταινίας που να διατρέχει την ιστορία του ρεμπέτικου - λαϊκού τραγουδιού.

Αναθέτουν στον Σταύρο Ξαρχάκο τη σύνθεση των τραγουδιών της ταινίας και ο συνθέτης προτείνει για τους στίχους τον Νίκο Γκάτσο. Οι δύο δημιουργοί έχουν συμπράξει κατά το παρελθόν, στους δίσκους « Ένα Μεσημέρι « (1966), « Νυν και Αεί « (1974) και σε κάποια τραγούδια για τη φωνή του Νίκου Ξυλούρη, έχουν όμως να συνεργαστούν σχεδόν μια δεκαετία.

Συνθέτης και στιχουργός παραλαμβάνουν το σενάριο του Φέρρη και στηρίζουν σ' αυτό τη θεματολογία των τραγουδιών τους.

Ο Σταύρος Ξαρχάκος δίνει μελωδίες στον Νίκο Γκάτσο κι εκείνος γράφει τους στίχους στα μέτρα των μελωδιών.

Έτσι, προκύπτουν τα τραγούδια Το δίχτυ, Μάνα μου Ελλάς, Μπουρνοβαλιά, Στην Αμφιάλη, Το Πρακτορείο Εμένα λόγια μη μου λες, Στης πίκρας τα ξερόνησα, Στη Σαλαμίνα . Κατ΄εξαίρεσιν, ένα τραγούδι ξεκινά από στίχο του Νίκου Γκάτσου. Πρόκειται για το Καίγομαι - καίγομαι , το οποίο ο στιχουργός γράφει σαν παιχνίδι ( δοκιμάζοντας μια γραφομηχανή ) για να δει αν αποτυπώνεται καλά το μελάνι στο χαρτί και δεν το βρίσκει καθόλου σημαντικό. Παρά ταύτα, αποφασίζει να δώσει το τραγούδι στον Ξαρχάκο για μελοποίηση, λέγοντας:» Να δεις πόσο θα αρέσει στον κόσμο αυτό το τραγούδι, που στιχουργικά είναι ένα τίποτα «. Το τραγούδι συμπεριλαμβάνεται στο συνολικό υλικό, το οποίο συμπληρώνουν δύο διασκευές παραδοσιακών τραγουδιών Τα παιδιά της Αμυνας και Ιμιτλεριμ, ένα τραγούδι σε στίχους Κώστα Φέρρη Στου Θωμά και τρία ορχηστρικά θέματα. Τα τραγούδια αποδίδουν οι Τάκης Μπίνης, Νίκος Δημητράτος, Κώστας Τσίγκος, Κώστας Ματζόπουλος, Νίκος Μαραγκόπουλος, ο ίδιος ο Σταύρος Ξαρχάκος και η πρωτοεμφανιζόμενη Σωτηρία Λεονάρδου, η οποία προέρχεται από το χώρο του θεάτρου και του χορού, έπειτα όμως από αυτήν τη δουλειά θα ακολουθήσει - κατά κύριο λόγο - καριέρα τραγουδίστριας.Τα τραγούδια ηχογραφούνται στο στούντιο « Κολούμπια «, ενώ η οπτικοποίησή τους γίνεται στο λαϊκό κέντρο - το περιβόλι του ουρανού - στην Πλάκα. Ταινία και δίσκος βγαίνουν στην αγορά παράλληλα, τον χειμώνα του 1983 και δημιουργούν αίσθηση.Ο δίσκος είναι τόσο σημαντικός ώστε αμέσως αυτονομείται από την εικόνα και διαγράφει εντυπωσιακή πορεία ( ξεπερνάει σε πωλήσεις τα 200.000 κομμάτια ) Το Ρεμπέτικο επανασυνδέει το λαϊκό τραγούδι με τις ρεμπέτικες καταβολές του. Οι μελωδίες και οι στίχοι δίνουν την εντύπωση ότι προέρχονται από τη χρυσή περίοδο του ρεμπέτικου τραγουδιού και όχι ότι επιδιώκουν την αναβίωσή του, σαράντα χρόνια μετά.Το πιο κολακευτικό σχόλιο που ακούν οι δημιουργοί εκείνη την περίοδο προέρχεται από έναν ανώνυμο ακροατή, ο οποίος τους λέει : Αυτά τα τραγούδια είναι σαν να τα γράψατε πριν γράψουν τα δικά τους ο Βαμβακάρης και ο Τσιτσάνης.

Τ.Επτακοίλη

ΠΗΓΗ: 100 Δίσκοι και η ιστορία τους, από τον Μελωδία fm 99,2 - ειδική έκδοση, Καθημερινή.

Τροποποιήθηκε από tik-tak

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

ρεμπέτικο τραγούδι και ρεμπέτες

Ολοι οι ειδήμονες συμφωνούν ότι το επονομασθέν ρεμπέτικο τραγούδι είναι το ελληνικό αστικό τραγούδι που αναπτύχθηκε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα στα μεγάλα εμπορικά και κοινωνικά κέντρα, εκφράζοντας τους καημούς, τους πόθους και τις αντιλήψεις των περιθωριακών ατόμων, τα οποία είχαν αποκληθεί ή αυτοαποκληθεί, ρεμπέτες.

H ίδια η λέξη ρεμπέτης έχει κατά καιρούς επιδεχθεί ποικίλες ερμηνείες.

Άλλοι χαρακτηρίζουν με αυτήν τον απείθαρχο, άλλοι τον παράνομο (ιδιότητα που περιλαμβάνει τον αλήτη, τον μάγκα, τον νταή, τον κουτσαβάκη) κι άλλοι τον γλεντζέ, τον ξενύχτη.

H λέξη ρεμπέτης και ρεμπέτικο προέρχονται πιθανότατα από την τουρκική γλώσσα (ρεμπέτ = ανυπότακτος) ή από τη σερβική (ρεμπέτ = με την έννοια του αντάρτη) ή ίσως από τη βενετική rebelo (αντάρτης) και την ισπανική rebelde (αντάρτης, επαναστάτης).

Πρώτος συστηματικός μελετητής του φαινομένου υπήρξε ο ερασιτέχνης λαογράφος Hλίας Πετρόπουλος, ο οποίος την άνοιξη του 1968 εξέδωσε το βιβλίο "Pεμπέτικα τραγούδια", το οποίο του δημιούργησε πολλά προβλήματα με την τότε εξουσία εξαιτίας της δημοσίευσης σε αυτό λέξεων και φράσεων που θεωρήθηκαν άσεμνες. O Πετρόπουλος άρχιζε τα προλεγόμενα της λαογραφικής έρευνάς του ως εξής: "Tα ρεμπέτικα είναι μικρά απλά τραγούδια που τραγουδάνε απλοί άνθρωποι". Και συνέχιζε: "Αν και κατ' αρχήν ερωτικά, τα ρεμπέτικα είναι στο βάθος μάλλον κοινωνικού περιεχομένου τραγούδια".

Ενώ οι περισσότεροι μελετητές του ρεμπέτικου τραγουδιού συμφωνούν για το πότε περίπου εμφανίστηκε, για το πού αναπτύχθηκε, για το ότι τα κύρια όργανά του είναι το μπουζούκι και ο μπαγλαμάς, για το ότι είναι καθαρά αστικό τραγούδι, όλοι διαφωνούν για τον ορισμό του ρεμπέτη, ακόμη κι εκείνοι που θεωρούνται πρωτοπόροι του είδους και τους ανήκει δικαιωματικά ο χαρακτηρισμός. H Γκαίηλ Xολστ, Αυστραλή μουσικολόγος και φιλόλογος, που ήρθε στην Ελλάδα το 1966, ταξίδεψε στην επαρχία, έζησε αρκετό καιρό στην Κρήτη και ανακάλυψε τη δημοτική μουσική και τους αντίστοιχους χορούς. Στο βιβλίο της "Δρόμος για το ρεμπέτικο", μια σημαντική μελέτη γι' αυτό το είδος της ελληνικής μουσικής, ρώτησε πλήθος ανθρώπων σχετικών με το θέμα και δεν κατόρθωσε να σχηματίσει σαφή ιδέα πάνω στην έννοια της λέξης.

"Pεμπέτες και μάγκες είναι το ίδιο πράγμα, αλλά διαφορετικό", απάντησε κάποιος. "Πρέπει να 'σαι χασικλής για να 'σαι ρεμπέτης", είπε άλλος. Επίσης: "Oι αληθινοί ρεμπέτες ήταν όλοι του υποκόσμου", "Oι αληθινοί ρεμπέτες είναι όλοι καλά ανθρωπάκια που αγαπάνε τους φίλους τους, που δεν δοκιμάζουν το χασίσι και σπάνια μεθάνε". "Oι πραγματικοί ρεμπέτες ήταν καλοί νοικοκύρηδες" κ.λπ., κ.λπ.

"τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι τα τραγούδια του ελληνικού υποκόσμου. Ακριβέστερα, ρεμπέτικα τραγούδια είναι τα τραγούδια των ρεμπέτηδων. Tους ρεμπέτες τους λένε και μάγκες", γράφει ο Πετρόπουλος.

Tο αυθεντικό ρεμπέτικο τραγούδι αναπτύχθηκε στον Πειραιά, τη δεκαετία του 1920, όπου διάφοροι μάγκες μαζεύονταν σε κάποιο στέκι, καφενείο ή τεκέ, κι εκεί καθισμένοι σε καρέκλες ή στο πάτωμα, γύρω από ένα μαγκάλι, κάπνιζαν ναργιλέ με τούρκικο χασίσι.

Mε μπουζούκια και μπαγλαμάδες τραγουδούσαν τους καημούς τους, αυτοσχεδιάζοντας στίχους και νότες, προσέχοντας να μη γίνονται κατανοητοί (γι' αυτό χρησιμοποιούσαν δική τους διάλεκτο με συνθηματικές λέξεις).

Ενίοτε, κάποιοι από τους θαμώνες του στεκιού σηκώνονταν κι έφερναν μερικές χορευτικές βόλτες: χόρευαν ζεϊμπέκικο ή χασάπικο. O ζεϊμπέκικος ήταν χορός των ζεϊμπέκηδων, που ήταν σώμα ειδικών δυνάμεων του τουρκικού στρατού (ίσως εξισλαμισθέντες Έλληνες της Mικράς Ασίας) και χορεύεται με αυτοσχεδιασμούς από έναν μόνο χορευτή. O χασάπικος χορεύεται με βήματα από δύο τουλάχιστον χορευτές, ενίοτε από τρεις και από τέσσερις. Ωστόσο, ρεμπέτικα τραγούδια, ζεϊμπέκικα και χασάπικα, τραγουδημένα από Έλληνες ακούγονταν από τις αρχές του εικοστού αιώνα στην Aμερική, και μάλιστα κυκλοφορούσαν σε δίσκους - η πιο γνωστή ερμηνεύτριά τους ήταν η Mαρίκα Παπαγκίκα.

H αλληλεπίδραση των ήχων των περιθωριακών, αυτοχθόνων και των προσφύγων, η αφομοίωση ρυθμικών στοιχείων, μελωδιών, ακόμη και φωνητικού στυλ, συνέβαλε τα μέγιστα στη δημιουργία του ρεμπέτικου, έστω κι αν το σμυρναίικο στυλ δεν ενσωματώθηκε στο κύριο ρεύμα του. Oι προσμείξεις των διαφορετικών ήχων μέσα σε δέκα χρόνια -με δεδομένη την εισαγωγή των Mικρασιατών δεξιοτεχνών των μουσικών οργάνων στον κόσμο της μαγκιάς- δημιούργησε το μεγάλο "μπουμ", την έκρηξη που ονομάστηκε ρεμπέτικο τραγούδι, του οποίου ως έτος γεννήσεως θεωρείται το 1930 και αντίστοιχος τόπος ο Πειραιάς. Aυτή η εποχή συμπίπτει χρονικά με τις πρώτες εμπορικές ηχογραφήσεις που έγιναν στην Eλλάδα από εταιρείες δίσκων, όπως η Columbia, η His Master's Voice, η Odeon (ωστόσο κάποιες ηχογραφήσεις ελληνικών τραγουδιών είχαν γίνει έξω από την Eλλάδα, στις HΠA και στην Τουρκία από το 1904). Ως αποτέλεσμα της δισκογραφίας ήταν το ρεμπέτικο τραγούδι -όπως και τα άλλα είδη τραγουδιών- να φτάσει σε όλη την επικράτεια και συνεπώς να αποκτήσει το δικό του πιστό κοινό.

(από: http://www.oud.gr/rembetika_gr.htm )

*********************************

Οι ρεμπέτες

Η λέξη 'ρεμπέτης' προέρχεται από την τούρκικη λέξη 'ρεμπετ' που σημαίνει άτακτος, αλανιάρης.

Οι ρεμπέτες ήταν άνθρωποι της φυλακής, της παρανομίας, του περιθωρίου, της φτωχολογιάς. Γενικά ήταν άνθρωποι κατατρεγμένοι, με βάσανα και με καημούς και απείχαν από τους ρυθμούς ζωής της 'πολιτισμένης' κοινωνίας.

Είχαν, ούτε λίγο ούτε πολύ, αναπτύξει έναν δικό τους τρόπο ζωής. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι ήταν και επικίνδυνοι ή εγκληματίες, απλώς στην πλειοψηφία τους είχαν αναπτύξει συνήθειες που έρχονταν σε σύγκρουση με τους νόμους του κράτους (κάπνισμα χασίς, φασαρίες κ.τ.λ.) και κατέληγαν πολλές φορές στη φυλακή.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι το ρεμπέτικο τραγούδι γεννήθηκε στην φυλακή και στον τεκέ. Πράγματι η φυλακή και ο τεκές ήταν οι χώροι που οι ρεμπέτες έγραψαν και τραγούδησαν τα τραγούδια τους, τα βάσανα και τους καημούς. Απ' την φυλακή πέρασαν πολλοί γνωστοί σήμερα ρεμπέτες, άλλοι για μικροαδικήματα ενώ άλλοι όχι και έζησαν την φρίκη και τις δυσκολίες της. Εκεί με αυτοσχέδια όργανα (συνήθως μπαγλαμαδάκια που ήταν μικρά σε μέγεθος και κρυβόντουσαν εύκολα) έγραψαν πολλές μελωδίες και τραγούδησαν τον πόνο τους ,την αδικία της κοινωνίας και την ζωή τους. "Η φυλακή είναι σχολείο" λέει ένα παλιό μουρμούρικο τραγούδι. Γενικά, οι φυλακές αποτέλεσαν βασικό στοιχείο στην θεματολογία του ρεμπέτικου τραγουδιού.

Ο δεύτερος σημαντικός χώρος ήταν ο τεκές. Οι ρεμπέτες και οι μάγκες των πόλεων είχαν την κακή συνήθεια του καπνίσματος χασίς. Στις αρχές του 20ου αιώνα μαζευόντουσαν στους τεκέδες όπου κάπνιζαν κατά ομάδες ναργιλέ με τούρκικο χασίς. Μέσα σε αυτούς τους αυτοσχέδιους πολλές φορές τεκέδες υπήρχαν οργανοπαίχτες που συνόδευαν την παρέα. Ο Μάρκος Βαμβακάρης στην αυτοβιογραφία του εξηγεί πως άρχισε να παίζει μπουζούκι και να γίνεται γνωστός μέσα σε τεκέδες. Η χρήση χασίς ,βέβαια, ήταν παράνομη αλλά οι νόμοι δεν εφαρμόζονταν κατά γράμμα. Επί δικτατορίας Μεταξά ,όμως, οι χρήστες χασίς κυνηγήθηκαν άγρια και φυλακίστηκαν. Οι μάγκες και οι ρεμπέτες κάπνιζαν χασίς σε λόφους ή και σε σπηλιές. Υπήρχαν βέβαια, και τα πιο σκληρά ναρκωτικά στον υπόκοσμο των πόλεων και μερικοί ρεμπέτες βούτηξαν σε αυτά , όπως ο Ανέστος Δελιάς που πέθανε από υπερβολική δόση ηρωίνης στα 28 του χρόνια.

Οι ρεμπέτες όμως είχαν αναπτύξει την δική τους κοινωνία μέσα στην κοινωνία. Συγκεκριμένο ντύσιμο (κουτσαβάκηδες), ιδιαίτερη διάλεκτο (αργκό), αισθηματική ζωή πολυτάραχη. Οι πιο πολλοί είχαν τις δουλειές τους και προσπαθούσαν να τα βγάλουν πέρα. Η μουσική , βασικό κομμάτι της ζωής τους, ήταν μέσο έκφρασης των συναισθημάτων τους και έτσι μοιράζονταν τα προβλήματα με τους γύρω. Μερικά από αυτά τα προβλήματα , όπως η έλλειψη παιδείας, η φτώχια και το χαμηλό κοινωνικό επίπεδο βρήκαν, πιθανότατα, διέξοδο στο χασίς και τη μουσική. Παρόλα αυτά δεν έπαψαν να πιστεύουν στα ιδανικά τους. Η αξιοπρέπεια και η τιμή ήταν βασικό μέλημα τους, η αγάπη προς την γυναίκα και ιδιαίτερα προς την μάνα ξεχωριστή, η φιλία, η αλληλεγγύη και η αλληλοβοήθεια δείχνει την μεγαλοψυχία τους.

Οι άνθρωποι που ασχολήθηκαν με το ρεμπέτικο δεν ήταν μόνο οι μάγκες του Πειραιά. Υπήρχαν και οι Έλληνες πρόσφυγες από τα παράλια της Μικράς Ασίας, οι οποίοι διατήρησαν το Σμυρναίικο στυλ στο ρεμπέτικο τραγούδι και συνδέθηκαν αρκετά με τους μάγκες των πόλεων (είχαν και αυτοί για παράδειγμα την συνήθεια του καπνίσματος χασίς...). Τέλος, ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο αποτελούν οι γυναίκες του ρεμπέτικου τραγουδιού, που κι αυτές κρατάνε μια διαφορετική στάση σε σχέση με αυτήν της "καλής κοινωνίας" ή των γυναικών της υπαίθρου. Γυναίκες όπως η Στέλλα Χασκίλ, η Ιωάννα Γεωργακοπούλου, η Σωτηρία Μπέλλου (μεταπολεμικά), η Νταίζη Σταυροπούλου (ηχογράφησε μόνο 28 τραγούδια) ή οι τραγουδίστριες του Σμυρναίικου-ρεμπέτικου όπως η Αμπατζή, η Εσκενάζη, η Παπαγκίκα, η Πολίτισσα άφησαν το στίγμα τους στο ρεμπέτικο τραγούδι.

*******************************

[...«Το ρεμπέτικο ήταν

διαφημιστικό τρικ»

Ευτυχώς που ήταν αγράμματος ο Μάρκος Βαμβακάρης. Έτσι διατήρησε παρθένο και αναλλοίωτο όλο τον μουσικό, ποιητικό και γλωσσολογικό πλούτο του» παρατηρεί ο μελετητής Πάνος Σαββόπουλος

«Διαφημιστικό εφεύρημα γλωσσοπλάστη των αρχών του 20ού αιώνα είναι το ρεμπέτικο», υποστηρίζει ύστερα από πολυετή έρευνα ο μελετητής Πάνος Σαββόπουλος σε βιβλίο του

«Εμπορικό προσδιοριστικό τραγουδιών που δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με τα πραγματικά ρεμπέτικα είναι ο πολυφορεμένος όρος ρεμπέτικο, που όμως δεν πέρασε ποτέ στη συνθηματική γλώσσα της μαγκιάς, δηλαδή στην αργκό της. Παρεισέφρησε μόνο στα στιχάκια κάποιων ελάχιστων ρεμπέτικων τραγουδιών, μάλλον αστικο-λαϊκού και μποέμικου αλλά σίγουρα όχι «σκληρού» περιεχομένου. Ύστερα η λέξη έγινε κοινή, δηλαδή «ελευθεριάζουσα», άρα εκμεταλλεύσιμη», υποστηρίζει ο μελετητής του ρεμπέτικου (πολιτικός μηχανικός στο επάγγελμα) Πάνος Σαββόπουλος σε βιβλίο του για την ετυμολογία του «ρεμπέτικου».

«Πρόκειται για όρο που επινόησε η πρώιμη εμπορική επικοινωνία για τη δισκογραφία που μόλις είχε αρχίσει να διαμορφώνεται, από κάποιον "μορφωμένο" που ήθελε να αποφύγει την ξένη λέξη "μποέμπικο" και προσδιόριζε μέχρι τότε τα ανέμελα τραγούδια της εποχής.

Στη συνέχεια η λέξη χρησιμοποιήθηκε αλλιώτικα από τους «καθώς πρέπει» προκειμένου να χαρακτηρίσουν ευπρεπώς τους χασικλήδες δημιουργούς του πειραιώτικου κατά βάση τραγουδιού και τα τραγούδια τους», είπε στα «ΝΕΑ» ο συγγραφέας του βιβλίου Πάνος Σαββόπουλος.

Η πρώτη εμφάνιση της λέξης ρεμπέτικο έγινε στις αρχές του 20ού αιώνα στις ετικέτες δύο δίσκων γραμμοφώνου. Ο πρώτος εκδόθηκε το 1912 στην Κωνσταντινούπολη από τη δισκογραφική εταιρεία Οrfeon record που ιδρύθηκε το 1910-11 στην Κωνσταντινούπολη. Στην ετικέτα του δίσκου, δίπλα στον τίτλο και σε παρένθεση, υπάρχει η ένδειξη ρεμπέτικο με ελληνικούς και λατινικούς χαρακτήρες.

post-386-1177755645_thumbjpg

Ώς το Βυζάντιο υπήρχαν σε χρήση οι λέξεις «ρέμβη» = παράλυση, πλάνη και «ρέμβομαι» = περιφέρομαι.

Το 1688 καταγράφεται η λέξη «ρεμβός» = περιπλανώμενος, στο λεξικό που εξέδωσε ο Γάλλος ελληνιστής Κάρολος Δουκάγγιος.

Τα σύγχρονα λεξικά ερίζουν και ορίζουν τον ρεμπέτη ως τον άσωτο, τον αλήτη (κυρίως με την έννοια του περιπλανώμενου), τον γλεντοκόπο, τον μποέμ, τον τεμπέλη, τον ερωτιδέα, τον αχαΐρευτο.

Για την καταγωγή πάντως της λέξης υπάρχει σειρά ερμηνειών:

1. Από το τουρκικό rabita, που σημαίνει δεσμός, αδελφική φιλία, από ένα μεσαιωνικό τρίχορδο όργανο «rebec», που το ηχείο του έμοιαζε μ΄ εκείνο του μπουζουκιού. 2. Από τη λέξη «ρεμπέτα» που χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα στη Λέσβο, με την έννοια του άσωτου γλεντοκόπου.

3. Από το μεσαιωνικό ρήμα «ρέμπομαι» που σημαίνει περιφέρομαι άσκοπα, αλητεύω.

4. Από το ενετικό «ρέμπελος», ήτοι επαναστάτης, αντάρτης.

5. Από τη νότα ρε που χορδίζεται το μπουζούκι.

6. Από το «beat time» (κρατάω ρυθμό, ακομπανιάρω) και rebeat.

7. Από την- μη καταγραφόμενη ως τουρκικήέκφραση «ρεμπέτ ασκέρ» (αδιάφοροι για την εργασία, καλοπερασάκηδες) των Μικρασιατών.

(από: http://www.tanea.gr//Article.aspx?d=20070402&nid=3854198 )

*********************************

Τροποποιήθηκε από tik-tak

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

[...Η στάση της Αριστεράς απέναντι στο ρεμπέτικο τραγούδι.

Πράγματι μέχρι μια εποχή η Αριστερά θεωρούσε την ρεμπέτικη μουσική "φρούτο της αστικής παρακμής", όπως ακριβώς είπε, πολύ δηκτικά, ο κ. Χριστιανόπουλος. Και πράγματι αργότερα η Αριστερά "μετάνιωσε", δηλαδή μετάνιωσαν εκ μέρους της ο Χατζηδάκης δειλά στην αρχή και πιο θαρραλέα αργότερα ο Θεοδωράκης, Έτσι άρχισαν τα εγκώμια. Τι καλό όμως είχε η μεταστροφή και για ποιόν; Πρότεινε ό Μάνος Χατζηδάκης, τον Ιανουάριο του 1949, «...να κοιτάξουμε προσεκτικά την αξία του [ρεμπέτικου] και ν' αγαπήσουμε την αλήθεια και τη δύναμη που περιέχει.»....]

(από:http://www.critici.gr/MAK060402-SketoToumpeki.htm )

************************************

Τίτλος : Η ΔΙΑΛΕΞΗ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ ΓΙΑ ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ

Ημερομηνία: 1949

Η πρώτη εργασία του Μάνου Χατζιδάκι για το ρεμπέτικο τραγούδι.

Η διάλεξη δόθηκε στις 31 Ιανουαρίου 1949, στο Θέατρο Τέχνης.

Είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται ολόκληρη.

[...EΡΜΗΝEΙΑ ΚΑΙ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ (PEΜΠΕΤIKΟ)

Θα ήθελα προκαταβολικά να σας πληροφορήσω, πως μ’ όλη μου την καλή διάθεση, δεν είμαι σε θέση να πω, ούτε καινούργια πράγματα, ούτε κι όσα μιλήσω απόψε να τα δώσω με σοφία. Θα προσπαθήσω όμως κι όσο μπορώ πιο καλά, να σας μεταδώσω αυτό που με κάνει να ζω και να βλέπω την αξία του μέχρι σήμερα περιφερόμενου λαϊκού σκοπού της πόλης.

Τώρα αν τούτη η πανηγυριώτικη ομιλία για το ρεμπέτικο, γινόταν πριν δυο χρόνια, ίσως να ΄χε κάπως διαφορετικό χαρακτήρα, δηλαδή να ΄ταν, πιο μεροληπτική β??μπορούμε να πούμε β?? και συγχρόνως πιο ενθουσιαστική για το θησαυρό που κλείνουν οι ρυθμοί του ζεϊμπέκικου και του χασάπικου. Δεν θα μπορούσαμε ίσως να ξεφύγουμε από τη γοητεία του γυαλένιου ήχου ενός μπουζουκιού για να κοιτάξουμε το θέμα μας στη ρίζα του κι ακόμη να μείνουμε όσο χρειάζεται ψυχροί κι αντικειμενικοί για μια τέτοια δουλειά.

Αυτό -θα πείτε- μπορεί να γίνει σήμερα; Είναι κάτι που δεν μπορώ να προεξοφλήσω με βεβαιότητα. Όσο νά ΄ναι όμως, η μεγάλη διάδοση που πήρε τα δύο τελευταία χρόνια το ρεμπέτικο, μας αφήνει περιθώριο για μια τέτοια, επικίνδυνα πρώιμη, ομολογώ εργασία.

Το ρεμπέτικο, κι αυτό είναι γεγονός αναμφισβήτητο, έχει πια επιβάλλει τη δύναμή του, λίγο-πολύ σ΄ όλους μας, είτε θετικά, είτε αρνητικά, είτε δηλαδή γιατί το παραδεχόμαστε, είτε όχι, ενώ συγχρόνως βλέπουμε να έχει δημιουργηθεί γύρω του μια επιπόλαιη κατάσταση μόδας, που μας κάνει ν’ αντιδρούμε δικαιολογημένα σ’ αυτήν και ν’ αμφιβάλουμε για τη μελλοντική και ποιοτική εξέλιξη του είδους. (Εδώ πέρα βέβαια παίρνω σαν δεδομένο την ποιοτική του αξία). Και στον τόπο μας καθώς κι έξω, όλα περνούν απ’ αυτήν την περίοδο που ονομάζουμε μόδα. Μήπως απέφυγε κάτι τέτοιο το δημοτικό μας τραγούδι πριν 50 χρόνια, σαν φούντωνε το κίνημα των δημοτικιστών; Κι ακόμη πριν δύο χρόνια, το ίδιο δεν είχε συμβεί με τις λαϊκές εικαστικές τέχνες, όπου ο Θεόφιλος και ο Παναγής Ζωγράφος προβάλλονται στο ίδιο πλάνο με τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα;

Ποιος μπορεί να σταματήσει μια τέτοια κατάσταση, κι ακόμη ποιος μπορεί να μην παραδεχτεί ίσως την αναγκαιότητα αυτήν της περιόδου μόδας -ας την πούμε- ωσότου τα πράγματα κατασταλάξουν κι έλθουν στη φυσική τους θέση; Το ίδιο πρέπει -νομίζω- να περιμένουμε και με τα ρεμπέτικα. Γιατί θά ΄ναι κάπως ανόητο αν νομίσουμε, ότι ο χασάπικος μπορεί ή πάει ν΄αντικαταστήσει το ταγκό. Οι λαϊκοί τούτοι ρυθμοί έχουν κάτι πολύ, περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται για να καλυφθούν οι βραδινές μας διασκεδαστικές ώρες - άσχετα αν αυτός ο χαρακτήρας επιβάλλεται κι επικρατεί στις λαϊκές τάξεις.

Ύστερα για μας θά ΄ναι μεγάλο ψέμα αν ισχυρισθούμε ότι είναι δυνατόν να εκδηλωθούμε μ’ αυτούς τους τόσο γυμνούς κι απέριττους ρυθμούς. Κάτι τέτοιο μόνο για αυτούς, που με κρασί ή με άλλα μέσα, στέλνουν στο διάβολο - που λεν- κάθε κοινωνικό φραγμό και κάθε σύμβαση, έστω και για μια ώρα. Παρατηρώντας όμως μια ιδιότητα αυτών των ρυθμών, ήδη δημιουργείται μέσα μας ένας θαυμασμός για τη δύναμη που περιέχουν και που μας κινεί το ενδιαφέρον να γνωρίσουμε από κοντά τούτη τη δύναμη που από ΄δω και πέρα λες και σαν μαγεία μας φέρνει σ΄ άμεση επαφή με το μελωδικό της στοιχείο. Αυτά όμως όλα κουράζουν σαν δεν τα δεις έξω απ΄ την καθημερινότητά τους. Κάθε απόπειρα που θα κινήσει να φέρει το ρεμπέτικο τραγούδι σε καθημερινή χρήση, και επιπόλαια και καταδικασμένη είναι. Αλλά το ίδιο μήπως δεν συμβαίνει και με την άλλη μουσική, αυτήν που ονομάζουμε σοβαρή; Μπορεί κανείς να φανταστεί ποτές, πως μια βραδιά κεφιού του, είναι δυνατόν να την καλύψει με την Σονάτα 110 του Mπετόβεν; (Δικαιολογημένα τώρα ίσως να σας γεννηθεί απορία για τη σχέση που μπορεί να έχει το ρεμπέτικο με τον Μπετόβεν. Παρ΄ όλο που και αργότερα θα επανέλθω σε παρόμοιους παραλληλισμούς σας προειδοποιώ πως δεν υπάρχει απολύτως καμία σχέση).

Λοιπόν δεν νομίζω, πως ο σνομπισμός αυτός γύρω από το ρεμπέτικο τραγούδι είναι δυνατό να μας σταθεί εμπόδιο, για να κοιτάξουμε προσεκτικά την αξία του και ν΄αγαπήσουμε την αλήθεια και τη δύναμη που περιέχει. Αυτά τα τραγούδια είναι τόσο κοντινά σε μας και σε τέτοιο σημείο δικά μας, που δεν έχoμε νομίζω σήμερα τίποτ΄ άλλο για να ισχυριστούμε το ίδιο.

Μα πριν μπούμε σ΄ ένα αναλυτικότερο κοίταγμα του είδους αυτών των τραγουδιών, ας επιστρέψουμε για χατίρι μου σε μια κοντινή μα περασμένη πια εποχή και να δούμε μαζί εξελικτικά όλη την ποιητική ατμόσφαιρα, που συνθέτουν και δημιουργούν τα ρεμπέτικα, μέσα στην αυστηρή και δικιά τους περιοχή.

Κατοχή. Πάνω σε μια γυμνή και παγωμένη άσφαλτο με μοναδικό φωτισμό την ψυχρή όψη ενός φεγγαριού, προχωράμε μ΄ ένα φίλο. Ένας λεπτός μα διαπεραστικός ήχος μπουζουκιού καθρεφτίζεται -λες- μες στην άσφαλτο και μας ακολουθεί βήμα προς βήμα. Ο φίλος μου προσπαθεί να μου εξηγήσει τη διάθεση φυγής και την έντονη εμμονή σ΄αυτή τη διάθεση που κρατούν οι τέσσερις νότες του περιφερόμενου τότες τραγουδιού «Θα πάω εκεί στην αραπιά». Μάταια προσπαθούσε να μου μεταδώσει τη συγκίνησή του και να μου δείξει μαζί αυτό το αντίκρισμα που υπήρχε αυτής της «διάθεσης φυγής» - καθώς την ονόμαζε στην όλη δημιουργημένη ατμόσφαιρα της πολιτείας των Αθηνών. Του λόγου μου -κάπως δικαιολογημένα βλέπετε με τη μικρή μου τότες ηλικία- του έφερνα όλες μου τις αντιρρήσεις, κουβαλώντας γνωστά επιχειρήματα που ιδιαίτερα σήμερα χρησιμοποιούνται πάρα πολύ από Αθηναίους της ώριμης ηλικίας. Δηλαδή περί αγοραίου, φτηνού και χυδαίου είδους καθώς κι άλλα παρόμοια. Αυτός όμως επέμενε τονίζοντας την κάθε λέξη του σύμφωνα με το ρυθμό «Θα πάω εκεί στην αραπιά», θέλοντας ίσως να μου δώσει και μια ρυθμική επαλήθευση των όσων έλεγε πάνω στο τραγούδι.

Αργότερα ο ίδιος φίλος, στον ίδιο δρόμο, μου μιλούσε για κάτι καινούργιο. Μα τώρα ήταν καλοκαίρι και η άσφαλτος μύριζε. Το ίδιο σκοτάδι, μα η κάψα έλιωνε τις φωνές και τις έφτιαχνε μόνιμους ίσκιους στα σπίτια. Υπήρχε γύρω μας κάτι ρευστό. Μια καινούργια ρεμπέτικη κραυγή -καινούργια για μένα βέβαια- κυλούσε μ’ ένταση ανάμεσα στα στενά και βρώμικα πεζοδρόμια του Πειραιά και της Αθήνας. Ακούγαμε την πρώτη στροφή που έλεγε «Κουράστηκα για να σ΄ αποκτήσω αρχόντισσά μου μάγισσα τρανή». Κι ο φίλος μου εξηγούσε θίγοντας όλο τον ανικανοποίητο ερωτισμό που έπνιγε την ατμόσφαιρα. Ακόμα, προσπαθούσε να μου εξηγήσει το τραγικό στοιχείο του τραγουδιού που ερχόταν αντιμέτωπο σε μια εποχή που μόνο συνθήματα κυκλοφορούσαν τρέχοντας. Αργότερα πολύ, θά ΄βλεπα πόσην αλήθεια είχαν τα λόγια του, γιατί τότες ακόμη έπαιζα με τις πραγματικές αξίες ανυποψίαστος.

Περνούν μερικά χρόνια, πού η πυκνότητα της έντασης που περιείχαν τα έκαμε απέραντα. Πολλά συνέβησαν και συμβαίνουν στο μεταξύ. Έρχεται η απελευθέρωση και τινάζομε από πάνω μας τους Γερμανούς με την κατοχή τους. Παράλληλα η γενιά μου μεγαλώνει κατά πολλά χρόνια, έχοντας ξωπίσω της μια πολύ ισχυρή δοκιμασία. Και το ρεμπέτικο, αφού παίζει με πολύ και πηγαίο χιούμορ, σε ορισμένα διαλείμματα, γύρω από δραματικές περιπτώσεις μπαίνει με μεγαλύτερο άγχος μες στα βασικά και μεγάλα του θέματα: του έρωτα και της φυγής.

Ένας ανικανοποίητος έρωτας που ξεκινάει από την πιο κυνική στάση και φτάνει με μια πρωτόγονη ένταση μέχρι τα πλατειά χριστιανικά όρια της αγάπης και μια φυγή που επιβάλλεται νοσηρά -θά ΄λεγα- από αδυναμία, μια που οι συνθήκες παραμένουν το ίδιο σκληρές σα μέταλλο στον άνθρωπο που κινάει για ν΄ αγαπήσει μ’ όλη του τη δύναμη κι όσο μπορεί περισσότερο.

Αυτή παραμένει βασικά η θεματολογία του ρεμπέτικου μέχρι τα σήμερα. Κι όσο αφελείς κι αν μας φαίνονται οι καταστάσεις αυτές καθ΄ εαυτές, δεν μπορούμε να αρνηθούμε στους εαυτούς μας τουλάχιστον, πως ο νοσηρός ερωτισμός που σκορπίζεται απ΄ τους ήχους ενός μακρόσυρτου ζεϊμπέκικου, δεν κυκλοφορεί κι ανάμεσά μας έστω και με διάφορα πολύπλοκα σχήματα, έστω ακόμα κι αν ξεκινάει από χίλιες διάφορες αιτίες.

Κι ερχόμαστε σε μια από τις πιο βασικές κατηγορίες που προβάλλουν «οι υγιείς ηθικολόγοι» για το ρεμπέτικο. «Είναι αρρωστημένο» λεν μ’ αυστηρότητα, «ενώ το δημοτικό τραγούδι, γεμάτο υγεία και λεβεντιά» και κινούν το κεφάλι με σημασία, ενώ είμαι βέβαιος πως το δημοτικό μας τραγούδι τους είναι το ίδιο οχληρό όπως και το ρεμπέτικο, με τη διαφορά πως δεν τολμούν να ομολογήσουν ότι δεν τους αρέσει. Είναι σαν να βγουν και να πουν ότι δεν τους αρέσει ο Σαίξπηρ -για παράδειγμα- ή κάτι παρόμοιο. Ανέχονται το δημοτικό όχι όμως και το ρεμπέτικο. Το τελευταίο είναι κάτι που κυκλοφορεί ανάμεσά τους και μπορούν να το πετάξουν -έτσι φαντάζονται- επειδή δεν έχει κρεμαστεί ακόμη με χρυσές κορνίζες. Ίσως ξεχνάν ότι τα χρόνια μας δεν έχουν τίποτε κοινό με τα χρόνια της κλεφτουριάς, άσχετα αν οι ηρωικές πράξεις του στρατού μας τοποθετούνται δίκαια από την ιστορία πλάι στους Καραϊσκάκηδες και τους Κολοκοτρωναίους. Οι κύριοι αυτοί αγνοούν την εποχή μας καθώς και το ότι ένα λαϊκό τραγούδι καθρεφτίζει με μοναδική ένταση όχι μόνο μια τάξη ή μια κατηγορία ανθρώπων μα τις επιδράσεις μιας ολάκερης εποχής σε μια φυλή, σ΄ ένα έθνος μαζί με τις διαμορφωμένες τοπικές συνθήκες.

Η εποχή μας δεν είναι ούτε ηρωική ούτε επική και το τελείωμα του Δεύτερου παγκοσμίου πολέμου άφησε σχεδόν όλα τα προβλήματα άλυτα και μετέωρα. Τα μετέωρα αυτά προβλήματα δημιουργούν περιφερόμενα ερωτηματικά που δεν περιορίζονται φυσικά μόνο στον τομέα της πολιτικής και της κοινωνιολογίας μα εξαπλώνονται με την ίδια δύναμη και στη φιλοσοφία και την τέχνη, ακόμη και στην πιο καθημερινή στιγμή τ΄ ανθρώπου. Ο τόπος μας επιπλέον εξακολουθεί, σχεδόν δίχως διακοπή, ένα πόλεμο με επιμονή και με πίστη για την τελική νίκη, μα πάντα και ιδιαίτερα σήμερα, κοπιαστικό και οδυνηρό. Σκεφθείτε τώρα κάτω απ΄ αυτές τις αδυσώπητες συνθήκες την παρθενική ψυχικότητα του λαού μας - παρθενική, γιατί τα εκατό χρόνια μόνον ελεύθερης ζωής δεν ήσαν ικανά ούτε να την ωριμάσουν ούτε και ν΄ αφήσουν περιθώριο για να ριζωθούν τα τελευταία ευρωπαϊκά ρεύματα.

Φανταστείτε λοιπόν αυτή τη στοιβαγμένη ζωτικότητα και ωραιότητα συνάμα ενός λαού σαν του δικού μας, να ζητά διέξοδο, έκφραση, επαφή με τον έξω κόσμο και να αντιμετωπίζει όλα αυτά που αναφέραμε πιο πάνω σαν κύρια γνωρίσματα της εποχής, κι ακόμη τις ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες του τόπου μας. Η ζωτικότητα καίγεται, η ψυχικότητα αρρωσταίνει, η ωραιότητα παραμένει. Αυτό είναι το ρεμπέτικο. Κι από ΄δω πηγάζει η θεματολογία του.

Eπαναλαμβάνω - ένας ανικανοποίητος μα έντονος ερωτισμός που ακριβώς η ένταση του αυτή του προσδίδει έναν πανανθρώπινο χαρακτήρα και μια επιτακτική διάθεση φυγής από την πραγματικότητα με οιονδήποτε τεχνικόν μέσον, όπως είναι το χασίσι και τ΄ άλλα ναρκωτικά, που η χρησιμοποίησή του δείχνει την παθητικότητα της τάξης που το μεταχειρίζεται.

Καταλαβαίνετε βέβαια τώρα πως το αρρωστημένο στοιχείο του σημερινού μας λαϊκού τραγουδιού, δεν έχει σαν αιτία ένα υπερβολικό ωρίμασμα ζωής - καθώς η μεσοπολεμική ντεκαντέντσα με κέντρο τη Γαλλία -και γι ΄αυτό δεν αποτελεί κάτι το σάπιο, μα προέρχεται καθαρά από μια στοιβαγμένη ζωική δύναμη που ασφυκτιά δίχως διέξοδο, δίχως επαφή, από μιαν υπερβολική υγεία- θά λεγε κανείς. Πάντως το αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις είναι μια παρακμή. Σημαντική όμως η διαφορά ανάμεσά τους. Η μια κινά απ’ τη ζωή, η άλλη από το θάνατο.

Το να θέλει λοιπόν κανείς ν΄ αγνοήσει την πραγματικότητα και μάλιστα του τόπου του, μόνον κακό του κεφαλιού του μπορεί να κάμει. Τα χρόνια μας είναι δύσκολα και το λαϊκό μας τραγούδι, που δεν φτιάχνεται από ανθρώπους της φούγκας και του κοντραπούντο ώστε να νοιάζεται για εξυγιάνσεις και για πρόχειρα φτιασιδώματα υγείας τραγουδάει την αλήθεια και μόνον την αλήθεια.

Τώρα πολλοί μπορούν να πουν αυτά περίπου: «Καλά. Όσα είπες είναι σωστά και τα παραδεχόμαστε. Μα τι μας πείθει ότι το ρεμπέτικο είναι η σημερινή μας λαϊκή έκφραση καθώς λες και που σαν τέτοια βέβαια πρέπει να συνδέεται με την παράδοση του δημοτικού τραγουδιού και του βυζαντινού μέλους, κι όχι ένα τραγούδι μιας ορισμένης κατηγορίας ανθρώπων που εκφράζει την προσωπικήν της κατάσταση;»

Το ερώτημα τούτο ασφαλώς σε πολλούς θα γεννηθεί, αν και προηγουμένως μίλησα όσο μπορούσα σαφέστερα, για την άμεση σχέση του ρεμπέτικου με το πλατύ μάλιστα σήμερα, και του τόπου και τhς εποχής μας. Aυτόματα επίσης καταρρέει και το επιχείρημα, ότι αποτελεί έκφραση προσωπικών καταστάσεων. Μένει λοιπόν να εξετάσουμε το ελληνικόν του είδος. Αν και κατά πόσον συνδέεται με τη λαϊκή μας παράδοση και ποια είναι τα στοιχεία που αντλεί απ΄ αυτήν.

Για να προχωρήσουμε και να μπορέσουμε να δούμε μαζί ό,τι συνδετικό στοιχείο υπάρχει, θα το εξετάσουμε από δυο ξεχωριστές πλευρές, πρώτα από τη μορφική του πλευρά κι ύστερα απ΄ το ύφος του.

Το ρεμπέτικο κατορθώνει με μια θαυμαστή ενότητα, να συνδυάζει το λόγο, τη μουσική και την κίνηση. Απ΄ τη σύνθεση μέχρι την εκτέλεση, μ’ ένστικτο δημιoυργούνται οι προϋποθέσεις για τnν τριπλή αυτή εκφραστική συνύπαρξη, που ορισμένες φορές σαν φτάνει τα όρια της τελειότητας θυμίζει μορφολογικά την αρχαία τραγωδία. Ο συνθέτης της μουσικής είναι συγχρόνως και ο ποιητής καθώς και ο εκτελεστής. Βασικά του όργανα είναι τα μπουζούκια -μεγάλο μαντολίνο τουρκικής μάλλον προελεύσεως- κι ο μπαγλαμάς -παραλλαγή της κρητικής λύρας και της συγγενικής νησιώτικης, πιο μικροσκοπικής απ΄ αυτήν και κρουστές με πέννα. Η σύνθεση του τραγουδιού βασίζεται βέβαια πάνω στη χορευτική κίνηση, με τρεις χαρακτηριστικούς ρυθμούς, τον ζεϊμπέκικο, τον χασάπικο και τον σέρβικο (ο τελευταίος έχει ολιγότερη χρήση).

Ο ζεϊμπέκικος σε ρυθμό 9/8 είναι ο βασικότερος ρυθμός της ρεμπέτικης μουσικής. Προήλθε ασφαλώς απ΄ τα χορευτικά 9/8 των Κυκλάδων και του Πόντου, πού εδώ όμως έχει χάσει ολότελα τη ρυθμική του αγωγή κι έχει γίνει αργός, βαρύς, μακρόσυρτός και περιεκτικότερος. Χορεύεται από έναν μόνο χορευτή και επιδέχεται αφάνταστη ποικιλία αυτοσχεδιασμού με μόνο δεδομένο την αίσθηση του ρυθμού. Ο καλός χορευτής στο ζεϊμπέκικο θα ΄ναι εκείνος που θα διαθέτει τη μεγαλύτερη φαντασία και την κατάλληλη πλαστικότητα ώστε να μην αφήσει ούτε μια νότα μπουζουκιού που να μην τη δώσει με μια αντίστοιχη κίνηση του σώματός του. Σα χορός είναι ο δυσκoλότερoς και ο δραματικότερος σε περιεχόμενο.

Ο χασάπικος βασίζεται πάνω στο ρυθμό 4/4 κι ο τρόπος που χορεύεται -δυο χορευτές συνήθως, αλλά και τρεις και τέσσερις πολλές φορές- έρχεται σα μια προέκταση του δημοτικού χορευτικού τρόπου, με μιά κάποια ευρωπαϊκή επίδραση. Δεν ξέρω γιατί, μα πολλές φορές μου θυμίζει -πολύ μακριά όμως- τη γαλλική java.

Ο σέρβικος που κι η ονομασία του δείχνει την προέλευσή του, είναι ένας γρήγορος ρυθμός και παρουσιάζει ελάχιστο ενδιαφέρoν κι αυτό απ’ τη μεριά της δεξιοτεχνίας και μόνο των εκτελεστών και του χορευτή. Χρησιμοποιείται πάρα πολύ λίγο· παραμένει μ’ ένα ματαιόδοξο περιεχόμενo να φαντάξει, μια που ικανοποιεί μόνoν το επιδεικτικό μέρoς των ποδιών κάποιου χορευτή.

Ο ζεϊμπέκικος είναι ο πιο καθαρός, συγχρόνως ελληνικός ρυθμός. Ο δε χασάπικος έχει αφομοιώσει μιά καθαρή ελληνική ιδιομορφία. Πάνω σ΄ αυτούς τους ρυθμούς χτίζεται το ρεμπέτικο τραγούδι, του οποίου παρατηρώντας τη μελωδική γραμμή, διακρίνομε καθαρά απάνω την επίδραση ή καλύτερα την προέκταση του βυζαντινού μέλους. Όχι μόνο εξετάζοντας τις κλίμακες που από το ένστιχτο των λαϊκών μουσικών διατηρούνται αναλλοίωτες, μ’ ακόμη, παρατηρώντας τις πτώσεις, τα διαστήματα και τον τρόπο εκτέλεσης. Όλα φανερώνουν την πηγή, πού δεν είναι άλλη απ΄ την αυστηρή κι απέριττη εκκλησιαστική υμνωδία. Όχι πως το δημοτικό τραγούδι δεν έχει κι αυτό στοιχεία διοχετευμένα στο ρεμπέτικο. Μα πολύ λιγότερα. H παρουσία του είναι έντονη, ιδιαίτερα στο ελαφρότερο είδος που περισσότερο το χαρακτηρίζει μιά χάρη και μιά νnσιώτικη ελαφράδα. Παράδειγμα φέρνω, αν θυμάστε, κάπως παλιότερα το «Πάρτη βάρκα στο λιμάνι - κάτω στο Πασαλιμάνι» καθώς και το γνωστότατο «Ανδρέα Zέππo». Και τα δυό έχουν πολύ έντονα πάνω τους τη σφραγίδα του δημοτικού μας τραγουδιού. Μα για να εξηγήσουμε τη βασική αυτή προέκταση του βυζαντινoύ μέλους στο ρεμπέτικο, αρκεί να δούμε πόσο κοινή ατμόσφαιρα δημιουργούσε η παρακμή του Βυζαντίου με τη δικιά μας σήμερα.

Ατμόσφαιρα το ίδιο καταπιεστική, το ίδιο ασαφής, άσχετα αν στα χρόνια εκείνα προερχόταν από ένα λαθεμένο ξόδεμα θρησκευτικού συναισθήματος. Έτσι τα εκφραστικά στοιχεία του έτoιμόρoπoυ Βυζαντίου με την άμεση παθητικότητά τους βρίσκουν οικεία ατμόσφαιρα μες στο ρεμπέτικο -το σύγχρονο λαϊκό μέλος- για ν’ αναπτυχθούν και να συνθέσουν τη σημερινή εκφραστική μορφή μιας το ίδιο έντονης παθnτικότητας.

Το δημοτικό τραγούδι και τα υγιή του εκφραστικά στοιχεία έχουν τη θέση μόνον μιας πιο άμεσης κληρονομιάς. Για τα 80% της ρεμπέτικης μουσικής, τίποτες παραπάνω.

Εξετάζοντας τώρα το ύφος του τραγουδιού βρίσκομε ευθύς εξ΄ αρχής το βασικό εκείνο χαρακτήρα του συγκρατημένoυ, που μόνο επειδή είναι γνήσια ελληνικό, μπορεί και το κρατεί με τόση συνέπεια. Και στη μελωδία και στα λόγια και στο χορό, δεν υπάρχει κανένα ξέσπασμα, καμιά σπασμωδικότητα, καμιά νευρικότητα. Δεν υπάρχει πάθος. Υπάρχει ή ζωή με την πιο πλατειά έννοια. Όλα δίνονται λιτά, απέριττα με μιά εσωτερική δύναμη που πολλές φορές συγκλονίζει. Μήπως αυτό δεν είναι το κύριο και μεγάλο στοιχείο που χαρακτηρίζει την ελληνική φυλή; Και ακόμα ολάκερο το λαμπρό μεγαλείο της αρχαίας τραγωδίας και όλων των αρχαίων μνημείων, δεν βασίζεται πάνω στην καθαρότητα, στη λιτή γραμμή και προπαντός στο απέραντο αυτό sostenuto που, προϋποθέτει δύναμη, συνείδηση και πραγματικό περιεχόμενo; Ποιά από τις καλές τέχνες στον τόπο μας σήμερα μπορεί να περηφανευτεί ότι κράτησε τη βασική αυτή ελληνικότητα -τη μοναδική άξια κληρoνoμιά που έχουμε πραγματικά στα χέρια μας- για τη σύνθεσή της. Ποιά μουσική μας μπορεί να ισχυριστεί σήμερα ότι βρίσκεται πέρα απ΄ το βυζαντινό μέλος, πέρα απ΄ το δnμοτικό τραγούδι και στη χειρότερη περίπτωσn πέρ’ απ΄τις σπασμένες αρχαίες κολώνες του Παρθενώνος και του Ερεχθείου, ότι βρίσκεται εκεί που όλα αυτά βρεθήκανε στην εποχή τους;

Το ρεμπέτικο τραγούδι είναι γνήσια ελληνικό, μοναδικά ελληνικό.

Eπιτρέψατέ μου τώρα να σάς παρουσιάσω δυό από τους πιο γνήσιους και πιο δημοφιλείς εκπροσώπους της σύγχρονης έλλnνικης λαϊκής μουσικής· τον Μάρκο Bαμβακάρη και τη Σωτηρία Μπέλλου με το συγκρότημά της. (Είσοδος)

Οι λαμπροί αυτοί μουσικοί στο είδος τους προσεφέρθηκαν ευγενώς να παίξουν απόψε πέντε χαρακτηριστικά ρεμπέτικα τραγούδια για να μπορέσουμε έτσι να πάρουμε μια συγκεκριμένη ιδέα όλων αυτών που είπαμε πιο πάνω. Θ’ αρχίσουν μ’ ένα τραγούδι που έχει συνθέσει ο Μάρκος Bαμβακάρης πάνω στο ρυθμό του χασάπικου και με τον τίτλο «Φραγκοσυριανή κυρά μου» (τραγούδι).

Το δεύτερο τραγούδι που θα ακούσετε είναι πάλι σύνθεση του Μάρκου Βαμβακάρn σε ρυθμό ζεϊμπέκικου «Εγώ είμαι το θύμα σου» (τραγούδι).

Το τρίτο είναι σύνθεση της Σωτηρίας Μπέλλου (ζεϊμπέκικo) «Σταμάτησε μανούλα μου να δέρνεσαι για μένα». Από τα πιο χαρακτηριστικά στο είδος του. (τραγούδι)

Το τέταρτο, σύνθεση Tσιτσάνη, σε ρυθμό χασάπικου «Πάμε τσάρκα στο Μπαξέ τσιφλίκι».

Με την ευκαιρία τώρα που θ΄ ακούσουμε το γνωστότατο «Άνοιξε - άνοιξε» του Παπαϊωάννου θα ΄θελα να ΄λεγα λίγα λόγια για τη σημασία του και το σταθμό που φέρνει στη ρεμπέτικη φιλολογία του τραγουδιού, ζητώντας βέβαια πρώτα συγγνώμη απ΄ τους αγαπητούς μουσικούς για τη μικρή αυτή παρεμβολή.

Λίγο πριν απ΄ τον πόλεμο του ’40 ο Tσιτσάνης τραγούδησε για πρώτη φορά το «Αρχόντισσα μου μάγισσα τρανή- κουράστηκα για να σε αποκτήσω». Ήταν ένας μεγαλοφυής σχεδιασμός -μπορώ να πω- πάνω στο ερωτικό θέμα, που η δύναμή του και η αλήθεια του μας φέρνει κοντά στον «Ερωτόκριτο» του Κορνάρου και μετά από εκατοντάδες χρόνια κοντά στο «Ματωμέvο Γάμο» του Λόρκα. Η μελωδική του γραμμή αφάνταστη σε περιεκτικότητα και σε λιτότητα πλησιάζει τον Μπαχ. Αυτό το τραγούδι ορθώθηκε για να αντιμετωπίσει μια τυραννισμένη και δύσκολη εποχή και στάθηκε η πρώτη δυνατή φωνή μιας γενιάς.

Πριν δυό χρόνια ο ίδιος ο Τσιτσάνης τραγούδησε για πρώτη φορά πάλι αυτούς τους στίχους «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι - το σκοτάδι είναι βαθύ - κι όμως ένα παλικάρι δεν μπορεί να κοιμηθεί», ο ερωτισμός προχωράει και θίγει ακέραια το ανικανοποίητο, δίδοντας μια τόσο λεπτή μα τόσο έντονη αίσθηση μιας βαριάς ατμόσφαιρας, λες και προμηνούσε ένα άγχος, μια καταιγίδα. Φέτος -ο Παπαϊωάννου αυτή τη φορά- μας δίνει ολάκερο αυτό το άγχος με μια δυνατή κραυγή πια- η μοναδική μες στα ρεμπέτικα, και γι΄ αυτό τόσο αληθινή με το «Άνοιξε β?? άνοιξε». Δεν ξέρω, αλλά σ΄ αυτά τα τρία τραγούδια υπάρχει ένας συνδετικός κρίκος που δίνει ξεκάθαρα και μοναδικά το τραγικό στην ερωτική μας περιοχή. «Άνοιξε» (τραγούδι).

Θα μπορούσα ακόμα να μιλήσω για τις ταβέρνες και το κέντρον διασκεδάσεως «ο Μάριος» καθώς και για τον «Παναγάκη» κοντά στον Αϊ-Παντελεήμονα όπου κάθε βράδυ ο Bαμβακάρης και η Μπέλλου λειτουργούν πάνω στην τέχνη τους. Θα μπορούσα να μιλήσω και για βροχερές νύχτες όπου με λάμπες του πετρόλαδου φωτίζονταν οι σκιές ενός πλήθους που όλοι μαζί τραγουδούσαν ήρεμα, λες και πιστεύανε στην αιωνιότητα. Ακόμη θα μιλoύσα για το χορό του κομπολογιού όπου ένα παλικάρι μ΄ ένα γαρύφαλo στο στόμα γίνεται ένα μικρό κουβάρι γύρω απ΄ το κεχριμπαρένιο λαμπρό κομπολόι - θα μπορούσα να ΄λεγα τόσα πολλά που να μην έφταναν ώρες ολάκερες να μιλάω λες κι είμαι μoναχός μου.

Μα όλα αυτά είναι μια γοητεία.

Ακούσατε με τι ψυχρότητα και αυστηρότητα ειπώθηκαν αυτά τα πέντε τραγούδια. Ο ρυθμός δεν ξέφυγε ούτε πιθαμή για να τονίσει κάτι πιο έντονα, οι φωνές ίσιες, μονοκόμματες λες και τα λόγια δεν είχαν συγκίνηση. Έτσι είναι. Τίποτες που να σε προκαλέσει να τα προσέξεις, να τα ξεχωρίσεις. Πρέπει να ξελαφρώσεις μέσα σου για να δεχτείς τη δύναμή τους. Αλλιώς τα χάνεις γιατί αυτά δεν σε περιμένουν.

Έτσι κι εμείς.

Κάποτες θα κοπάσει η φασαρία γύρω τους κι αυτά θα συνεχίσουν ανενόχλητα το δρόμο τους. Ποιος ξέρει τι καινούργια ζωή μας επιφυλάσσουν τα «νωχελικά 9/8» για το μέλλον. Όμως εμείς θα ’χουμε πια για καλά νοιώσει στο μεταξύ τη δύναμή τους. Και θα τα βλέπουμε πολύ φυσικά και σωστά να υψώνoυν τη φωνή τους στον άμεσο περίγυρό μας και να ζουν πότε για να μας ερμηνεύουν και πότε για να μας συνειδητοποιούν το βαθύτερο εαυτό μας...]

Μάνος Χατζιδάκις

(Το κείμενο της διάλεξης βρέθηκε από τον Θάνο Φωσκαρίνη στο αρχείο του Φοίβου Ανωγειανάκη και της Έλλης Νικολαίδου)

(από: http://www.manoshadjidakis.gr/works/ergo3.asp?WorkID=208)

Τροποποιήθηκε από tik-tak

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

[...Οι ρεμπέτες μάς δίδαξαν γλώσσα!

Mιαν άλλη, νέα, ελληνική γλώσσα δίδαξαν οι επί δεκαετίες απαξιωμένοι (θεωρούμενοι αγράμματοι) ρεμπέτες,

αποφαίνεται συνέδριο γλωσσολογίας στη Θεσσαλονίκη

«Γοητευτικός γλωσσοπλάστης», όπως και κάθε λαϊκός δημιουργός, έγινε ο ρεμπέτης Μάρκος Βαμβακάρης.

«Εγώ δεν είμαι ποιητής τραγούδια να ταιριάζω / κι αν μου τα φέρνει ο ναργιλές / σας τα παρουσιάζω»

απολογούνταν στιχουργικά ο «αγράμματος» - εκδοροσφαγέας το επάγγελμα - ρεμπέτης

Χρειάστηκε να περάσουν αρκετές δεκαετίες από την εποχή των διώξεων του ρεμπέτικου και λιγότερες από την κοινωνική απαξίωση των εκπροσώπων του για να φτάσουμε στη χθεσινή ανατρεπτική εικόνα ενός πανεπιστημιακού αμφιθεάτρου με εκατοντάδες γλωσσολόγους, φιλολόγους και φοιτητές που διδάσκονται την άλλη γλώσσα του ρεμπέτικου μέσα και από ηχητικά αποσπάσματα - παραδείγματα.

Με τα «Αγγελοκαμωμένη μου» και «γαϊτανόφρυδή μου» και «ζουρλοπαινεμένης γέννα» και «αν δεν τό 'χεις το αρζάν θα σου πούν αλεβουζάν» και «ουζάρω» και «όταν συμβεί στα πέριξ φωτιές να καίνε» δίδαξαν (ερήμην τους...) τα δικά τους ελληνικά μέσα από δίσκους γραμμοφώνου ο Μάρκος Βαμβακάρης και ο Γιάννης Παπαϊωάννου και η Ρόζα Εσκενάζυ και η Μαρίκα Νίνου τους συνέδρους του 9ου Πανελλήνιου Συνέδριου Γλωσσολογίας στη Θεσσαλονίκη.

«Ευχαριστώ το Θεό που ο Μακρυγιάννης δεν έμαθε γράμματα»

δήλωνε ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης,

και τη ρήση του επικαλέστηκε ο καθηγητής της Νεοελληνικής Γλώσσας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Χρήστος Τσολάκης, για να σχολιάσει την ανατρεπτική εισήγηση του μελετητή του ρεμπέτικου Πάνου Σαββόπουλου, ο οποίος κατέληξε: Οι ρεμπέτες χρησιμοποίησαν ή έπλασαν λέξεις απούσες από τα επίσημα λεξικά («κακίστρα», «μαγίστρα», «καπετανεύω» κ.ά.), δανεισμένες από την καθαρεύουσα («όταν συμβεί στα πέριξ»), λέξεις της καθαρεύουσας ή των Γραφών παραποιημένες («Θα τα κάνω γης Μαριάμ» αντί «γης Μαδιάμ»), ξένες παραποιημένες (ο «τζέντελμαν» αντί τζέντλεμαν και ο «ντελμπετέρης» αντί του τουρκο-περσικής προελεύσεως ντερμπεντέρης), ενώ υπέβαλαν σε γοητευτικά πάθη τα φωνήεντα (το «α» γίνεται «ε» και το «ε» γίνεται «η» κι έτσι προκύπτει το «ανεστενάζω» αντί αναστενάζω ή «κατηντήσει» αντί καταντήσει).

Χαρακτηριστικό της γλωσσοπλαστικής ικανότητας των ρεμπετών είναι μαγνητοφωνημένο (σε ηχογράφηση του 1932) απόσπασμα διαλόγου μεταξύ ρεμπέτη και λογίου. Ο λόγιος κατηγορεί τον ρεμπέτη ότι αγνοεί την ελληνική γραμματική και δεν μπορεί να κλίνει τις λέξεις. Ο ρεμπέτης απαντά ότι μπορεί να... κλίσει τα πάντα και το αποδεικνύει. «Ονομαστική: Ο φοιτητής, Γενική: του τούβλου, Αιτιατική: τον τεμπέλη, Κλητική: Ω, λεφτά του γέρου που πάτε περίπατο». «Ονομαστική: H γυναίκα, Γενική: της απάτης, της ψευτιάς, Αιτιατική: την υποκρισία, Κλητική: Ω γυναίκες με κάψατε»...

Παραδείγματα ρεμπέτικης γλωσσοπλασίας:

* Το «τζιμάνι» είναι μάγκικη ελληνοποίηση των «G-men», ειδικών πρακτόρων του αμερικανικού FBI.

* Το «μέγκλα» προέρχεται από την ελληνοποίηση της ετικέτας «Made in England» των αρίστης ποιότητας αγγλικών υφασμάτων και κοστουμιών.

* «Τώρα με το ένα ρε θα σου πάρω καναπέ...». Το «ένα ρε» αποδίδεται στην ελληνοποίηση των αρχικών NRA (National Recovery Act = Πράξη Εθνικής Αποκατάστασης), την οικονομική βοήθεια των ΗΠΑ στους μετανάστες για την αγορά οικοσκευών.

* Το «βιράρω» πλάστηκε από το παράγγελμα «βίρα» (τις άγκυρες), ενώ το «κωλοπερνώ» για να υπονοήσει το «προσπερνώ δήθεν αδιάφορα δείχνοντας τα οπίσθιά μου».

«Μην περιφρονείτε τις λέξεις»

«Το ρεμπέτικο είναι πολιτισμός, κάθε γλώσσα - κι αυτή του Ευαγγελίου, κι αυτή των Γραφών, κι αυτή του θεάτρου, κι αυτή του ρεμπέτικου - είναι λαϊκή δημιουργία, άρα και πολιτισμός» σχολίασε μετά το πέρας της εισήγησης ο καθηγητής Χρίστος Τσολάκης υπογραμμίζοντας: «Μην περιφρονείτε τις λέξεις, απ' όπου κι αν προέρχονται. Τα χρειαζόμαστε όλα»....]

( από: http://www.tanea.gr/Article.aspx?d=20060410&nid=4436804 )

Τροποποιήθηκε από tik-tak

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

ιδίωμα των Gringlish στο ρεμπέτικο

Σε πολλά τραγούδια ακούγονται λέξεις gringlish

Άμπουλα   : ambulance  ασθενοφόρο

αερίστρης  :  Irish man Ιρλανδός

αντρέσσα   : address διεύθυνση

γυάρδα   :  yard (land & measure) αυλή &μονάδα μέτρησης μήκους

ελεβέτα - αλεβέτα  : elevator ασανσέρ (γαλικής προέλ.) & υπέργειος σιδηρόδρομος

καστιγκάρι : Castle Garden (και κατόπιν Ellis Island) χώρος "υποδοχής" μεταναστών

κάρo : car αυτοκίνητο

καροφέρια : car fare ναύλα αυτοκινήτου, κόμιστρα

κακαρότσα : cockroach κατσαρίδα

καντρεμάνης : counterman αυτός που δουλεύει πίσω από το… "counter" σε μια "ντάινα"

κέκι : cake κέικ

κλάζα : closet ντουλάπα (τουρκικής προελ.)

κλόμπι*: club ρόπαλο & λέσχη

κοντράκι : contract συμβόλαιο

κρίμι : cream κρέμα (ιταλικής προελ.)

λάινα : line ουρά & σιδηροδρομική γραμμή & σκοινί που κρεμούν τα ρούχα

λάσιντζα : license άδεια

λέκι : lake λίμνη

λόκαρο  :   local train τοπικό τρένο

μαρκέτα :  market αγορά, σούπερ μάρκετ

μάπα  : map, mop, cabbage χάρτης, σφουγγαρόπανο, λάχανο

μαπίζω :  to mop σφουγγαρίζω

μεριβάνα : maid of honor παράνυμφος

μεσίνι  : machine μηχανή

μιστέκι* :  mistake λάθος

μουβάρω : to move μετακινούμαι, μεταφέρω

μπάγκα  : bank τράπεζα

(μ)παγκαδόρος  : banker τραπεζίτης 

μπασίκλα bicycle ποδήλατο

μπασκέτα basket καλάθι

μπίζινες business δουλειές, επιχειρήσεις

μπίλι bill λογαριασμός

μπιλοζίρια below zero (degrees) κάτω από το μηδέν (θερμοκρασία)

μπίτσι beach παραλία

μπόσης boss αφεντικό

μπρούκλης  : brooklyner ο κάτοικος του Brooklyn και γενικά ο Ελληνοαμερικανός

ντάινα diner είδος εστιατορίου στην Αμερική (με πολλούς Έλληνες ιδιοκτήτες)

ντελικατέσιο delicatessen μπακάλικο (τουρκ. προελ.)

ντεπόζιτο deposit κατάθεση

όφι off ρεπό (γαλ. προελ.)     

πινότσι(α) peanut(s) φιστίκι(α)

πιτσούνι(α) pigeon(s) περιστέρι(α)

πολιτσμάνος policeman αστυνόμος

ρούμι room δωμάτιο

ρούφι roof στέγη, σκεπή, οροφή

ρουφιάνος roof contractor στεγοκατασκευαστής (!!!)

σάινα sign, shoe shine πινακίδα, λουστράρισμα παπουτσιών

σαΐνάς shoe shiner λούστρος (ιταλ. προελ.)

σαλιβάρι sidewalk πεζοδρόμιο

σέντζι* cent σεντ (υποδιαίρεση δολαρίου)

σπιτάλι(α) hospital(s) νοσοκομειο(α)

σπόρτης sport (generous) γενναιόδωρος, μεγαλόψυχος

σπόρτικο gesture γενναιόδωρο, μεγαλόψυχο

στάντζα stand (rack) πάγκος πλανόδιων πωλητών/περίπτερο

στίμι steam ατμός

στόρι story (tab), store ιστορία (διήγημα), μαγαζί (ιταλ.)

στράκι* strike απεργία

τέξες taxes φόροι

τζόκαρι* joker (card games) μπαλαντέρ (γαλ. προελ.)

τικέτο ticket εισιτήριο & πρόστιμο τροχαίας

τούρκος turkey (bird) γαλοπούλα 

τρόμπολες troubles μπλεξίματα, μπελάδες (τουρ.)

τσέκι check επιταγή, τσεκ

τσεκάρω to check ελέγχω

τσέντζι* chance (opportunity) ευκαιρία

τσίπικο cheap φτηνό

φαγιόσκαλα fire escape σκάλα διαφυγής σε περίπτωση πυρκαγιάς

φένα fan βεντάλια, ανεμιστήρας

φλόρι floor πάτωμα

φράνφουρα frankfurter είδος λουκάνικου

φρίζα freezer (refrigerator) καταψύκτης (ψυγείο)

χαρατάκι heart attack καρδιακή προσβολή

χοτέλι hotel ξενοδοχείο

http://www.rebetiko.gr/parusiaseis/maninakis/gringlish.asp

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Το πιτσιρικάκι

Στίχοι: Αργύρης Νικολέσκο

Μουσική: Γιώργος Ροβερτάκης

Πρώτη εκτέλεση: Πρόδρομος Τσαουσάκης

Ένα πιτσιρίκι είναι ξαπλωμένο

μες στα χορταράκια παραπονεμένο.

Θέλει να φουμάρει ένα τσιγαράκι,

μα δεν έχει φράγκο, είναι μπατιράκι.

Του 'ρθε μια ιδέα, κάπου να τη στήσει

όποιος κι αν περάσει τσιγάρο να ζητήσει.

Μα κακή του τύχη λίγο παραπάνω

στη γωνιά τον δρόμου τρακάρει πολιτσμάνο.

Κάνει το κορόιδο, ζούλα τον κοιτάει

και με κόλπο έξυπνο τόνε χαιρετάει.

Δίχως να τα χάσει το πιτσιρικάκι,

απ' τον πολιτσμάνο ζητάει τσιγαράκι

******************

Καίγομαι καίγομαι

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος-Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος

Πρώτη εκτέλεση: Σωτηρία Λεονάρδου

Όταν γεννιέται ο άνθρωπος

ένας καημός γεννιέται

όταν φουντώνει ο πόλεμος

το αίμα δε μετριέται

Καίγομαι καίγομαι

ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά

πνίγομαι πνίγομαι

πέτα με σε θάλασσα βαθιά

Ορκίστηκα στα μάτια σου

που τα ‘χα σαν βαγγέλιο

τη μαχαιριά που μου ‘δωκες

να σου την κάμω γέλιο

Καίγομαι καίγομαι

ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά

πνίγομαι πνίγομαι

πέτα με σε θάλασσα βαθιά

Μα συ βαθιά στην κόλαση

την αλυσίδα σπάσε

κι αν με τραβήξεις δίπλα σου

ευλογημένος να ‘σαι

Καίγομαι καίγομαι

ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά

πνίγομαι πνίγομαι

πέτα με σε θάλασσα βαθιά

*****************

*************

Ζεϊμπέκικο

Στίχοι-μουσική: Διονύσης Σαββόπουλος

Πρώτη εκτέλεση: Σωτηρία Μπέλλου

Μ' αεροπλάνα και βαπόρια

και με τους φίλους τους παλιούς

τριγυρνάμε στα σκοτάδια

κι όμως εσύ δε μας ακούς

Δε μας ακούς που τραγουδάμε

με φωνές ηλεκτρικές

μες στις υπόγειες στοές

ώσπου οι τροχιές μας συναντάνε

τις βασικές σου τις αρχές

Ο πατέρας μου ο μπάτης

ήρθε απ' τη Σμύρνη το '22

κι έζησε πενήντα χρόνια

σ' ένα κατώι μυστικό

Σ' αυτόν τον κοσμο όσοι αγαπούνε

τρώνε βρώμικο ψωμί

κι οι πόθοι τούς ακολουθούνε

υπόγεια διαδρομή

Χτες το βράδυ είδα ένα φίλο

σαν ξωτικό να τριγυρνά

πάνω στη μοτοσικλέτα

και πίσω τρέχανε σκυλιά

Σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα

βάλε στα ρούχα σου φωτιά

βάλε στα όργανα φωτιά

να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα

η τρομερή μας η λαλιά

***********************

Κάτω στα λεμονάδικα

Στίχοι-Μουσικη: Βαγγέλης Παπάζογλου, Αγγούρης

Πρώτη εκτέλεση: Στελλάκης Περπινιάδης

Κάτω στα λεμονάδικα

έγινε φασαρία

δυο λαχανάδες πιάσανε

και κάναν την κυρία

Τα σίδερα τους φόρεσαν

και στη στενή τους πάνε

κι αν δε βρεθούν τα λάχανα

το ξύλο που θα φάνε

Κυρ αστυνόμε μη βαράς

γιατί κι εσύ το ξέρεις

πως η δουλειά μας είναι αυτή

και ρέστα μη γυρεύεις

Εμείς τρώμε τα λάχανα

κι έχουμε τις παντόφλες

για να μας βλέπουν τακτικά

της φυλακής οι πόρτες

**************

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Τα παιδιά της γειτονιάς σου

(1925-1930 ,ΣΤΙΣ Η.Π.Α. ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΤΑΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟ ΑΙΩΝΑ. ΚΑΤΑΓΡΑΦΗΚΕ ΣΤΗΝ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΟΥ ΛΑΙΛΙΟΥ ΚΑΡΑΚΑΣΗ ΜΕ ΤΙΤΛΟ "ΣΑΝ ΓΛΥΣΤΡΩ ΚΑΙ ΠΕΦΤΩ ΚΑΤΩ". ΕΠΙΣΗΣ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΣΥΛΛΟΓΗ ΣΤΙΧΩΝ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ-ΠΕΤΡΑΚΗ ΜΕ ΤΙΤΛΟ "ΟΛΟ-ΟΥΖΟ ΟΥΖΟ" )

Σαν σουρώνω, πέφτω κάτω και λασπώνομαι

Σαν σουρώνω, πέφτω κάτω και λασπώνομαι

Βάζω μπρος τα δυο μου χέρια και σηκώνομαι

Βάζω μπρος τα δυο μου χέρια και σηκώνομαι

Τα παιδιά της γειτονιάς σου με πειράζουνε

Τα παιδιά της γειτονιάς σου με πειράζουνε

Πάλι μεθυσμένος είσαι, μου φωνάζουνε

Πάλι μεθυσμένος είσαι, μου φωνάζουνε

Τα παιδιά της γειτονιάς σου, τα μπαγάσικα

θα τα πιάσω, να τα δείρω, να ’ναι χάσικα

θα τα πιάσω, να τα δείρω, να ’ναι χάσικα

Τα παιδιά της γειτονιάς σου, τα μπαγάσικα

Όλο ούζο, ούζο, ούζο, το βαρέθηκα

Όλο ούζο, ούζο, ούζο, το βαρέθηκα

Φέρτε κι ένα κονιακάκι που τ’ ορέχτηκα

Φέρτε κι ένα κονιακάκι που τ’ ορέχτηκα

(αργιλαμάς 9/8 του 19ου αι., η μελωδική του ανάπτυξη γίνεται

στους Δρόμους Σαμπάχ και Διατονικό μινόρε --πληροφ απο το φυλλαδιακι του CD)

**********************

Ήμουνα μάγκας μια φορά

Στίχοι-μουσική: Μάρκος Βαμβακάρης, Φράγκος

Ήμουνα μάγκας μια φορά με φλέβα αριστοκράτη,

τώρα θα γίνω δάσκαλος σαν τον σοφό Σωκράτη,

τώρα θα γίνω δάσκαλος σαν το σοφό Σωκράτη,

ήμουνα μάγκας μια φορά με φλέβα αριστοκράτη.

Ο Πάρις θα γινόμουνα να 'κλεβα την Ελένη,

να 'φηνα τον Μενέλαο με την καρδιά καμένη,

να 'φηνα τον Μενέλαο με την καρδιά καμένη,

ο Πάρις θα γινόμουνα να 'κλεβα την Ελένη.

Ηθελα να 'μουν Ηρακλής, οταν σε πρωτοείδα,

να σου 'κοβα την κεφάλη σαν τη Λερναία Υδρα,

να σου 'κοβα την κεφάλη σαν τη Λερναία Υδρα,

ήθελα να 'μουν Ηρακλής, οταν σε πρωτοείδα.

Τι άλλο θέλεις να γινώ για να με αγαπήσεις,

εσύ με το κεφάλι σου το Ξέρξη θα ζητήσεις,

εσύ με το κεφάλι σου το Ξέρξη θα ζητήσεις,

τι άλλο θέλεις να γινώ για να με αγαπήσεις,

**********************

Πίνω και μεθώ

Στίχοι-μουσική: Σπύρος Περιστέρης

Πίνω και μεθώ

ωχ αμάν μέρα νύχτα τραγουδώ

και το ντέρτι μου

ωχ αμάν στο μπουζούκι μου ξεσπώ

Γένηκα μπεκρής

ωχ  αμάν χασικλής και μερακλής

γιατί όλο λες

ωχ  αμάν κούκλα μου πως δε με θες

Τα ματάκια σου

ωχ  αμάν και τα κορδελάκια σου

με τουμπάρανε

ωχ  αμάν και με κογιονάρανε

Πώς μου τα ‘φερες

ωχ  αμάν και μου τη κατάφερες

και μου το ‘σκασες

ωχ  αμάν με το μάγκα το ‘στριψες

*************************

Ήσουνα τι ήσουνα

Ήσουνα τι ήσουνα μια παξιμαδοκλέφτρα

τώρα που σε πήρα εγώ γυρεύεις σούρτα φέρτα

Ήσουνα ξυπόλητη και γύρναγες στους δρόμους

τώρα που σε πήρα εγώ γυρεύεις ιπποκόμους

Ήσουνα στη μάνα σου τάιζες κοκκόρους

και τώρα που σε πήρα εγώ ζητάς αεροπόρους

Ήσουνα αδέκαρη και μάζευες κοσάρια

τώρα που σε πήρα εγώ γυρεύεις κατοστάρια

Ήσουνα στην αγορά και μάζευες ραδίκια

τώρα που σε πήρα εγώ γυρεύεις σκουλαρίκια

Ήσουνα στη μάνα σου και πάταγες τις λάσπες

τώρα που σε πήρα εγώ γυρεύεις άσπρες καλτσες

Χίλια χρόνια φυλακή τιμώρησα το χάρο

να ‘σαι πάντα ελεύθερη μαζί σου να γουστάρω

Κούνησα τα ζάρια μου κι 'φερα έξι πέντε

σκαν οι μπάτσοι  στη γωνιά,  τους πάει πέντε πέντε

(γιουρούκικο ζεϊμπέκικο 9/8 πάνω σε αρχέγονο Χαβά του 17ου αι.

Αυτός ο Χαβάς χρησιμοποιήθηκε κι από τους δημιουργούς του ρεμπέτικου της Πειραιώτικης σχολής .Η μελωδική του ανάπτυξη ακολουθεί το Δρόμο Σαμπάχ --πληροφ απο το φυλλαδιακι του CD)

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Οπτικοακουστική συνεισφορά στο topic

:)

Μια από τις αγαπημένες εκπομπές από το Λύκειο , ήταν Λαϊκοί Βάρδοι, δεύτερο πρόγραμμα,του μακαρίτη Πάνου Γεραμάνη, να ακούγονται τα δισκάκια γρουτσου γρουτσου...βρε πώς μεγάλωσα :S :D

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

[....Η ΦΥΜΑΤΙΩΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Γ.Εμ.Δρακωνάκης

Πνευμονολογικό τμήμα, ΚΥ Νοσοκομείο Σητείας Κρήτη

Ιατρική 2004, 85(5);317-322

1. Εισαγωγή

Το ρεμπέτικο τραγούδι σαν έκφραση του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού είναι είδος του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Αναπτύσσεται πρώτα σε περιθωριακές ομάδες. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή παραλαμβάνεται και αναπτύσσεται από τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα, των προσφύγων αρχικά, με την πληθώρα των προβλημάτων που τους απασχολούσαν. Τα προβλήματα αυτά αποτέλεσαν υλικό για το ρεμπέτικο.

Η φυματίωση την εποχή αυτή γνωρίζει μεγάλη έξαρση στην Ελλάδα. Οι κακές συνθήκες διαβίωσης χαμηλών εισοδηματικών στρωμάτων ευνοούν την αυξημένη επίπτωση, την κακή πρόγνωση και την αυξημένη θνησιμότητα από τη νόσο. Αποτέλεσμα αυτής της διαπίστωσης είναι στα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο χαμηλά εισοδηματικά στρώματα με τις κακές συνθήκες διαβίωσης, που ασχολούνται με το ρεμπέτικο τραγούδι, να υπάρχει αυξημένη επίπτωση, κακή πρόγνωση και αυξημένη θνησιμότητα από τη νόσο. Η απώλεια από τη φυματίωση συγγενών, φίλων, συνεργατών είναι μείζον πρόβλημα και η νόσος αποτελεί, όπως και τα άλλα προβλήματα, υλικό για τα ρεμπέτικα τραγούδια.

Ο Koch R είχε ανακαλύψει το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης το 1882. Όμως, αν και τα ρεμπέτικα που μνημονεύουν τη νόσο γράφτηκαν πολύ αργότερα, η αιτιολογία της νόσου δεν απηχείται στα τραγούδια. Όταν αρρωστήσει κανείς από φυματίωση η αιτία είναι το «γραπτό» ή η τιμωρία. Αντίθετα τα ρεμπέτικα αναφέρονται πολύ παραστατικά τα συμπτώματα της νόσου, βήχας, αιμόπτυση, βαθμιαία απίσχναση. περιγράφονται οι χώροι όπου εξελισσόταν δράμα, ως και η κατάληξη της, ο θάνατος, που τον θεωρούσαν σίγουρο.

2. Το ρεμπέτικο τραγούδι

Το ρεμπέτικο είναι ένα είδος ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Όμως υπάρχει μεγάλη σύγχυση στον ακριβή ορισμό του ρεμπέτικου τραγουδιού, την προέλευση του, τον τρόπο ενοφθαλμισμού του στην ελληνική λαϊκή μουσική.

[...]

2.4 Διάδοση – Αναπτυξη

Η εισβολή του ρεμπέτικου τραγουδιού στην Ελλάδα γίνεται αφού το δημοτικό τραγούδι ατονεί στην ύπαιθρο και αφού στα αστικά κέντρα ο χώρος ήταν κενός και δεν μπορούσε να καλυφθεί από την καντάδα ως είδος λαϊκής μουσικής κατανάλωσης. Στην αρχή το ρεμπέτικο τραγούδι δεν είναι αποδεκτό από τις ευρείες μάζες εξ αιτίας της προέλευσης του. Μένει στο περιθώριο με την ποιότητά του να είναι ακόμη ευτελής και τους στίχους του να ανταποκρίνονται στην νοοτροπία των εκτός νόμου , τους παρίες της κοινωνίας.

Μετά τη μικρασιατική καταστροφή, πληθυσμοί με διαφορετική νοοτροπία και συνήθειες ζωής έρχονται να κατοικήσουν στην Ελλάδα και δημιουργούν τους προσφυγικούς καταυλισμούς γύρω από την Αθήνα, τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη και τα άλλα αστικά κέντρα, που εξελίσσονται σε προσφυγικούς συνοικισμούς. Οι προσφυγικοί συνοικισμοί γεμίζουν με κέντρα διασκέδασης, που αποτελούν τους νέους μαζικούς χώρους όπου θα αναπτυχθεί και θα επεκταθεί το ρεμπέτικο τραγούδι. Αξίζει να σημειωθεί ότι παράγοντας διάδοσης του ρεμπέτικου στην ύπαιθρο είναι ο στρατιώτης που υπηρετεί τη θητεία του στα αστικά κέντρα.

Η μεταπήδηση του ρεμπέτικου από την κλειστή κοινωνία των φυλακών στα κέντρα διασκέδασης των προσφυγικών συνοικισμών, αποτελεί το πρώτο ποιοτικό άλμα του. Από τραγούδι του υπόκοσμου, τείνει να κατακτήσει τις κατώτερες εισοδηματικά μάζες του προσφυγικού συνοικισμού. Αυτή η ποιοτική μετεξέλιξη του ρεμπέτικου δεν είναι άμεσα εμφανής, γίνεται με βραδύτητα ευθέως ανάλογη με τη βραδύτητα της ανάπτυξης της οικονομίας των μεγάλων αστικών κέντρων

Τα χρόνια αμέσως πριν και κατά την κατοχή το ρεμπέτικο γνωρίζει ύφεση στην κατοχή υποστρέφει πάλι σε τραγούδι αποδιοπομπαίων. Ωστόσο το ρεμπέτικο τραγούδι εξυπηρέτησε και την Ελληνική αντίσταση, με το να τραγουδιούνται στα αντιστασιακά κέντρα ρεμπέτικα με αντιστασιακούς στίχους. Με την απελευθέρωση συνεχίζεται και πάλι η ανάπτυξη του ρεμπέτικου τραγουδιού με την εμφάνιση των αξιόλογων συνθετών του και στα επόμενα χρόνια γίνεται αποδεκτό και από τα εύρωστα εισοδηματικά στρώματα.

Θέματα στο ρεμπέτικο τραγούδι είναι κάθε τι που μπορεί να απασχολήσει σοβαρά τον κόσμο. Ανάμεσα στα θέματα που αναφέρονται στο ρεμπέτικο είναι και η φυματίωση, αφού η ασθένεια θέριζε ολόκληρες οικογένειες προπολεμικά.

3. Φυματίωση και ρεμπέτικο τραγούδι

Η φυματίωση είναι μια λοιμώδης νόσος που προσβάλλει όλα τα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Ιδιαίτερα προσβάλλει τα άτομα των χαμηλότερων εισοδηματικά στρωμάτων και αυτά με κακές συνθήκες διαβίωσης, παράγοντες που επηρεάζουν δυσμενώς και την πρόγνωση της νόσου. Η φυματίωση δεν άφησε αδιάφορους αυτούς που ανάπτυξαν το ρεμπέτικο τραγούδι, που ανάδειξαν με το τραγούδι τους αυτά ποικιλία θεμάτων και που είδαν να χάνονται συγγενείς, φίλοι, συνεργάτες.

Καμιά άλλη νόσος δεν τραγουδήθηκε τόσο πολύ στο ρεμπέτικο τραγούδι, όσο η φυματίωση.

Η πρώτη προσέγγιση της δισκογραφίας του ρεμπέτικου εντόπισε περίπου σαράντα τραγούδια κατά τη περίοδο 1925-1955 με θεματολογικό περιεχόμενο τη φυματίωση.

Το ρεμπέτικο δεν κατονομάζει ποτέ τη φυματίωση, αφού αποφεύγει τις λέξεις που δημιουργούν έντονα δυσάρεστα συναισθήματα, υιοθετούνται οι γενικότερα χρησιμοποιούμενοι από το λαό όροι φθίση, χτικιό, μαράζι, μεράκι.

Αν και ο Koch R είχε ανακαλύψει το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης το 1882 και τα ρεμπέτικα του χτικιού γράφτηκαν πολύ αργότερα, η αιτιολογία της νόσου δεν απηχείται στα τραγούδια. Όταν αρρωστήσει κανείς από φυματίωση, η αιτία είναι το «γραπτό» ή η τιμωρία.

Στα ρεμπέτικα αναφέρονται τα συμπτώματα της φυματίωσης, βήχας, αιμόπτυση, βαθμιαία απίσχνανση, πολύ παραστατικά»

Η βαθμιαία απίσχνανση και η καχεξία από τη νόσο αναφέρονται στους στίχους ως το σώμα που λειώνει σαν κερί, που μαραίνεται σαν ανθός, που φυλλορροεί σαν το μαραμένα φύλλα. Αναφέρονται επίσης « χώροι όπου εξελισσόταν το δράμα, ως και η κατάληξη της, ο θάνατος.

Όλα τα τραγούδια του χτικιού αναφέρονται στο θάνατο που θα έρθει σαν αποτέλεσμα της μοίρας, στο τέλος μιας βασανιστικής πορείας. Ο θάνατος είναι αποδεκτός ως η μοναδική απαλλαγή από τη νόσο, με αποτέλεσμα να προβάλλεται μια κοινή για την εποχή αλήθεια, το ανίατο της νόσου. Η χρονική περίοδος της νόσου που αναφέρεται στα τραγούδια είναι αυτή αμέσως πριν το θάνατο του ασθενούς.

Το ρεμπέτικο τραγούδι περιγράφει την απελπισία, την αγωνία, τη μοιρολατρία, το αίσθημα αδικίας σε ένα νέο άνθρωπο που πάσχει από θανατηφόρο νόσημα. Είναι κοινή αντίληψη πως αν ο ηλικιωμένος άνθρωπος πεθαίνει άρρωστος, ο νέος κτυπιέται πάντα άδικα από μια νόσο που είναι θανατηφόρος.

Αναφαίνεται από το φθισικό ένα αίσθημα ενοχής και η κοινωνική στάση επιβάλλει την απόκρυψη του νοσήματος του. Ο στιγματισμός του φθισικού από τη νόσο ακολουθεί τον άρρωστο, έτσι που προτιμά να αρνηθεί και το θάνατο του ακόμη, χάριν μιας υγιούς κοινωνικής αποκατάστασης.

Αν και υπάρχουν τραγούδια με αναφορές στο φίλο ή στους φίλους που παραστέκουν, η συμπαράσταση φαίνεται να είναι τελικά έργο της μάνας, αφού στην Ελλάδα η μητέρα είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό άτομο, με άμεση σχέση με τη ζωή, την αρρώστια, το θάνατο. Οι αναφορές είναι ποικίλες, τρυφερές, οδυνηρές. Στο ρεμπέτικο δεν υπάρχει αναφορά στον πατέρα.

3.1. Αμανέδες ή μανέδες

Τα πρώτα ρεμπέτικα τραγούδια με θεματολογικό περιεχόμενο τη φυματίωση εμφανίζονται σαν αμανέδες ή μονέδες, με τη μορφή δεκαπεντασύλλαβων δίστιχων, στη Μικρά Ασία και ιδιαίτερα στην περιοχή της Σμύρνης. Αναφορές στη φυματίωση ευρίσκονται στους αμανέδες (σε παρένθεση ο χρόνος ηχογράφησης σε περίπτωση που είναι γνωστός, ενώ όταν υπάρχουν περισσότεροι του ενός αμανέδες με τον ίδιο τίτλο παρατίθεται και ο συνθέτης):

- Ραστ μαχούρ αμανές - Πολλοί έχουν πόνο και πονούν (1928)

- Ραστ Νεβά - Φθισικός αμανές (1928)

- Φθισικός αμανές - Μάνα μου είμαι φθισικός του Ατραϊδη Δ (1928)

- Το γκαζέλι τον φθισικού (1928)

- Μανές Ραστ - Το φθισικό. Μάνα μου είμαι φθισικός του Καρίπη Κ (1929)

- Τα βάσανα του φθισικού (1929)

- Φθισικός αμανές - Ωσάν το νεκρικό κορμί (1929)

- Καδίφης (1930)

- Σουζινάκ αμανές - Φθίνω κι η φθίση προχωρά (1930)

- Ραστ Αμανές - Μάνα μου είμαι φθισικός του Θωμαίδη Κ (1930)

- Ραστ Νέβά Αμανές - Ο φθισικός του Σωφρονίου Ε (1930)

- Ο φθισικός της Φραντζεσκοπουλου Μ (1930)

- Το βάσανο του φθισικού (1930)

- Το φθισικό κορίτσι του Νταλγκά Α (1931)

- Ο πόνος του φθισικού (1931)

- Ο καημός του φθισικού (1931)

- Το φθισικό κορίτσι του Τομπουλη Α 0932}

- Ο φθισικός του Κασιμάτη Ζ (1933)

- Ο φθισικός αμανές: Μάνα μου ρίζωσε βαθιά (1936)

- Ραστ Αραβί Αμανές

- Φθισικός της Εσκενάζυ Ρ.

3.2. Χαρακτηριστικά δείγματα

Μαράζωσα (μανούλα μου)

Μαράζωσα μανούλα μου και σαν κεράκι λιώνω...

Μανούλα βήχω και πονώ..

... Τέτοιο μαράζι μάνα μου, που έχω αποχτήσει,

το πήρα πια απόφαση μια μέρα θα με σβήσει...

Ζεϊμπέκικο που ο χρόνος ηχογράφησης του δεν είναι γνωστός και που αναφέρεται στα συμπτώματα και στο τότε ανίατο της νόσου

Τα πεύκα της Πεντέλης

Το ζεϊμπέκικο αυτό ηχογραφήθηκε το 1934. Δεν γίνεται άμεσα μνεία για το ότι ο ήρωας του τραγουδιού πάσχει από φυματίωση, αλλά συνάγεται από τα συμπτώματα που αναφέρονται, βήχας και αιμόπτυση και την παραμονή του για θεραπεία στην πευκόφυτη Πεντέλη, στο σανατόριο. Στο ρεμπέτικο τραγούδι γενικά αναφέρονται τοπωνυμία, δεν γίνεται αναφορά στο σανατόριο, αφού και αυτό προκαλεί έντονα δυσάρεστα συναισθήματα και ισχύει για την αποφυγή αυτής της αναφοράς ότι σχολιάσθηκε προηγούμενα και για τη φυματίωση:

Η μόνη μου παρηγοριά στα πεύκα της Πεντέλης

ειν’ ο γιατρός που με κοιτά, μάνα μου μη σε μέλει.

Μάνα μου, βήχας μ’ έπιασε, αίμα βγάζει το στόμα,

πότε, Θεέ, το σώμα μου θ’ αναπαυτεί στο χώμα;...

Η φθισικιά

Ζεϊμπέκικο που ηχογραφήθηκε το 1934.

Μάνα μου για πες μου - Φθισικός

Ηχογραφήθηκε το 1936.

Εάν δεν ήσουν φθισικιά

Ηχογραφήθηκε το 1936.

Η μόνη μου παρηγοριά

Ηχογραφήθηκε το 1937.

Μες της Πεντέλης τα βουνά

Και σε αυτό το ρεμπέτικο αποφεύγεται η άμεση αναφορά στο σανατόριο, όπου ευρίσκεται για θεραπεία ο φθισικός, που για αυτόν ο θάνατος είναι αναπόφευκτος και αναφέρεται η πευκόφυτη Πεντέλη σαν τόπος διαβίωσης-θεραπείας:

Μεσ' της Πεντέλης τα βουνά, στα πεύκο τριγυρίζω,

το χάρο ψάχνω για να βρω, μα δεν τόνε γνωρίζω...

Με βλέπει και χαμογελά κι αρχίζω πια να σβήνω,

μου λέει με δυνατή φωνή, σε παίρνω δε σε αφήνω.

Αρρώστησα μανούλα μου

Ζεϊμπέκικο που ηχογραφήθηκε το 1947. Φαίνεται από τους στίχους ότι έχει γίνει κατανοητή η μολυσματικότητα της νόσου και ο φόβος για τη μετάδοση της είναι τόσο μεγάλος, ώστε ο φυματικός να απομονώνεται και από τους φίλους του:

...Από μακριά οι φίλοι μου περνάνε κι αρωτούνε,

τι κάνω και πως, βρίσκομαι και με παρηγορούνε...

...Αρρώστησα και δεν μπορώ και λιώνω απ' το μεράκι.

Του πόνου το ποτήρι

Ζεϊμπέκικο που ηχογραφήθηκε το 1949:

.Χάρε, με το δρεπάνι σου, έμπα στο φτωχικό μου,

μόνο το μνήμα το βαθύ θα γιάνει το χτικιό μου,

Πέφτουν τα φύλλα απ’ τα κλαριά

Ζεϊμπέκικο που ηχογραφήθηκε το 1952, όπου έχει διεισδύσει ο λαϊκός θρύλος πως, τάχα, οι φυματικοί πεθαίνουν το φθινόπωρο.

...και μένα το κορμάκι μου το τρώει το μαράζι...

...ετούτο το φθινόπωρο για πάντα πια με χάνεις..

Βρήκαν γιατροί το φάρμακο

Το 1943 εισήχθη στη θεραπεία της φυματίωσης το πρώτο αντιβιοτικό με αντιφυματική δράση, η στρεπτομυκίνη και ακολούθησαν τα αντιφυματικά φάρμακα παρααμινοσαλικυλικό οξύ το 1946 και ισονιαζίδη το 1951. Σε αυτό το ρεμπέτικο τραγούδι που ηχογραφήθηκε το 1952, φαίνεται κάποιος βαθμός αισιοδοξίας του φυματικού για επιβίωση.

«Τα φθισικά»

Λίγο μετά το 1930 επανηχογραφούνται στις ΗΠΑ ομάδα δεκατριών ρεμπέτικων που αναφέρονται στη φυματίωση, η πλειονότητα των οποίων είχε ηχογραφηθεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Μόνο τρία από αυτά (το «Μάνα μου είμαι φθισικός», το «Δως μου πίσω τα λουλούδια» και το «Χαμπάχ μανές») ηχογραφούνται για πρώτη φορά στις ΗΠΑ. Ο κόσμος για να ξεχωρίσει αυτή την ομάδα ρεμπέτικων με κοινό θέμα τη φυματίωση από άλλα τραγούδια που ηχογραφήθηκαν στις ΗΠΑ, τους προσάπτει το προσωνύμιο «Τα φθισικά»:

Ο καημός του φθισικού:

Αμανές, όπου εκφράζεται ο καημός του φθισικού.

Ραστ (Μάνα μου είμαι φθισικός): Αμανές όπου εκφράζεται ο καημός του φθισικού.

Ο τραγουδιστής βήχοντας μιμείται το βήχα του φθισικού.

Μάνα μου είμαι φθισικός:

Μαντολινάτα με στοιχεία επτανησιακής διαλέκτου, που αναφέρεται και στη μολυσματικότητα της φυματίωσης με το φθισικό να προτρέπει με τρυφερότητα τη μάνα του να προσέχει τον άλλο του αδερφό για να μη μολυνθεί κι αυτός:

Μάνα μου είμαι φθισικός, έχω μεγάλη φθίση

φύλα τον άλλο αδερφό μάνα να μη κολλήσει

Μάνας σαμπάχ (τα πάθη μου θα γιατρευτούν):

Ο φθισικός εκφράζει με παράπονο σε αυτό τον αμανέ την πεποίθηση ή του ότι θα απαλλαγεί από την ταλαιπωρία της φυματίωσης με το θάνατο, μη περιμένοντας θεραπεία:

Τα πάθη μου θα γιατρευτούν στην υστερνή πνοή μου

και τότε θα αναπαυθεί για πάντα το κορμί μου.

Στα πεύκα και στα έλατα:

Αργό ζεϊμπέκικο όπου δε γίνεται και πάλι άμεσα μνεία για το ότι ο ήρωας του τραγουδιού πάσχει από φυματίωση, αλλά συνάγεται από το συνεχές αδυνάτισμα του, φυλλορροή όπως παρομοιάζεται και την παραμονή του για θεραπεία στην πευκόφυτη Πάρνηθα, σε κάποιο σανατόριο, που δεν αναφέρεται όμως, ισχύοντας ότι και στο τραγούδι «τα πεύκα της Πεντέλης»:

Τα νιάτα δεν τα χόρτασα, δεν θέλω να πέθανω,

σαν τον ανθό μαράθηκα-μανούλα μου και δεν μπορώ να γιάνω.

Αχ, βλε-πω τα φύλλα απ' τα κλαδιά να πέφτουν μαραμένα

κι όταν τα βλέπω σκέφτομαι-μανούλα μου πως μοιάζουν σαν κι εμένα.

Αχ, στα πεύκα και στα έλατα μου’ πανε πως θα γιάνω,

γι' αυτό πήγα στη Πάρνηθα-μανούλα μου το πόνο μου να γιάνω

-και στην κορφή απάνω.

Ραστ μαχούρ (Όλοι με λένε φθισικό):

Άλλος αμανές όπου εκφράζεται και πάλι ο καημός του φθισικού.

Σαν πεθάνω βρε μανούλα...(Ο φθισικός):

Ζεϊμπέκικο όπου ο τραγουδιστής ενδιάμεσα στους στίχους ξερόβηχε, μιμούμενος το βήχα των φυματικών, που ήταν πασίγνωστος. Η φυματίωση μνημονεύεται σαν νόσος του έρωτα και του ανεκπλήρωτου πόθου;

...Σαν πεθάνω βρε μανούλα,

μίλα στη γειτονοπούλα,

πες της πως γι' αυτήν πεθαίνω

αχ, και στον Άδη κατεβαίνω...

...Μάνα μου το παν οι γιατροί πως έχω φθίση,

δεν μπορεί, μανούλα μου, Ο βήχας να με αφήσει

Αρκετά από το ρεμπέτικα έχουν δανειστεί στίχους από τα δημοτικά τραγούδια. Ο δανεισμός αυτός παρατηρείται και στο ρεμπέτικα που αναφέρονται στη φυματίωση, όπως σε αυτό το ρεμπέτικο που οι στίχοι του σχεδόν ταυτίζονται με το δημοτικό τραγούδι από την περιοχή της Μακρυνίτσας «Του φυματικού νέου».

Ο χάρος πλησιάζει:

Στο ζεϊμπέκικο αυτό στη λέξη «νύχτωσε» εκφράζεται έντονα η απαισιοδοξία του φθισικού, που περιμένει το θάνατο:

Νύχτωσε. Μανούλα μου στο λέω δε μπορώ

το στήθος μου πονεί κι ο βήχας με ταράζει

μ' αφήνει η ζωή ο κι ο χάρος πλησιάζει

Δως μου πίσω τα λουλούδια:

Μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που η φυματίωση αναφέρεται σε καρσιλαμά στο ρεμπέτικο τραγούδι.

Λειώνει το κορμί μου λιώνει:

Στο ζεϊμπέκικο αυτό εκφράζεται έντονα η ταλαιπωρία και η απαισιο¬δοξία του φθισικού:

Λειώνει η καρδιά σα το κερί και το κορμί στραγγίζει.

...μου λεν πως θα βρω γιατριά στο τάφου μου το πάτο...

...χρόνια τώρα τυραννιέμαι και πικρά ταλαιπωριέμαι

Τα κυπαρίσσια στέκονται:

Σε αυτό το αργό ζεϊμπέκικο εκφράζεται η απελπισία για τον νέο που κτυπιέται και χάνεται άδικα ,όπως προαναφέρθηκε, από μια θανατηφόρο νόσο:

....μέσα στη νιότη χάθηκε τι άδικο τι κρίμα...

...κλάψε τα νιατα που στη γη βαθειά θα ξεχαστούνε...

Μελετώντας το ρεμπέτικα τραγούδια για τη φυματίωση, διαπιστώνει κανείς ότι όταν χορεύονται, στη συντριπτική πλειοψηφία ακολουθούν ρυθμό ζεϊμπέκικου και κανένα ρυθμό χασάπικου χορού. Για το γεγονός αυτό υπάρχει εξήγηση. Ο χασάπικος είναι χορός συντροφικός, χορός ομάδας στενών φίλων, με συγκεκριμένα βήματα και τέλειο συγχρονισμό των χορευτών. Ο ζεϊμπέκικος είναι ένας μοναχικός χορός, χωρίς συγκεκριμένες φιγούρες, που αφήνει το χορευτή να αυτοσχεδιάσει, εκφράζοντας τον εαυτό του σε μια μοναχική εξομολόγηση. Μόνος του είχε μείνει και ο φυματικός, ακόμη και στα πλαίσια μιας ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας. Ακόμη και αν οι άλλοι δεν τον εγκατέλειπαν, ο ίδιος βάδιζε μόνος του τον αργό, παραπονεμένο και μοναχικό δρόμο του συνήθως επερχόμενου θανάτου του.

Ευχαριστίες

Εκφράζω τις ευχαριστίες μου στο κ. Γρηγοριο Φαληρέα για τις πληροφορίες που μου έδωσε σχετικά με την ομάδα των ρεμπέτικων τραγουδιών «τα φθισικά»....]

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Μπράβο βρε Τικ-Τακ! Ωραίο τόπικ!

Μου έκανε εντύπωση όταν έμαθα πρόσφατα ότι οι γνωστοί στίχοι του Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι

(Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι το σκοτάδι είναι βαθύ,

κι όμως ένα παλικάρι δεν μπορεί να κοιμηθεί

Άραγε τι περιμένει όλη νύκτα ως το πρωϊ

στο στενό το παραθύρι που φωτίζει με κερί

Πόρτα ανοίγει πόρτα κλείνει με βαρύ αναστεναγμό,

ας μπορούσα να μαντέψω της καρδιάς του τον καημό )

από τον Απόστολο Καλδάρα, είναι στην πραγματικότητα προϊόν αυτολογοκρισίας του (για να αποφύγει την λογοκρισία της εποχής).

Τα πρωτότυπα λόγια γράφτηκαν το Φεβρουάριο του 1947 στη Θεσσαλονίκη, περνώντας μπροστά από το γνωστό Γεντί Κουλέ... :

Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι, νύχτωσε και στο Γεντί

κι όμως ένα παληκάρι δεν μπορεί να κοιμηθεί

Άραγε τι περιμένει όλη νύχτα ως το πρωϊ

στο στενό το παραθύρι που φωτίζει το κελί

Πόρτα ανοίγει πόρτα κλείνει μα διπλό είναι το κλειδί

τι έχει κάνει και το ρίξαν, το παιδί στη φυλακή

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

πριν από 102 χρόνια,στις 10/5/1905,

γεννήθηκε ο Μάρκος Βαμβακάρης

ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ

Όνομα ΜΑΡΚΟΣ

Παρατσούκλι ΦΡΑΓΚΟΣ, ΚΟΝΤΡΑ ΜΠΑΣΟ

Ψευδώνυμο Α. ΡΟΚΟΣ, ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ, Δ. ΚΑΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, Ν. ΣΤΑΘΜΑΣ, ΣΤΑΜΑΣ

Ημερομηνία Γέννησης 10/5/1905

Ημερομηνία Θανάτου 8/2/1972

Τόπος Γέννησης ΑΝΩ ΧΩΡΑ ΣΥΡΟΥ

Τόπος Θανάτου ΑΘΗΝΑ

659.jpg

Τα παιδικά χρόνια

Ο Μάρκος Βαμβακάρης γεννήθηκε στη Σύρο και συγκεκριμένα στο Σκαλί της ’νω Χώρας, στις 10 Μαΐου του 1905, ημέρα Τετάρτη, στις τρεις η ώρα το πρωί. Ήταν ο πρώτος από τα έξι παιδιά του Δομένικου και της Ελπίδας Βαμβακάρη. Τα άλλα παιδιά ήτανε με τη σειρά ο Λεονάρδος, ο Φραγκίσκος, η Γκράτσια, ο Αργύρης και η Ρόζα.

Ο Δομένικος, ο πατέρας του Μάρκου, ήταν γιος του Μάρκου του Ρόκου και είχε άλλα δύο αδέρφια, τον Αντώνη και το Μορφίνη. Και τα τρία αδέρφια έπαιζαν γκάιντα. Ο Δομένικος έκανε διάφορες δουλειές για να ζήσει την οικογένειά του. ’λλοτε δούλευε καρβουνιάρης, άλλοτε έπλεκε καλάθια, πότε-πότε πήγαινε στα χωράφια ως σκαφτιάς.

Η Ελπίδα Βαμβακάρη, ήταν ένα από τα έξη παιδιά του Λεονάρδου Προβελέγγιου, ο οποίος ήταν ράφτης στο επάγγελμα. Όπως θυμάται ο Μάρκος:

«Η μάνα ήτανε όμορφη και χαρούμενη. Αστειευόταν, τραγουδούσε όμορφα, όλο ζωή…».

Το 1909 ο Μάρκος πρωτοπήγε στο σχολείο, ενώ το 1912, πριν να τελειώσει την τετάρτη δημοτικού, αναγκάστηκε να διακόψει διότι πήραν τον πατέρα του στο στρατό. Η μητέρα του Ελπίδα μαζί με το Μάρκο έπιασαν δουλειά στο κλωστήριο του Δεληγιάννη. Εκείνη την εποχή γεννήθηκε η Γκράτσια, η πρώτη αδερφή του Μάρκου. Ο Μάρκος όμως δεν μπορούσε να χωρέσει στο εργοστάσιο. Η μητέρα του είδε κι απόειδε και τον έδωσε παραγιό σ’ έναν ξάδερφό της με το παρατσούκλι ο Μούγιας, που διατηρούσε μπακάλικο στην πόλη της Σύρας. Κάτι όμως η θεία του η στρίγγλα, κάτι ο θείος του ο Μούγιας, έφυγε και από εκεί. Μετά από μία γερή πνευμονία κατέβηκε στην πόλη της Σύρου, όπου πήγε να δουλέψει ως χασάπης. Δούλεψε σε δύο χασάπικα και στη συνέχεια έπιασε δουλειά ως εφημεριδοπώλης. Η δουλειά αυτή τον έσπρωχνε προς την αλητεία και αποφάσισε να αλλάξει και να δουλέψει σε οπωροπωλείο. ’λλαξε δύο οπωροπωλεία, ώσπου κατέληξε και πάλι εφημεριδοπώλης στο πρακτορείο των Αθηναϊκών εφημερίδων, ενώ το βράδυ δούλευε ως λούστρος. Όλα αυτά μέχρι το 1917, δώδεκα χρονών στα δεκατρία, ώσπου μία μέρα κύλησε ένα μεγάλο βράχο σε μία κατηφόρα και αυτός πήγε και έπεσε μέσα σε ένα σπίτι. Τον έψαχνε η αστυνομία και ο Μάρκος από το φόβο του μπήκε λαθρεπιβάτης σε ένα καράβι για τον Πειραιά.

Τα πρώτα χρόνια στον Πειραιά

Τα πρώτα χρόνια στον Πειραιά ήτανε δύσκολα για το Μάρκο. Έμενε στα Ταμπούρια και αρχικά δούλεψε ως γαιανθρακεργάτης.

«…Πότε βγάζαμε το κάρβουνο όξω από τα φορτηγά που ξεφορτώναμε. Πότε πηγαίναμε κάτω στο λιμάνι, πιάναμε μια μαούνα εξήντα, εβδομήντα τόνους, δέκα νοματαίοι, δώδεκα, την οποία έπρεπε να την αδειάσουμε στον Κάνθαρο, μέσα εκεί που είχανε τις αποθήκες του κάρβουνου οι μεγάλοι εφοπλιστές…».

Ήρθε κάποια στιγμή και όλη η οικογένειά του στον Πειραιά και αυτός με τον πατέρα του ζούσαν την οικογένεια δουλεύοντας στο κάρβουνο. Αφού δούλεψε τέσσερα χρόνια στη σκληρή αυτή δουλειά, πήγε στη χαμαλίκα και ξεφόρτωνε εμπορεύματα στη Ζέα, στο τελωνείο του Μαργιολή, όπου έμεινε δύο-τρία χρόνια. Στην περίοδο αυτή παντρεύτηκε με τη Ζιγκοάλα, την πρώτη του γυναίκα, την οποία καθώς έλεγε μίσησε στο τέλος όσο καμία άλλη γυναίκα στον κόσμο. Ο έρωτας του Μάρκου με τη Ζιγκοάλα ήταν κεραυνοβόλος, αλλά η κατάληξη άσχημη.

« …Δεκαεννιά χρονών έγινα αγαπητικός στο μπορντέλο μιας Ειρήνης από τη Σύμη. Ήτανε στο δεύτερο διαμέρισμα των Βούρλων, η πρώτη μου ερωτική επαφή. Μεγαλύτερη είκοσι εφτά, είκοσι οκτώ χρονών, μου ’δινε και λεφτά και κουστούμια. Αγάπησα την άλλη, τη Μανιάτισσα, τη Ζιγκοάλα, και την απαράτησα…».

Εκείνη την περίοδο άρχισε να πηγαίνει στους τεκέδες. Δεκαοχτώ χρονών ξεκίνησε τη μαστούρα. Ήταν η εποχή που ο Μάρκος αλήτευε στους τεκέδες και άρχισε να έχει νταραβέρια με την αστυνομία. Το πρωί στη δουλειά, το βράδυ στον τεκέ. Για εννιά μήνες περίπου δούλεψε με τον πατέρα της Ζιγκοάλα, χαμαλίκι πάλι στο τελωνείο.

Κατά το 1922-'23 έφυγε από λιμενεργάτης και πήγε εκδορέας στα σφαγεία του Πειραιά. Σιγά-σιγά έγινε δεινός εργάτης στα σφαγεία, άριστος εκδορέας. Περίπου ένα χρόνο μετά ο Μάρκος μυήθηκε στο μπουζούκι, το όργανο που του άλλαξε τη ζωή και έκανε όλους εμάς να τραγουδάμε τα τραγούδια του μέχρι και σήμερα.

«…Λίγο πριν πάω στρατιώτης, το 1924 ή αρχή το '25, άκουσα κατά τύχη τον μπάρμπα Νίκο τον Αϊβαλιώτη να παίζει το μπουζούκι, το οποίον τόσο πολύ μου άρεσε, ώστε έκανα όρκο ότι αν δεν μάθω μπουζούκι θα κόψω τα χέρια μου με την τσατίρα που σπάνε τα κόκαλα στο μαγαζί…».

Σε έξι μήνες από τη μέρα που το ’πιασε το όργανο είχε γίνει άσσος. Τόσο πολύ του άρεσε. Σε δάσκαλο δεν πήγε. Ο δάσκαλός του ήταν ο τεκές, εκεί που μαζευόντουσαν όλοι να φουμάρουν, εκεί πρόσεχε τους παλιούς που παίζανε και μάθαινε κι αυτός.

Μετά το Στρατό

Φαντάρος πήγε για δεκατέσσερις μήνες, όταν έγινε είκοσι χρονών Δεκατέσσερα χρόνια θα ήτανε μαζί με τις φυλακές που είχε φάει, αλλά τα κατάφερε και απολύθηκε. Γύρισε στο σπίτι του, αλλά λίγο-λίγο άρχισε να μην πηγαίνει στη δουλειά. Ο πατέρας του και η μάνα του μαραζώνανε γιατί τον βλέπανε να μη δουλεύει, να γυρίζει στους τεκέδες συνεχώς μαστούρης. Ο Μάρκος είχε συνεχώς στο μυαλό του το μπουζούκι, αυτό τον είχε συνεπάρει, αλλά είχε πέσει και στην αλήτικη ζωή με τους τεκέδες και τη μαστούρα σε καθημερινή βάση. To 1930 ο Δομένικος, ο πατέρας του Μάρκου, πέθανε χωρίς να προφτάσει να δει το γιο του στα πάλκα και στα γραμμόφωνα.

Ο Μάρκος είχε αρχίσει να γράφει δικά του τραγούδια. Μέχρι το ‘33 είχε γράψει περίπου 50 τραγούδια και τα ’παιζε με το μπουζούκι του και τα θυμότανε χωρίς να πάει σε κάποιον μουσικό να του βάλει νότες.

Με το Γιώργο το Μπάτη, τον Ανέστο το Δελιά και το Στράτο τον Παγιουμτζή είχαν γνωριστεί στους τεκέδες και γυρνάγανε μαζί και παίζανε, τραγουδάγανε και πίνανε και διασκέδαζαν τους μάγκες για το κέφι τους.

Το 1934 ο Μάρκος, ο Μπάτης, ο Στράτος και ο Δελιάς φτιάξανε την ξακουστή τετράδα του Πειραιώς και άρχισαν να παίζουν στη μάντρα του Σαραντόπουλου στην Ανάσταση του Πειραιώς, κοντά στον ’γιο Διονύση. Ο Μάρκος ήτανε ακόμα εκδορεύς και όποτε πήγαινε για δουλειά πληρωνόταν καλά. Όμως το μπουζούκι τον τραβούσε περισσότερο. Στου Σαραντόπουλου έπαιξαν για πέντε-έξι μήνες. Στη συνέχεια ο Μάρκος άνοιξε το δικό του μαγαζί στα ’σπρα Χώματα. Στην κομπανία προστέθηκε και ο Σκαρβέλης, ο λεγόμενος Παστουρμάς. Η αστυνομία όμως δεν του έδωσε άδεια -αφού ο Μάρκος δε δέχτηκε να «πάει με τα νερά τους»- και έτσι αναγκάστηκε να το κλείσει. Μετά τα ’σπρα Χώματα αποφάσισε να ταξιδέψει στη Σύρα, για πρώτη φορά μετά από 20 χρόνια. Πήρε τον Μπάτη, τον αδερφό του το μικρό τον Αργύρη και το Ροβερτάκη και έπαιξε σ’ ένα μαγαζί της παραλίας για περίπου δύο μήνες. Όταν γύρισε στον Πειραιά έγραψε τη Φραγκο­συριανή.

Στη δισκογραφία

Στη δισκογραφία μπήκε το 1933. Στην Odeon γραμμοφώνησε τον πρώτο δίσκο που από τη μία μεριά είχε το «Καραντουζένι» (Έπρεπε να ’ρχόσουνα μάγκα μες στον τεκέ μας) και από την άλλη μεριά το «Αράπ» (ένα σόλο ζεϊμπέκικο).

«Μα έτσι, μα αλλιώς, επί τέλους με βάλανε και ετραγούδησα για πρώτη φορά το «Έπρεπε να ’ρχόσουνα μάγκα μες στον τεκέ μας». Μόλις το ετραγούδησα εμείνανε άναυδοι. Εγώ δεν πίστευα ότι είχα καλή φωνή γιατί όταν επήγαινα σχολείο, στην ωδική με είχανε στη δεύτερη φωνή. Δεν ήμουνα στην πρώτη φωνή. Τέλος πάντων, δεν ήξερα ότι και η δεύτερη φωνή έχει αξία. Δεν το ήξερα. Και έβλεπα εδώ που ήταν οι τενόροι, ενώ η δική μου φωνή έπιανε μπάσα. Αλλά ήτανε αυτή η φωνή που ζητάγανε αυτοί…».

Τα τραγούδια έβγαιναν σε δίσκους και ο Μάρκος άρχισε να γίνεται περιζήτητος. Την εποχή εκείνη είχε βουίξει όλος ο ντουνιάς με τα νταραβέρια της Ζιγκοάλα με έναν φίλο του Μάρκου. Ο Μάρκος την αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του αλλά και ντρεπόταν συνάμα, γιατί όλοι οι μάγκες στους τεκέδες γνωρίζανε τα καμώματά της. Με τον αδερφό του το Φραγκίσκο είχανε μαλώσει άγρια γι’ αυτό το θέμα. Ο ένας φοβόταν τον άλλο, μίσος απερίγραπτο. Τελικά ο Μάρκος χώρισε τη Ζιγκοάλα και έφυγε από κοντά της. Η γυναίκα αυτή τον κυνήγησε και ζήτησε δικαιώματα από τα τραγούδια του αλλά ο Μάρκος δεν της έδωσε δεκάρα, γράφοντας τα τραγούδια του με το ψευδώνυμο Ρόκος, του παππού του το όνομα.

Με τη δισκογραφία άρχισαν και οι περιοδείες και η δόξα. Τρεις φορές πήγε στη Θεσσαλονίκη τότε ο Μάρκος, πήγε στο Βόλο, στη Λάρισα, στα Τρίκαλα, σε πολλές πόλεις. Για κάθε πόλη που πήγαινε είχε και μία ιστορία για να διηγηθεί.

Μετά τις περιοδείες άρχισε να δουλεύει στου Αντώνη του Βλάχου, στο Βοτανικό που είχε ένα μαγαζί-μπαρ στις γραμμές του σιδηροδρόμου. Μαζί του είχε το Γιάννη τον Παπαιωάννου, τον Κώστα τον Καρίπη, το Στέλιο τον Κερομύτη και κάποιον Στέλιο με ένα σαντούρι.

Αργότερα προστέθηκε στο σχήμα και η Χασκίλ η Εβραία καθώς και κανά δύο άλλες τραγουδίστριες. Στο μαγαζί γινόταν χαμός κάθε μέρα. Λογής-λογής κόσμος πήγαινε να δει τους διαλεχτούς αυτούς μουσικούς μέχρι το 1940 που κηρύχτηκε ο πόλεμος.

Ο πόλεμος

O Βοτανικός έκλεισε με την έναρξη του πολέμου. Ο Μάρκος άρχισε να παίζει στο μαγαζί του Μάριου του Δαλέζιου στην οδό Ίωνος 6, μαζί με τον Κερομύτη, τον Παπαιωάννου, τον Περιστέρη, τον Καρίπη και άλλους. Τα χρόνια ήταν δύσκολα και η Κατοχή σκληρή. Το ’41 πέθανε ο αδερφός του ο Λεονάρδος και το ’42 πέθανε και η μητέρα του Ελπίδα. Ο Μάρκος έμεινε με τα δύο μικρά του αδέρφια, τη Ρόζα και τον Αργύρη. Η Κατοχή κράταγε ακόμη. Εκείνη την εποχή, η μεγάλη του αδερφή, η Γκράτσια τον παρακίνησε να παντρευτεί με τη Βαγγελιώ, τη γυναίκα που έμελλε να είναι η τελευταία νόμιμη σύντροφός του. Ο Μάρκος μετά τη συμφορά που είχε πάθε με την πρώτη του γυναίκα, τη Ζιγκοάλα, δεν έπαιρνε την απόφαση. Τελικά μία Κυριακή του ’42 έγιναν οι ορθόδοξοι γάμοι του Μάρκου με τη Βαγγελιώ. Για το γεγονός αυτό αφορίστηκε από την καθολική εκκλησία και μόλις το 1966 του δόθηκε και πάλι η κοινωνία των Καθολικών. Τα δύο πρώτα παιδιά του Μάρκου και της Βαγγελιώς χάθηκαν πρόωρα. Το 1944 η Βαγγελιώ γέννησε το Βασίλη και ακο­λούθησαν άλλα δύο αγόρια, ο Στέλιος το 1947 και ο Δομένικος το 1949.

Μετά το Μάριο ο Μάρκος έπιασε δουλειά στην οδό Ίωνος σ’ ένα μαγαζί που το έλεγαν «’μφισσα». Μαζί του είχε και το μικρό του αδερφό τον Αργύρη, μέχρι που τελείωσε ο πόλεμος.

Μετά τον πόλεμο

Μετά την «’μφισσα» δούλεψε επτά-οκτώ μήνες σ’ ένα μαγαζί που το ’λεγαν «Καρέ του ’σσου» και στη συνέχεια στου Βαγγέλα, στην οδό Πατησίων. Από εκεί μετακόμισε στην Τρούμπα σ’ ένα μαγαζί στην παραλία του Λινάρη. Στις αρχές του ’47 τον βρήκε ο Παπαιωάννου και μαζί με τον Ροβερτάκη, τον Καρίπη, το Χατζηχρήστο, τον Κερομύτη και τον Περιστέρη άρχισαν να παίζουν στου Καλαματιανού στις Τζιτζιφιές. Παράλληλα ο Μάρκος άρχισε να βγάζει ξανά δίσκους σε διάφορες εταιρίες και όλοι γίνονταν ανάρπαστοι. Στη συνέχεια έπιασε δουλειά ξανά στου Μάριου που ήταν συμπατριώτης του καθολικός και είχε μεταφέρει το μαγαζί του από την οδό Ίωνος στις Τζιτζιφιές. Μέχρι τις Τζιτζιφιές ο Μάρκος τα βόλευε καλά.

Η λησμόνια

Το 1954 αρρώστησε με βαριά αρθρίτιδα και σταμάτησε να παίζει. Το ’55, το ’56 το ’57 και το ’58 ο Μάρκος είχε «σβήσει» από τα πάλκα (πάρκα όπως τα έλεγε). Ταξίδεψε στην Ικαρία, τη Σάμο, την ’ρτα, τα Γιάννενα, την Πρέβεζα, το Μεσολόγγι, το Βόλο, τη Λάρισα, σε πολλές πόλεις αλλά δουλειά σε πάλκο δεν υπήρχε για το Μάρκο. Στην Αθήνα δεν τον έπαιρνε κανένας σε κάποιο μαγαζί. Οι δισκογραφικές εταιρίες αλλά και οι «φίλοι», αυτούς που ευεργέτησε ο Μάρκος όλοι τον είχανε ξεχάσει. Ακόμα και ο αδερφός του ο Αργύρης και αυτός το ίδιο βιολί. Η ζωή ερχόταν βόλτα δύσκολα.

Η δεύτερη καριέρα

Μια μέρα του καλοκαιριού, το 1959 ο Γρηγόρης ο Μπιθικώτσης που αγαπούσε πολύ το Μάρκο του έφερε το καλό νέο. Η Κολούμπια θα έβγαζε όλα τα τραγούδια του τραγουδισμένα με τη φωνή του Γρηγόρη. Νέα αλλά και παλιά του τραγούδια ερμηνευμένα από το Γρηγόρη Μπιθικώτση έφεραν το Μάρκο στο προσκήνιο. Στις 19.5.1960 η δεύτερη δισκογραφική καριέρα του Μάρκου είχε ξεκινήσει.

Μετά τη μεγάλη επιτυχία στη δισκογραφία, δίνεται η δυνατότητα στο Μάρκο να ξαναδουλέψει στα λαϊκά πάλκα, αλλά και να δώσει συναυλίες σε πρωτόγνωρους για τους ρεμπέτες χώρους. Το 1966 κάνει την εμφάνισή του σε μπουάτ στην Πλάκα, ενώ ακολουθεί η συ­ναυλία στο θέατρο «Κεντρικόν» το χειμώνα της ίδιας χρονιάς και στη συνέχεια πολλές εμφανίσεις στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Όλοι αυτοί στις δισκογραφικές εταιρίες που είχαν παραμερίσει το Μάρκο, συνωστίζονταν τώρα στην πόρτα του Μάρκου και του ζητούσαν να ηχογραφήσει όποιο τραγούδι θέλει αυτός. Ο Μάρκος είχε πάρει την «εκδίκησή» του.

Οι πολλές αρρώστιες είχαν αρχίσει να λυγίζουν το γίγαντα από καιρό. Στις 8 Φλεβάρη του 1972, ο Μάρκος πέρασε στην ιστορία, αφήνοντας μια τεράστια παρακαταθήκη.

Βιβλιογραφία:

1. «Μάρκος Βαμβακάρης - ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ», της Αγγελικής Βέλλου-Κάιλ, Αθήνα 1978, εκδόσεις «Παπαζήση».

2. «Ρεμπέτικη Ανθολογία», του Τάσου Σχορέλη, Τόμος Α΄, εκδόσεις «Πλέθρον».

3. «Μάρκος Βαμβακάρης, ο ’γιος Μάγκας», Μάνος Τσιλιμίδης, εκδόσεις «Κάκτος».

http://www.klika.gr/cms/index.php?option=com_content&task=view&id=25&Itemid=32&limit=1&limitstart=1

markos_2.jpg

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Φραγκοσυριανή

Μία φούντωση, μια φλόγα

έχω μέσα στην καρδιά

λες και μάγια μου 'χεις κάνει

Φραγκοσυριανή γλυκιά

λες και μάγια μου 'χεις κάνει

Φραγκοσυριανή γλυκιά

Θα 'ρθω να σε ανταμώσω

κάτω στην ακρογιαλιά

Θα ήθελα να σε χορτάσω

όλο χάδια και φιλιά

Θα ήθελα να σε χορτάσω

όλο χάδια και φιλιά

Θα σε πάρω να γυρίσω

Φοίνικα, Παρακοπή

Γαλησσά και Nτελαγκράτσια

και ας μου 'ρθει συγκοπή

Γαλησσά και Nτελαγκράτσια

και ας μου 'ρθει συγκοπή

Στο Πατέλι, στο Nυχώρι

φίνα στην Αληθινή

και στο Πισκοπιό ρομάντζα

γλυκιά μου Φραγκοσυριανή

και στο Πισκοπιό ρομάντζα

γλυκιά μου Φραγκοσυριανή

-------------------------------

Ο Μάρκος πολυτεχνίτης

Όλες τις τέχνες που 'κανα ακούστε που τις λέω

τις γράφω και σαν θυμηθώ μου 'ρχεται για να κλαίω

όλες τις τέχνες που 'κανες μα μια δεν έχεις κάνει

εμένα που μ' αγάπησες δεν μου 'βαλες στεφάνι

Μες στο κλωστήρια μ' είχανε κι έκανα πακετάκια

νήμα και κούκλες φέρνανε σε με τα κοριτσάκια

νήμα και κούκλες φέρνανε σε με τα κοριτσάκια

και μένα δε λογάριαζες που έπινα φαρμάκια

Δεν μ' άρεσε αυτή η δουλειά ζήλευα κάποια άλλη

και ψυχογιός εγένηκα σ' ένα χοντρομπακάλη

και ψυχογιός εγένηκες σ' ένα χοντρομπακάλη

γιατί είχε κόρη έμορφη κι η προίκα της μεγάλη

Τρεις μέρες έκατσα εκεί κι ήθελα για να στρίψω

εφημερίδες να πουλώ στους δρόμους να γυρίζω

εφημερίδες κι αν πουλάς στους δρόμους κι αν γυρίζεις

επήρες την μπακάλενα κι εμένα φοβερίζεις

Το βράδυ το κασέλι μου το τσάκωνα στα χέρια

μόνο που δεν κουβάλησα τ' ʼγιου Γιωργιού ξεφτέρια

λούστρος κι αν εγίνηκες αλήτης κι αλανιάρης

πρέπει να το συλλογιστείς εμέ δεν έχεις πάρει

------------------

Τα ματόκλαδά σου λάμπουν

Τα ματόκλαδά σου λάμπουν βρε

σαν τα λούλουδα του κάμπου

σαν τα λούλουδα του κάμπου βρε

τα ματόκλαδά σου λάμπουν

Τα ματάκια σου αδερφούλα βρε

μου ραγίζουν την καρδούλα

μου ραγίζουν την καρδούλα βρε

τα ματάκια σου αδερφούλα

Τα ματοκλαδα σου γερνεις βρε

νου και λογισμο μου παιρνεις

νου και λογισμο μου παιρνεις βρε

Τα ματοκλαδα σου γερνεις βρε

Τα ματάκια σου να βγούνε βρε

σαν και μένα δε θα βρούνε

σαν και μένα δε θα βρούνε βρε

τα ματάκια σου να βγούνε

------------------------------

Όσοι γινούν πρωθυπουργοί

Όσοι γινούν πρωθυπουργοί

όλοι τους θα πεθάνουν

τους κυνηγάει ο λαός

απ' τα καλά που κάνουν

Βάζω υποψηφιότητα

πρωθυπουργός να γίνω

να κάθομαι τεμπέλικα

να τρώω και να πίνω

Και ν' ανεβαίνω στη Βουλή

εγώ να τους διατάζω

να τους πατώ τον αργιλέ

και να τους μαστουριάζω

----------------------

Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά

Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά

εμένα μ' αγαπούνε

μόλις θα μ' αντικρύσουνε

θυσία θα γινούνε

Όσοι δε με γνωρίζουνε

τώρα θα με γνωρίσουν

εγω κανώ την τσαρκα μου

κι ας με καλαμπουρίζουν

Εγώ φτωχός γεννήθηκα

στον κόσμο έχω γυρίσει

μέσα απ' τα φύλλα της καρδιάς

και εγώ έχω μαρτυρήσει

Όλοι οι κουτσαβάκηδες

που ζούνε στο κουρμπέτι

κι αυτοί μες στην καρδούλα τους

έχουν μεγάλο ντέρτι

-----------------------------

Μικρός αρραβωνιάστηκα

Μικρός αρραβωνιάστηκα

κορόιδο που επιάστηκα

και πήρα μια μπεμπέκα

μαγκιώρα για γυναίκα

Στο γάμο μάγκα να 'σουνα

να δεις καλαμπαλίκι

σαν να 'μουνα υπόδικος

και περιμένω δίκη

Και βγήκε η απόφαση

πως είμαι παντρεμένος

να κουβαλώ καθημερινώς

σαν γάιδαρος στρωμένος

Επήρα τη γυναίκα μου

παίρνω το μπουγιουρντί μου

τα σέα μου τα μέα μου

και βουρ για το τσαρδί μου

Την άλλη μέρα ξύπνησα

τότε να δεις μεράκια

αφού δεν είχαμε ψιλή

αυτή 'θελε χαδάκια

Να φύγω και να κουνηθώ

δε μ' άφηνε απ' το σπίτι

κι ένα χαλκά από σίδερο

μου κόλλησε στη μύτη

στίχοι-μουσική:Βαμβακάρης Μάρκος

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Θα σπάσω κούπες

Εχθές το βράδυ είδα στ’ όνειρό μου

πως είχες τα μαλλάκια σου ριγμένα στο λαιμό μου

Αμάν, αμάν, αμάν, γιάνι γιόρουμ μπεν

Αμάν, αμάν, αμάν, σέβι γιόρουμ σεν’

Α, α, τσιφτετέλι, αμάν, αμάν, γιαλελέλι

Θα σπάσω κούπες για τα λόγια που ’πες

και ποτηράκια για τα πικρά λογάκια

Αμάν, αμάν, αμάν, γιάνι γιόρουμ μπεν

Αμάν, αμάν, αμάν, σέβι γιόρουμ σεν’

Α, α, τσιφτετέλι, αμάν, αμάν, γιαλελέλι

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Τα κεριά τα σπαρματσέτα

Τα κεριά τα σπαρματσέτα

έλα τώρα άναψέτα

αχ να σε ειδώ να σ' αγκαλιάσω

στα φιλιά να σε χορτάσω

να σε ειδώ να σ' αγκαλιάσω

στα φιλιά να σε χορτάσω

Δίχως γκάζι δίχως λάδι

πως να ανάψει το λιχνάρι

κι γιαγάπη θέλει χάδι Ι

λίγη αγκαλιά το βράδυ Ι Δις

Πριν να παντρευτώ δεν είχα

στα μαλλιά μου άσπρη τρίχα

αχ τώρα που είμαι παντρεμένος

έχω ασπρίσει ο καημένος

τώρα που είμαι παντρεμένος

έχω ασπρίσει ο καημένος

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Βάλε με στην αγκαλιά σου

Μουσική: Βαγγέλης Παπάζογλου, Αγγούρης

Βάλε με στην αγκαλιά σου

για να κοιμηθώ κοντά σου,

βάλε με, φως μου, βάλε με

και πριν να φέξει βγάλε με.

Μη φοβάσαι τη μαμά σου

βάλε με στην αγκαλιά σου,

βάλε με, φως μου, βάλε με

και πριν να φέξει βγάλε με.

Βάλε μ' από το πορτί σου

για να κοιμηθώ μαζί σου,

βάλε με, φως μου, βάλε με

κι από τη μάντρα βγάλε με.

Βάλε μ' από το ντουβάρι

μη μας πάρουνε χαμπάρι,

βάλε με, φως μου, βάλε με

κι από τη μάντρα βγάλε με.

--------------------------------------

O Σμυρνιός δημιουργός Βαγγέλης Παπάζογλου

ήταν παντρεμένος με την Αγγελική Παπάζογλου.

Η γυναίκα του ήταν τυφλή.

Οι δυό τους έμεναν σε μια παράγκα, όπως οι περισσότεροι πρόσφυγες.

Κάποιο βράδυ έβρεχε ραγδαία. Ο Βαγγέλης βρισκόταν στο κέντρο όπου έπαιζε και η Αγγελική ήταν μόνη στο σπίτι.

Η οροφή της παράγκας έμπαζε από παντού και η Αγγελική μη μπορώντας να κάνει κάτι, τρομαγμένη και βρεγμένη από την κορφή ως τα νύχια, έκλαιγε απεγνωσμένα.

Κάποια στιγμή αργά το βράδυ επιστρέφει ο Βαγγέλης από το μαγαζί που έπαιζε.

Παίρνει στην αγκαλιά του την Αγγελική και αρχίζει να την παρηγορεί. Παρατηρεί ότι μια γωνιά του κρεβατιού τους ήταν στεγνή.

Παίρνει αγκαλιά την Αγγελική και την πηγαίνει να καθίσουν εκεί. Έπειτα από λίγο η βροχή δυνάμωσε ακόμη περισσότερο.

Όλο το σπίτι και το κρεβάτι φυσικά είχαν γίνει λίμνη. Τότε ο Βαγγέλης ανοίγει μια ομπρέλα, παίρνει την Αγγελική στην αγκαλιά του και

την κρατάει έτσι μέχρι το πρωί που κόπασε η βροχή.

Η Αγγελική που έγραφε στίχους και τραγουδούσε, εμπνεόμενη από αυτό το περιστατικό, έγραψε τα παρακάτω στιχάκια, στα οποία έβαλε μουσική ο Βαγγέλης Παπάζογλου. Το αποτέλεσμα είναι ένα από τα κλασσικότερα και ομορφότερα Ελληνικά τραγούδια όλων των εποχών, που ακούγεται ακόμη, παρότι έχει συμπληρώσει πάνω από 70 χρόνια ζωής.

"Βάλε με στην αγκαλιά σου για να κοιμηθώ κοντά σου

Βάλε με, φως μου, βάλε με και πριν να φέξει βγάλε με"

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Σε διώξαν απ' την Κοκκινιά

Στίχοι: Νίκος Μαθεσης, Τρελλάκιας

Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης, Βλάχος

Πρώτη εκτέλεση: Πρόδρομος Τσαουσάκης & Ρένα Στάμου ( Ντουέτο )

Σε διώξαν απ' την Κοκκινιά γιατί το 'χες παρακάνει

και στο Χατζηκυριάκειο άμυαλη

άρχισες το, άρχισες το σεργιάνι.

Στη Δραπετσώνα τα 'φαγες του Παύλου και του Γκίκα

και στα Ταμπούρια του Μηνά, του φουκαρά

που του 'μεινε, που του 'μεινε η γλύκα.

Εδώ να κάτσεις φρόνιμα τ' ακούς ξεμυαλισμένη

γιατί αν ήρθες για μαλλί, άμυαλη,

θα φύγεις κου- θα φύγεις κουρεμένη.

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

τι ωραιο τοπικ!τωρα το ειδα!θα βαλω κι εγω ενα αγαπημενο μου τραγουδι

Άτακτη

Μάρκος Βαμβακάρης, Φράγκος

Ήθελα να σ’ αντάμωνα

να σου ’λεγα καμπόσα,

κι αν δε σου γύριζα το νου

αχ... να μου ’κοβαν τη γλώσσα.

Δε σε θέλω, δε σε θέλω,

πια δε σ’ αγαπώ.

Δε σε θέλω και πάρε και δρόμο

και τράβα στο καλό.

Μου το ’πανε οι μάγισσες

κι όλες οι καφετζούδες,

μου το ’πε μια απ’ την Αίγυπτο

αχ... με τις φαρδιές πλεξούδες.

Δε σε θέλω, δε σε θέλω,

πια δε σ’ αγαπώ.

Δε σε θέλω και πάρε και δρόμο

και τράβα στο καλό.

Και τι δεν έκανα για σε

για να σε συμμορφώσω,

μα εσύ ’σαι τόσο άταχτη

αχ... στρίψε για να γλιτώσω.

Δε σε θέλω, δε σε θέλω,

πια δε σ’ αγαπώ.

Δε σε θέλω και πάρε και δρόμο

και τράβα στο καλό.

Τροποποιήθηκε από dcool!

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

χαιρομαι Doctor_7!αλλο πολυ αγαπημενο του μαρκου ειναι αυτο:

Κάνω την τσάρκα μου περνώ

για σε μικρό μελαχρινό

από τη γειτονιά σου

για τα γλυκά τα μάτια σου

και για την εμορφιά σου

νόστιμο τρελό μικρό μου

μάγκικο μελαχρινό μου

Γιατί δε βγαίνεις να σε δω

που ξέρεις πόσο σ' αγαπώ

κρυφά από τη μαμά σου

μελαχρινό με τρέλανες

με τη γλυκιά ματιά σου

μάγκικο τρελό μικρό μου

κορμί μελαχρινό μου

Ένα γλυκό φιλάκι σου

βγάλε απ' το στοματάκι σου

μη θες να με παιδεύεις

εσύ για μένα είσαι γιατρός

εσύ θα με γιατρέψεις

νόστιμο τρελό μικρό μου

μάγκικο μελαχρινό μου

αλλα,δυστυχως,ειμαι μαλον μια "ξεπλυμενη" εκδοχη μελαχροινου για να το κατοχυρωσω ως τραγουδι μου emcrybaby

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Το μπουζούκι του Νικόλα

Στίχοι: Νίκος Καρανικόλας

Μουσική: Νίκος Καρανικόλας

Πρώτη εκτέλεση: Στράτος Διονυσίου

Δυο φίλοι απ' την Κοκκινιά

κάναν στο μαγαζί ζημιά

το μπουζούκι του Νικόλα του το σπάσανε

και το κέφι του απόψε το χαλάσανε.

Όλα τα φταίει μια μικρή

που μπήκε μες στο μαγαζί

τη ματιά της στο Νικόλα την επέταξε

κι απ' τα φυλλοκάρδια μέσα αναστέναξε.

Νικόλα μη σκοτίζεσαι

και μην κακοκαρδίζεσαι

το μπουζούκι σου οι φίλοι κι αν σ' το σπάσανε

της μικρής τα μάτια φταίνε που κοιτάξανε.

Όλα τα φταίει μια μικρή

που μπήκε μες στο μαγαζί

τη ματιά της στο Νικόλα την επέταξε

κι απ' τα φυλλοκάρδια μέσα αναστέναξε.

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Βαδίζω και παραμιλώ

Στίχοι-μουσική: Γιάννης Παπαϊωάννου (Ψηλός, Πατσάς)

Βαδίζω και παραμιλώ

Γι αυτή τη σύμφορα μου

χωρίσαμε και έχω βρει

Ο δόλιος την χαρά μου

Για έρωτες θα πάψω πια

τώρα να τυραννιέμαι

μια φορά γελάστηκα

Και δεν ξαναγελιέμαι

Σε ξέχασα στο νου μου πια

Το λεω δε σε βάζω

μην κλαις και μην οδύρεσαι

Και γνώμη δεν αλλάζω

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

μου ήρθε η διάθεση για σμυρνέικο.....

καρσιλαμάς αφιερωμένος σε όλους τους απο πάνω....χιχιχι....θα το χορέψω για παρτη σας...χιχιχ....

σύρε να πεις στη μάνα σου

να κάμει κι άλλη γέννα

να κάψει κι αλλουνου καρδιά

πως έκαψε κι εμενα.

αμαν γυαλα,μπιντά γυάλα

τα ματάκια σου τα μαυρα

τα ματάκια σου τα μαυρα

που ειναι φωτιά και λαυρα

βλέπεις εκείνο το βουνό

που άναψε και καίει

δεν είν'φωτιά ,δεν είν' καπνός

η αγαπη μου ειν και κλαιει

μελαχρινο με τις ελιες

και με τα μαυρα μάτια

έκαμες την καρδούλα μου

σαραντα δυο κομμάτια

εσυ θα γίνεις ταίρι μου

γλυκιά παρηγοριά μου

με τα γλυκά σου τα φιλιά

θα σβήνεις τη φωτιά μου

(πληροφορίες απο το εσωφυλλο του cd: καρσιλαμας 9/8, που τραγουδιόταν στην Πόλη και Σμύρνη στα τέλη του 19ου αι.

Η μελωδική του ανάπτυξη γίνεται πάνω στους δρόμους Διατονικό Μινορε και Ουσάκ )

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

:Demclapping

ανταποδιδω την αφιερωση!

Τρέξε, μάγκα, να ρωτήσεις

να σου πουν ποια είμαι γω

είμαι γω γυναίκα φίνα, ντερμπεντέρισσα

που τους άντρες σαν τα ζάρια τους μπεγλέρισα.

Πως θα γίνω εγώ δική σου,

πάψε να το συζητάς

δε γουστάρω τις παρόλες, σου 'ξηγήθηκα

στις ταβέρνες και στα καμπαρέ γεννήθηκα.

Δεν με συγκινούν αγάπες

φτάνει να καλοπερνώ

κάθε βράδυ να τραβάω το ποτήρι μου

και να σφάζονται λεβέντες για χατήρι μου.

Βασίλης Τσιτσάνης

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×