Jump to content
Sign in to follow this  
nipamm

Κομμουνισμός = Φασισμός?

Recommended Posts

Η αποχώρηση του Αλέκου Χαλβατζή (γιo του Σπύρου) από το ΚΚΕ έγινε όταν σύμφωνα με τον ίδιο διαπίστωσε «σοβαρή έκτροπή του ΚΚΕ, από τη θεωρία του Μαρξισμού-Λενινισμού, το Πρόγραμμα του και τις αρχές λειτουργίας του».

Πριν μερικές μέρες επέλεξε να δημοσιοποιήσει από τον προσωπικό του ιστότοπο «μια ολοκληρωμένη τοποθέτηση», όπως την ονομάζει, αιτιολογώντας τους λόγους που τον οδήγησαν σ’ αυτή του την επιλογή. Τότε εμείς παραθέσαμε ασχολίαστη την ανάρτηση του στην ιστοσελίδα μας.

Σήμερα η φυλλάδα του Μπόμπολα «Εθνος» κάνει ένα απ’ τα κύρια θέματά της την αποχώρηση απ’ το ΚΚΕ του γιού του Σπύρου Χαλβατζή σχολιάζοντας αποσπασματικές φράσεις από το τελευταίο κείμενο του.

Πριν παραθέσουμε το κείμενο του καλαμαρά του «Εθνους», Παναγιώτη Τσούτσια, να θυμίσουμε τι τόνιζε, ο Αλέκος Χαλβατζής στο κείμενο που έστειλε την επόμενη μέρα της αποχώρησής του - 22/9/2010- σε φίλους και συντρόφους του: «ΔΕΝ ΚΑΛΩ ΣΕ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΚΑΝΕΝΑΝ από τους οργανωμένους συντρόφους μου. Αυτό που ελπίζω και καλώ καθέναν να κάνει είναι να πολεμάει ότι στραβό βλέπει επίμονα και θαρρετά, εξαντλώντας όλα τα περιθώρια που του δίνουν οι αρχές λειτουργίας του Κόμματος ακόμα και αν του φαίνεται οτι η προσωπική του συμβολή μπορεί να είναι σταγόνα στον ωκεανό».

«ΚΑΤΗΓΟΡΩ» ΑΛΕΚΟΥ ΧΑΛΒΑΤΖΗ

«Λαθρεπιβάτες» στο τιμόνι του ΚΚΕ

Διαπιστώνει εκτροπή και βαθιά κρίση στον Περισσό, αποδίδοντας την κύρια ευθύνη στη γραμματέα του κόμματος, Αλέκα Παπαρήγα

Δριμύ «κατηγορώ» στην ηγεσία του ΚΚΕ, με χαρακτηρισμούς όπως «λαθρεπιβάτες» που τα τελευταία χρόνια με δόλια μέσα αναρριχήθηκαν στην κορυφή της πυραμίδας, απηύθυνε ο Αλέκος Χαλβατζής, γιος του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΚΚΕ Σπύρου Χαλβατζή, πρώην πλέον στέλεχος του κόμματος.

Μέσα από το προσωπικό του blog και μετά από 14 μήνες, ο Αλέκος Χαλβατζής, οποίος διετέλεσε μέλος του Γραφείου του Κεντρικού Συμβουλίου της ΚΝΕ και στη συνέχεια στο Τμήμα Διαφώτισης της ΚΕ του ΚΚΕ, δημοσίευσε το γράμμα που είχε στείλει στην Κεντρική Επιτροπή.

Ο κ. Χαλβατζής για να αιτιολογήσει τη δημοσιοποίηση των διαφωνιών του αναφέρει ότι πολλές φορές σκέφτηκε να καταθέσει δημόσια και ολοκληρωμένα την άποψή του για αυτό που εννοεί «σοβαρή εκτροπή και βαθιά κρίση στο ΚΚΕ».

Το πρώην στέλεχος του ΚΚΕ τονίζει ότι «τα τελευταία χρόνια με δόλια μέσα, με αυτό που -εξ ιδίων κρίνοντας- αφειδώς προσάπτουν σε όποιον τους αντιστέκεται, δηλαδή με τον πιο βρώμικο φραξιονισμό, άνθρωποι που ιδεολογικά, πολιτικά και ηθικά (ή εξελίχθηκαν σε) λαθρεπιβάτες στο ΚΚΕ έχουν μετατραπεί σε τιμονιέρηδες και κουμανταδόρους».

Το πρώην στέλεχος του ΚΚΕ αποδίδει την κύρια ευθύνη στην Αλέκα Παπαρήγα, καθώς, όπως υποστηρίζει, έχει πρωταγωνιστική εμπλοκή στην εκτροπή, αν και ο ίδιος, όπως λέει, και πολλοί σύντροφοί του τη θεωρούσαν παλιότερα τη βασική εγγυήτρια της κομματικής λειτουργίας.

Ο Αλ. Χαλβατζής σημειώνει ότι η δημόσια τοποθέτησή του θα αξιοποιηθεί από τους ιθύνοντες του ΚΚΕ όπως έγινε και όταν αποχώρησε- προκειμένου να του προσάψουν κατηγορίες και «ακόμα χειρότερα, θα προσπαθήσουν να ταυτίσουν εμένα με ανθρώπους με τους οποίους είχα ή έχω ακόμα προσωπικές σχέσεις» ή θα ανακυκλώσουν τα χιλιοειπωμένα περί εσωκομματικής αντιπολίτευσης και «φραξιονισμού».

Στο γράμμα προς την Κεντρική Επιτροπή του κόμματος ο κ. Χαλβατζής σημειώνει ότι το ΠΑΜΕ δεν μπορεί να είναι κομματικό παράρτημα, καθώς και ότι το κόμμα διατάσσει τα στελέχη του και οι συνδιασκέψεις του ΠΑΜΕ επικυρώνουν διά βοής. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει για τις ακτιβίστικες ενέργειες στις οποίες συμμετέχουν επαγγελματικά στελέχη, συνδικαλιστές αποσπασμένοι από την παραγωγή και «ένας μικρός σκληρός πυρήνας φοιτητών οι οποίοι ακούσια έχουν μετατραπεί σε μόνιμους κομπάρσους, σε ρόλο εργάτη».

Οπισθοδρόμηση

Σε ό,τι αφορά τη δράση και λειτουργία της ΚΝΕ, ο κ. Χαλβατζής μιλά για οπισθοδρόμηση, για εμπέδωση απαράδεκτων αντιλήψεων -γεγονότα του Δεκεμβρίου 2008-, καθώς και για «κάθε λογής τυχοδιωκτισμό και τερτίπι για να φανεί μέσα και έξω από την οργάνωση ότι είμαστε «από πάνω», κυρίαρχοι».

Μάλιστα χαρακτηρίζει τη δημιουργία του Μετώπου Αγώνα Σπουδαστών (ΜΑΣ) «εξαμβλωματικό κακέκτυπο του ΠΑΜΕ». Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην «απομάκρυνση από τη στρατηγική και την ιστορία του ΚΚΕ», αλλά και σε παραβιάσεις της κομματικής λειτουργία του κόμματος.

Σε άλλο σημείο του γράμματος που έστειλε στην ΚΕ του ΚΚΕ ο κ. Χαλβατζής τονίζει ότι «οι υπαρκτές δυσκολίες της ταξικής πάλης, η επίθεση του ταξικού εχθρού ή των πολιτικών αντιπάλων αξιοποιούνται έντεχνα για τη χειραγώγηση του κομματικού δυναμικού», καθώς και ότι οι όροι «αντικομμουνισμός», «προβοκάτσια», «φραξιονισμός» ακούγονται διαρκώς και μάλιστα εμφανίζονται ως πρωτοφανείς στην ιστορία. Για τις παρατηρήσεις του για το ΠΑΜΕ του έλεγαν πως «αυτά τα λέει ο Παναγόπουλος, η εργοδοσία και ο ΣΥΝ», ενώ για τη συμμετοχή σε κινητοποιήσεις επισημαίνει πως υπάρχει πλέον όχι απλώς ωραιοποίηση αλλά ανοικτή παραπληροφόρηση από τα κομματικά μέσα και την εσωκομματική ενημέρωση. Τέλος, τονίζει ότι πολλοί σύντροφοι έμπειροι με ικανότητες περιθωριοποιούνται ή και στιγματίζονται...

Ελυσε τη σιωπή του μετά από 14 μήνες...

Μετά 14 μήνες το πρώην στέλεχος του ΚΚΕ Αλέκος Χαλβατζής, γιος του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΚΚΕ Σπύρου Χαλβατζή-, έλυσε τη σιωπή του, δίνοντας στη δημοσιότητα ένα εκτενές κείμενο που περιγράφει τα... τεκταινόμενα στο ΚΚΕ. Ο κ. Χαλβατζής αποχώρησε από το ΚΚΕ στις 21 Σεπτεμβρίου του 2010, αφού πρώτα έστειλε γράμμα στην Κεντρική Επιτροπή και οι απαντήσεις που πήρε, όπως ο ίδιος γράφει, είναι ατεκμηρίωτες και συκοφαντικές.

Σημειώνει μάλιστα πως ό,τι θετικό διασώζεται από την ιστορία του ΚΚΕ είναι εγκλωβισμένο στις συνειδήσεις μελών και οπαδών, αλλά είναι κυκλωμένο από τη σημερινή λειτουργία και δράση του κόμματος.

Καιροσκόποι στη θέση ικανών

Ο Αλέκος Χαλβατζής υπογραμμίζει ότι είναι πλέον βέβαιο ότι η εκτροπή δεν είναι μια παρέκκλιση, καθώς η κινητήρια δύναμη είναι «η σχεδιασμένη και από χρόνια υλοποιούμενη μεθόδευση από το κομμάτι της καθοδήγησης του κόμματος» - κομμάτι της καθοδήγησης που από μειοψηφία έγινε πλειοψηφία. Καταλήγει δε ότι ικανά στελέχη αντικαταστάθηκαν από ημέτερους ή καιροσκόπους ή άπειρους, που διαμορφώθηκαν εκ του μηδενός από τους ενορχηστρωτές της ανατροπής.

http://www.kourdistoportocali.com/articles/9976.htm

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ!

Ο φασισμός είναι το τελευταίο αποκούμπι του καπιταλισμού όταν όλα τα άλλα δείχνουν να αποτυγχάνουν.

Πριν ο Χιτλερ αρχίσει την έφοδό του στη Γερμανια, μόλις το 1928 ούτε οι ίδιοι οι Γερμανοί κομμουνιστές δεν είχαν υποψιαστεί το τί θα ακολουθούσε. Γέλαγαν με το Χίτλερ που έλεγε ασυναρτησίες και χτυπιόταν σαν επιληπτικός, μέχρι που ξαφνικά ανακάλυψαν ότι δεν ήταν για γέλια. Αμέσως μετά την τελική εκλογική του επικράτηση το 1933 το πρωτο πράγμα που έκανε ο Ναζιζσμός 'ηταν να θεσει εκτός νόμου το Κομμουνιστικό Κόμμα

Ας τα έχουμε στο μυαλό μας.

Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΦΙΕΡΩΝΜΕΝΟ ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ.ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΓΙΑ ΣΑΣ ΜΑΡΙΑ ΧΑΣΑΤΕ ΤΟ 1945.ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΜΕ ΤΟ ΥΨΩΜΑ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΗΣ ΣΗΜΑΙΑΣ ΣΤΟ ΡΑΙΧΣΤΑΓΚ

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Ελένη Αστερίου

Φασισμός, μεγάλο κεφάλαιο και εργατική τάξη

Μαρξιστική σκέψη, τ. 5, Απρίλιος Μάιος 2012

Ήδη τη δεκαετία του 1980 η ιστοριογραφική σκηνή για το θέμα του φασισμού είχε αρχίσει να αλλάζει ριζικά και ο φασισμός άρχισε να εξαφανίζεται από τον λόγο των ακαδημαϊκών ιστορικών. Οι ανατροπές στην ΕΣΣΔ και την Ανατολική Ευρώπη μετά το 1989 επέτειναν αυτή την αλλαγή. Οικείες έννοιες και ζητήματα κυριολεκτικά εκτοπίστηκαν, η ταξική θεωρία υποχώρησε, ο μεταμοντερνισμός έφθασε στο απόγειό του στον ακαδημαϊκό λόγο.

Στη δεκαετία του 1980 ο συντηρητικός Γερμανός ιστορικός Ερνστ Νόλτε προκάλεσε τη λεγόμενη διαμάχη των ιστορικών με τις θέσεις του για τον ναζισμό και την Τελική Λύση. Ο Νόλτε είναι διαβόητος για τη θέση του ότι η εισβολή του Χίτλερ στη Σοβιετική Ένωση ήταν αμυντική ενέργεια εναντίον της απειλής του κομμουνισμού και των εβραίων και ότι το Ολοκαύτωμα ή, όπως το θέτει ο ίδιος, «η λεγόμενη εξόντωση των εβραίων» ήταν αντίδραση ή ακόμη και μίμηση των υπερβολών της σοβιετικής ταξικής πάλης. Ο Νόλτε κατηγορήθηκε τότε ότι σχετικοποιούσε και ακόμη εξανθρώπιζε τον ναζισμό και τα εγκλήματά του μέσα από αυτή τη σύγκριση. Σε αυτό ο Νόλτε απαντούσε ότι μέσα από τη σύγκριση με παρόμοια μαζικά εγκλήματα του αιώνα θέλει να σταματήσει «τη δαιμονοποίηση του Τρίτου Ράιχ» και να απελευθερώσει τους Γερμανούς από την «παθολογική κατάστασή» τους να ζουν ακόμη στη σκιά του εθνικοσοσιαλισμού και έτσι να βοηθήσει τη Γερμανία, με καθαρή συνείδηση, «να ξαναγίνει πνευματικό ζωτικό έθνος».1

Έκτοτε πολύ νερό κύλησε στο αυλάκι. Η σχετικοποίηση του ναζισμού και του φασισμού δεν σοκάρει πια, αλλά αντίθετα έγινε δημόσιο δόγμα της «Ευρώπης» μέσα από την ταύτιση και την από κοινού καταδίκη του κομμουνισμού και του φασισμού. Ο «αναθεωρητισμός» στην ιστοριογραφία του φασισμού και του ναζισμού κυριαρχεί. Η περίπτωση του Ντέιβιντ Ίρβινγκ, αρνητή του Ολοκαυτώματος, είναι ακραία αλλά ταυτοχρόνως και βολική στην ομόφωνη καταδίκη της. Όμως πλάι της ανθεί μια ολόκληρη ιστοριογραφία που εντάσσει το Ολοκαύτωμα στο γενικό πλαίσιο των γενοκτονιών του αιώνα μας, στην πραγματικότητα μορφή σχετικοποίησης τόσο της συστηματικής εξόντωσης των έξι εκατομμυρίων εβραίων της Ευρώπης όσο και του ίδιου του ναζιστικού εγκλήματος.

Η σύγχρονη ιστοριογραφία για το θέμα έχει ένα κοινό: τη συστηματική προσπάθεια να αποταξικοποιηθεί το ζήτημα του φασισμού και του ναζισμού, να αποδεσμευτεί από το κοινωνικό σύστημα που τον γέννησε, να παραμεριστεί το καίριο ζήτημα του ποια κοινωνική τάξη υπηρέτησε και εναντίον ποιας κοινωνικής τάξης στρεφόταν, η οποία υπήρξε και το κύριο θύμα της βίας και της κτηνωδίας του.

Το υπόβαθρο εμφάνισης του φασισμού

Η ίδια η κρίση του καπιταλισμού στην ιμπεριαλιστική φάση του και η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων είχαν οδηγήσει ήδη στο σφαγείο του πρώτου παγκόσμιου πολέμου. Η Οκτωβριανή επανάσταση είχε θέσει στην ημερήσια διάταξη την προλεταριακή επανάσταση σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Η σταθεροποίηση του καπιταλισμού μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο ήταν μερική και ασταθής προμηνύοντας ακόμη βαθύτερη κρίση, η οποία δεν άργησε να εκδηλωθεί με το κραχ του 1929 και τη διεθνή οικονομική κρίση που ακολούθησε· ακόμη μεγαλύτερη ένταση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, η οποία θα οδηγούσε τελικά στην πρωτοφανή βαρβαρότητα του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου.

Σ’ αυτό το υπόβαθρο της γενικευμένης κρίσης του καπιταλισμού και της σύγκρουσης ανάμεσα στην επανάσταση και την αντεπανάσταση σε ευρωπαϊκή κλίμακα κατά τον μεσοπόλεμο αναπτύχθηκε ο φασισμός ως ευρωπαϊκό φαινόμενο. Η ιστορική ήττα της εργατικής τάξης από τον φασισμό σε μια σειρά χώρες άνοιξε τον δρόμο για τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τις φρικαλεότητές του.

Το κεφάλαιο προσέφυγε στη λύση του φασισμού ως αποφασιστικού όπλου εναντίον της απειλής την οποία αντιπροσώπευε το εργατικό κίνημα αλλά και ως λύση στα προβλήματα του ίδιου του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, ως προσπάθεια να ξεπεράσει τον σιδερένιο κλοιό των ίδιων του των αντιφάσεων.

Στην Ευρώπη η κοινοβουλευτική δημοκρατία ήταν η συνηθέστερη μορφή πολιτικού καθεστώτος της αστικής τάξης. Είναι αλήθεια ότι σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες με κοινοβουλευτικό καθεστώς ενισχύονταν οι τάσεις προς το «ισχυρό κράτος» τόσο για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της χρόνιας κρίσης που αντιμετώπιζε το κεφάλαιο μέσα από τη στήριξη του κράτους όσο και για να κτυπηθούν οι εργατικοί αγώνες. Σε ορισμένες χώρες, όπως στην Ιταλία και στη Γερμανία, οι οποίες ανήλθαν καθυστερημένα στη σκηνή του ιμπεριαλισμού και αντιμετώπιζαν μια κατάσταση στην οποία οι καλύτερες θέσεις ήταν κατειλημμένες από άλλους ιμπεριαλισμούς, η ανάγκη ισχυρού κράτους με τη μορφή του φασισμού τέθηκε επιτακτικά. Για να ξαναμπεί σε κίνηση ο μηχανισμός του καπιταλιστικού κέρδους, η εργατική τάξη και οι οργανώσεις της έπρεπε να συντριβούν και να δεθούν χειροπόδαρα, να καταλυθούν ο κοινοβουλευτισμός και κάθε δημοκρατική ελευθερία που τον συνοδεύει.

Η μικροαστική αντεπανάσταση

Όπως γράφει ο Τρότσκι στο Η στροφή της Κομμουνιστικής Διεθνούς και η κατάσταση στη Γερμανία (26 Σεπτεμβρίου 1930): «Για να μπορέσει η κοινωνική κρίση να καταλήξει στην προλεταριακή αντεπανάσταση είναι απαραίτητο, εκτός από τις άλλες συνθήκες, οι μικροαστικές τάξεις να κλίνουν αποφασιστικά στην πλευρά του προλεταριάτου. Αυτό επιτρέπει στο προλεταριάτο να μπει επικεφαλής του έθνους και να το διευθύνει.»2

Η μικροαστική τάξη, που η ανάπτυξη του καπιταλισμού και των μονοπωλίων υπονόμευε τις συνθήκες της ύπαρξής της, πτωχευμένη από την κρίση και σε απόγνωση, αποτέλεσε την πρώτη ύλη των φασιστικών κινημάτων. Η πολιτική τέχνη του φασισμού έγκειται στο ότι κατάφερε να συνενώσει τα ετερόκλιτα στοιχεία των ενδιάμεσων στρωμάτων σε μια κοινή εχθρότητα ενάντια στην εργατική τάξη. «Ανίσχυρη μπροστά στο κεφάλαιο, η μικρομπουρζουαζία ελπίζει με την καταστροφή των εργατών να ξανακερδίσει πάλι μια κοινωνική αξιοπρέπεια.»3

Η εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα έχουν κοινά αλλά όχι ταυτόσημα συμφέροντα απέναντι στο μεγάλο κεφάλαιο. Σε περιόδους βαθιάς κρίσης όλου του κοινωνικού συστήματος το προλεταριάτο μπορεί να κερδίσει τα μεσαία στρώματα όχι απαρνούμενο το σοσιαλιστικό πρόγραμμά του, αλλά πείθοντάς τα για την ικανότητά του να οδηγήσει την κοινωνία σε έναν νέο δρόμο.

Αυτός ο συνδυασμός της βαθιάς κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος και της αδυναμίας των εργατικών οργανώσεων αποτέλεσε το έδαφος στο οποίο ενδιάμεσα στρώματα, βαθιά δυσαρεστημένα από την υλική και ηθική κατάστασή τους και προσβλέποντας σε ριζική αλλαγή, στράφηκαν στον φασισμό, ως έκφραση της αντεπαναστατικής απελπισίας τους.

«Στο παρελθόν έχουμε παρατηρήσει (Ιταλία, Γερμανία) μιαν απότομη ενίσχυση του φασισμού, νικηφόρου ή τουλάχιστον απειλητικού, ύστερ’ από μιαν εξαντλημένη ή αποτυχημένη επαναστατική κατάσταση, στο τέλος μιας επαναστατικής κρίσης στη διάρκεια της οποίας η προλεταριακή πρωτοπορία φανέρωσε την ανικανότητά της να μπει επικεφαλής του έθνους για να αλλάξει την τύχη όλων των τάξεων, μαζί και της μικρομπουρζουαζίας. Ακριβώς αυτό επέτρεψε στο φασισμό στην Ιταλία να αποκτήσει τεράστια δύναμη. Μα σήμερα στη Γερμανία δεν έχουμε το τέλος μιας επαναστατικής κατάστασης, αλλά τον ερχομό της. (…) Το γεγονός ότι [ο φασισμός] είχε τη δυνατότητα να καταλάβει μια τόσο ισχυρή βάση αφετηρίας στις παραμονές μιας επαναστατικής περιόδου και όχι στο τέρμα της – αυτό αποτελεί όχι το ασθενικό σημείο του φασισμού, αλλά το ασθενικό σημείο του κομμουνισμού.»4

Οι εξελίξεις στην Ευρώπη του μεσοπολέμου επιβεβαίωσαν με τραγικό τρόπο την κρίση της Κλάρας Τσέτκιν το 1923: «Ο φασισμός είναι η τιμωρία που κτυπά το προλεταριάτο, επειδή δεν συνέχισε την επανάσταση που άρχισε στη Ρωσία

Ποιοι στήριξαν τον Μουσολίνι

Αρχικά το κεφάλαιο χρησιμοποίησε τις φασιστικές συμμορίες ως ένοπλες ομάδες ενάντια στο οργανωμένο εργατικό κίνημα. Τόσο στην Ιταλία όσο και στη Γερμανία η βία των φασιστικών συμμοριών ασκούνταν με την ανοχή, την κάλυψη και τη στήριξη της αστυνομίας και του στρατού.

Ακόμη και πριν από την άνοδο των φασιστών στην εξουσία η ανάπτυξη του φασιστικού κόμματος του Μουσολίνι και του ναζιστικού κόμματος του Χίτλερ θα ήταν αδύνατες χωρίς την οικονομική στήριξη του μεγάλου κεφαλαίου.

Ας πάρουμε το παράδειγμα των Ιταλών φασιστών.

Η έκθεση του γενικού επιθεωρητή της αστυνομίας προς το υπουργείο Εσωτερικών στις 4 Ιουνίου 1919 για τα Fasci di combattimento του Μουσολίνι ανέφερε μεταξύ των πηγών χρηματοδότησής τους την εταιρεία Pirelli και την Ansaldo, εταιρεία πυρομαχικών.

Μεταξύ των σημαντικών χρηματοδοτών του Μουσολίνι περιλαμβάνονταν ο Τζιοβάνι Ανιέλι της Fiat, ο οποίος έγινε γερουσιαστής λίγο μετά την άνοδο του Μουσολίνι στην εξουσία και του οποίου τη συμβολή στην άνοδο του φασισμού αναγνώρισε δημοσίως ο Ντούτσε.

Η διαδικασία με την οποία η στήριξη της αστικής τάξης και του αστικού πολιτικού κατεστημένου στις φασιστικές ομάδες του Μουσολίνι ως συμμορίες εναντίον του εργατικού κινήματος μετατράπηκε σε ανάθεση της πολιτικής εξουσίας στον φασισμό υπήρξε πολύ πιο σύντομη από την αντίστοιχη στη Γερμανία. Aς υπενθυμίσουμε ότι η διαδικασία ανόδου του φασισμού στην εξουσία συντελείται στο έδαφος της ατελέσφορης επαναστατικής κινητοποίησης του ιταλικού προλεταριάτου το 1920.

Τον Μάιο του 1921 ο πρωθυπουργός Τζολίτι διέλυσε τη βουλή και προκήρυξε εκλογές. Περιέλαβε τους φασίστες στα ψηφοδέλτια του κυβερνητικού εκλογικού συνασπισμού («Εθνικό Μπλοκ»). Έτσι οι φασίστες εκπροσωπούνταν πλέον στη βουλή με 38 βουλευτές, στους οποίους περιλαμβανόταν ο Μουσολίνι. Η προεκλογική εκστρατεία του Μουσολίνι, που συνοδευόταν από όργιο βίας και δολοφονιών, είχε την οικονομική στήριξη της Confindustria, της ένωσης των βιομηχάνων, η οποία είχε ιδρυθεί τον προηγούμενο χρόνο. Από την πλευρά της η Ένωση Τραπεζών ενίσχυσε το φασιστικό κίνημα του Μουσολίνι με 20 εκατομμύρια λιρέτες.

Το ειδύλλιο ανάμεσα στους καπιταλιστές και τους φασίστες του Μουσολίνι ήταν αμοιβαίο. Στις 14 Ιανουαρίου 1921 η εφημερίδα του Μουσολίνι Popolo d’Italia διακήρυσσε ότι ο καπιταλισμός βρισκόταν μόλις στην αρχή της ιστορίας του.

Τον Νοέμβριο του 1921 στη Ρώμη το φασιστικό κίνημα γινόταν κόμμα στο ιδρυτικό συνέδριο του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος. Το συνέδριο καλούσε για ένα ισχυρό ιταλικό κράτος και υιοθετούσε τον ιταλικό ιμπεριαλισμό. «Το οικονομικό πρόγραμμα του κόμματος ήταν υπέρ της παραγωγικότητας και του “οικονομικού φιλελευθερισμού”, σε αντίθεση με την ταξικότητα και τον κολεκτιβισμό.»5

Τα ερείσματα των φασιστών μέσα στον στρατό ενισχύονταν συνεχώς. «Στις 7 Οκτωβρίου [1922] δύο ανώτατοι στρατηγοί ενημέρωσαν τον Βίκτωρα Εμμανουήλ τον ΙΙΙ ότι ο στρατός διέκειτο μάλλον φιλικά προς το φασισμό. (…) Ο νέος Πάπας, ο Πίος ΧΙ, που εκλέχθηκε τον Φεβρουάριο του 1922, υιοθέτησε μια παρόμοια ευνοϊκή στάση, ενώ ο αρχιεπίσκοπος του Μιλάνου αναρτούσε φασιστικές σημαίες στον καθεδρικό ναόΟ ιός του φασισμού εξαπλωνόταν και στα αστικά κόμματα. Ο ηγέτης του Φιλελεύθερου Κόμματος, Αντόνιο Σαλάντρα, «δήλωνε πολύ ευτυχής να αποκαλείται “Επίτιμος φασίστας”».6

Ήδη από το 1922 ο Μουσολίνι είχε αρχίσει τις επαφές με το Βατικανό, που αργότερα θα κατέληγαν στο κονκορδάτο του φασιστικού καθεστώτος με την Καθολική Εκκλησία. Τον Σεπτέμβριο του 1922 σε ομιλία του στο Ούντινε, εγκαταλείποντας την προγενέστερη ρητορική του υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας, ο Μουσολίνι δήλωνε τη συμπάθειά του για τη μοναρχία.7

Με τη στήριξη των βιομηχάνων και των τραπεζιτών, του στρατού και της αστυνομίας, της μοναρχίας και του Βατικανού ο δρόμος για την άνοδο των φασιστών στην εξουσία ήταν ανοιχτός. Μετά από πρόσκληση του βασιλιά Βίκτωρα Εμμανουήλ τη νύχτα της 29ης Οκτωβρίου 1922 ο Μουσολίνι έφθανε με τρένο στη Ρώμη το πρωί της 30ης Οκτωβρίου και οριζόταν πρωθυπουργός. Η διαβόητη πορεία στη Ρώμη των μελανοχιτώνων του θα έφθανε μετά το γεγονός και θα παρήλαυνε για τη νίκη του φασισμού την επόμενη ημέρα, μια νίκη αδύνατη χωρίς τη στήριξη του μεγάλου κεφαλαίου και του αστικού πολιτικού κατεστημένου. Σχηματίζοντας την κυβέρνησή του ο Μουσολίνι θα έδινε το υπουργείο Βιομηχανίας και Εμπορίου στον πολυεκατομμυριούχο επιχειρηματία Τεόφιλο Ρόσι. Σύντομα θα ακολουθούσαν η διάλυση του κοινοβουλίου στις 3 Ιανουαρίου του 1925, η απαγόρευση όλων των κομμάτων, η κατάργηση όλων των ελευθεριών και η επιβολή της ανοιχτής φασιστικής δικτατορίας.

Εκκαθάριση των πληβείων φασιστών – φασιστικοποίηση του κράτους

Στην πρώτη κυβέρνηση του Μουσολίνι πάνω από τους μισούς υπουργούς ανήκουν στο παλιό πολιτικό προσωπικό της αστικής τάξης. Όμως αρχίζει ήδη η φασιστικοποίηση του κράτους. Τον Ιανουάριο του 1923 ο Μουσολίνι δημιουργεί πλάι στο υπουργικό συμβούλιο το φασιστικό «Μεγάλο Συμβούλιο». Την περίοδο 1925 έως 1926 απομακρύνεται από τη σκηνή το παλιό αστικό πολιτικό προσωπικό. Άλλοι προσχωρούν στον φασισμό, άλλοι αποσύρονται από την πολιτική ζωή, κάποιοι παίρνουν ή εξαναγκάζονται να πάρουν τον δρόμο τη&

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

(συνέχεια)

Καταστολή και υπερεκμετάλλευση της εργατικής τάξης

Υπό το φασιστικό καθεστώς η τάξη των καπιταλιστών διατήρησε την αυτονομία της. Τώρα χάρη στην καταστολή, στην αστυνόμευση της δημόσιας ζωής, στη διάλυση όλων των εργατικών οργανώσεων, στην απαγόρευση των απεργιών, οι καπιταλιστές εξασφάλιζαν όρους πειθάρχησης και υπερεκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Επιπλέον, η ιμπεριαλιστική πολιτική και οι κατακτητικοί πόλεμοι του μουσολινικού καθεστώτος ικανοποιούσαν τις επιδιώξεις της ιταλικής αστικής τάξης για αποικιακές κατακτήσεις.

Τον Αύγουστο του 1923 το Μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο καλεί την Confindustria, τη συνομοσπονδία των βιομηχάνων, να έρθει σε μόνιμη σχέση με τα φασιστικά συνδικάτα. Τον Δεκέμβριο του 1923 συνάπτεται η λεγόμενη συμφωνία του Ανακτόρου Σίγκι, με την οποία η Confindustria αναγνωρίζει επισήμως τα φασιστικά συνδικάτα, με τα οποία συγκροτεί μόνιμη κοινή επιτροπή με στόχο την «εναρμόνιση» της πολιτικής τους. Όμως παρά την πίεση και τη φασιστική τρομοκρατία οι εργάτες αντιστέκονται και η πρόοδος των φασιστικών συνδικάτων είναι μικρή. Θα χρειαστεί η επιβολή της ολοκληρωτικής δικτατορίας του φασισμού το 1925 για να επιτευχθεί η πλήρης διάλυση των εργατικών συνδικάτων. Στις 2 Οκτωβρίου 1925 με τη λεγόμενη συμφωνία του Ανακτόρου Βιντόνι η Confindustria αναγνωρίζει στα φασιστικά συνδικάτα το αποκλειστικό μονοπώλιο. Στο εξής η εργοδοσία παρακρατεί από τους μισθούς των εργαζομένων τις «συνδικαλιστικές εισφορές» για τα φασιστικά συνδικάτα, ενώ η περιουσία των εργατικών συνδικάτων κατάσχεται και μεταβιβάζεται στα φασιστικά συνδικάτα.

Στην πραγματικότητα τα φασιστικά συνδικάτα δεν είναι παρά όργανα διοίκησης του κράτους. Σε ομιλία του στις 11 Μαρτίου 1926 ο Μουσολίνι δηλώνει: «Ο φασιστικός συνδικαλισμός είναι ένα ισχυρό μαζικό κίνημα, πλήρως ελεγχόμενο από τον φασισμό και την κυβέρνηση, ένα μαζικό κίνημα που υπακούει.»11 Τα φασιστικά συνδικάτα είναι όργανα πολιτικής πειθαρχίας για την επιβολή στους εργαζομένους των συνθηκών εργασίας και των μισθών που ορίζει η εργοδοσία.

Οι κορπορατίστικοι θεσμοί τους οποίους επιβάλλει το φασιστικό κράτος στο όνομα της «ενότητας του έθνους» δεν είναι παρά μέσα μετατροπής της θέλησης της εργοδοσίας σε αποφάσεις της «διαιτησίας» του φασιστικού κράτους. Ο Μουσολίνι δηλώνει στον πρόεδρο της Confindustria: «Διαβεβαιώνω τον κ. Μπένι ότι όσο είμαι στην εξουσία, οι εργοδότες δεν έχουν να φοβούνται τίποτα από το δικαστήριο εργατικής διαιτησίας.»12 Το δικαστήριο εργατικής διαιτησίας καθιερώθηκε το 1926.

Οι καπιταλιστές διαθέτουν πλέον ένα ισχυρό κράτος, που με μια σειρά οικονομικά και κοινωνικά μέτρα θα εξασφαλίσει τα κέρδη τους και τη διεύρυνσή τους. Χάρη στις συνθήκες τις οποίες επιβάλλει το φασιστικό κράτος, με τη διάλυση και τις διώξεις εις βάρος των εργατικών οργανώσεων, την απαγόρευση των απεργιών, την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, την αποκατάσταση του εργοδοτικού απολυταρχισμού στο εσωτερικό της επιχείρησης, είναι δυνατή η σφαγή των μισθών. Το φασιστικό κράτος χρησιμοποιεί τα μέσα που έχει στη διάθεσή του για να εμποδίζει οποιαδήποτε ανεξάρτητη οργάνωση στο εσωτερικό των εργατικών μαζών. Τα φασιστικά συνδικάτα δεν είναι παρά οργανώσεις αστυνομικής επιτήρησης των εργατών. Στο εξής η πάλη εναντίον της εργοδοσίας θεωρείται πάλη εναντίον του κράτους, η θέληση των εργοδοτών μετατρέπεται σε αποφάσεις της φασιστικής εξουσίας οι οποίες επιβάλλονται στους εργάτες με τα μέσα της αστυνομικής δικτατορίας.

Οι εργάτες που αρνούνται να εφαρμόσουν τις αποφάσεις της «διαιτησίας» τιμωρούνται με φυλάκιση ενός μηνός έως ενός έτους και με πρόστιμο 100 έως 10.000 λιρέτες. Η απεργία θεωρείται έγκλημα «εναντίον της κοινωνικής συλλογικότητας» και τιμωρείται με φυλάκιση έως τριών ετών, ενώ οι υποκινητές υπόκεινται σε ποινές φυλάκισης μέχρι επτά ετών.

Το κράτος επικυρώνει τους μισθούς που πληρώνουν οι εργοδότες στους μισθωτούς τους. Το υπουργείο των Συντεχνιών στη Ρώμη συντάσσει με βάση τις οδηγίες της εργοδοσίας «συμβάσεις», τις οποίες στη συνέχεια υπογράφουν οι διορισμένοι ηγέτες των φασιστικών συνδικάτων. Εδώ ας σημειώσουμε ότι διάταγμα της 22ης Νοεμβρίου 1928 διαλύει τη φασιστική συνομοσπονδία και καθιερώνει 13 ομοσπονδίες βιομηχανικών κλάδων.

Διάταγμα της 30ης Ιουνίου 1934 επαναφέρει το βιβλιάριο εργασίας, στο οποίο οι αρχές σημειώνουν αν η συμπεριφορά του κατόχου του είναι «ικανοποιητική από εθνική άποψη» και ο εργοδότης υποδεικνύει σε περίπτωση απόλυσης αν ο εργαζόμενος είναι «άξιος εμπιστοσύνης» ή όχι. Από τον Ιανουάριο του 1936 το βιβλιάριο περιλαμβάνει όλες τις μορφές δραστηριότητας του πολίτη από την ηλικία των 11 έως 32 ετών και αποτελεί απαραίτητο έγγραφο για να μπορεί κάποιος να βρει δουλειά.

Νόμος της 16ης Αυγούστου 1935 υποτάσσει το προσωπικό των εργοστασίων που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την πολεμική βιομηχανία σε στρατιωτική πειθαρχία. Όποιος δεν πηγαίνει στη δουλειά για πάνω από πέντε ημέρες θεωρείται λιποτάκτης και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης δύο έως εννιά ετών. Κάθε παραβίαση της πειθαρχίας εντός του εργοστασίου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης από έξι μήνες έως εννιά χρόνια. Το 1938 580.000 μισθωτοί που δουλεύουν σε επιχειρήσεις οι οποίες «εργάζονται για την εθνική άμυνα» υπόκεινται σε αυτόν τον νόμο.

Σύμφωνα με στοιχεία του ίδιου του ιταλικού τύπου της εποχής, οι ονομαστικοί μισθοί μειώθηκαν κατά το ήμισυ την περίοδο 1927-1932.13 Το 1935 οι μισθοί σπάνια φθάνουν τους μισθούς πριν από το 1914. Ακόμη και σε αυτούς τους ισχνούς μισθούς επιβάλλονται ποικίλες κρατήσεις εκτός από τους φόρους: υποχρεωτική εισφορά για τα φασιστικά συνδικάτα, κρατήσεις για τη βοήθεια στους ανέργους, εισφορά για το φασιστικό κόμμα, για το Dopolavoro (Μετά την Εργασία, δηλαδή για την αναψυχή των εργατών).

Τον Νοέμβριο του 1934 υπογράφεται συμφωνία ανάμεσα στην Confindustria και τα φασιστικά συνδικάτα βάσει της οποίας οι εργοδότες μπορούν να απολύουν νέους και γυναίκες και στη θέση τους να προσλαμβάνουν ενηλίκους άρρενες πληρώνοντάς τους τους μισθούς πείνας τους οποίους έδιναν προηγουμένως στους νέους και στις γυναίκες. Σε ορισμένες βιομηχανίες καθιερώνεται η εκ περιτροπής εργασία με αντίστοιχη μείωση των αμοιβών. Επιπλέον οι άνεργοι που απασχολούνται σε δημόσια έργα πληρώνονται μισθούς πείνας. Όλοι αυτοί οι παράγοντες συμβάλλουν στην μείωση του κόστους του εργατικού δυναμικού για το κεφάλαιο. Σε όλα αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε την αύξηση του ρυθμού εργασίας και των ωρών εργασίας, κυρίως στην πολεμική βιομηχανία, χωρίς αντίστοιχη αύξηση μισθών.

Οι καπιταλιστές διατηρούν την αυτονομία τους υπό το φασιστικό καθεστώς

Το όνειρο των πληβείων φασιστών συνδικαλιστών υπό την ηγεσία του Ροσόνι (οι οποίοι θα εκκαθαριστούν από το φασιστικό καθεστώς με το διάταγμα του 1928 που διαλύει τη φασιστική συνδικαλιστική συνομοσπονδία) για την κορπορατίστικη οργάνωση της ιταλικής κοινωνίας με μικτές οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτών δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ. Η τάξη των καπιταλιστών θέλει να χρησιμοποιήσει το φασιστικό κίνημα για τα συμφέροντά της, αλλά με κανέναν τρόπο δεν είναι διατεθειμένη να χάσει την αυτονομία της. Μπροστά στην άρνηση των βιομηχάνων και των μεγάλων γαιοκτημόνων ο Μουσολίνι περνά από το Μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο απόφαση που καταδικάζει τα μικτά συνδικάτα. Ο Αλφρέντο Ρόκο, υπουργός Δικαιοσύνης του φασιστικού καθεστώτος από το 1925 έως το 1932 γράφει: «Κατανοούμε ότι η ιδέα μιας ενιαίας οργάνωσης, μιας ενιαίας πειθαρχίας της εργασίας και της παραγωγής θα τρόμαζε τους εργοδότες, αν η κορπορατίστικη οργάνωση συγκροτούνταν έξω από το κράτος, σε καθεστώς ελευθερίας γεμάτο κινδύνους.»14 Με άλλα λόγια, το φασιστικό καθεστώς είναι εδώ για να προστατεύει τους εργοδότες από τους «κινδύνους» της ελευθερίας.

Ο νόμος της 3ης Απριλίου 1926 (ο οποίος συμπληρώνεται με τον κανονισμό της 1ης Ιουλίου 1926) για τη συντεχνιακή οργάνωση (κορπορατισμός) ορίζει: «Οι ενώσεις των εργοδοτών και οι ενώσεις των εργατών μπορούν να συνενωθούν μέσω κεντρικών οργάνων σύνδεσης σε μια κοινή ανώτερη ιεραρχία. (…) Οι οργανώσεις οι οποίες συνδέονται με αυτόν τον τρόπο αποτελούν μια συντεχνία.» (άρθρο 3). Όμως αυτές οι συντεχνίες υπάρχουν μόνο στην κορυφή, σε εθνικό επίπεδο. Ο ίδιος νόμος διαφυλάσσει προσεκτικά την αυτονομία των εργοδοτικών οργανώσεων, αφού το άρθρο 3 ορίζει ότι μένει «άθικτη η διακριτή εκπροσώπηση των εργοδοτών και των εργατών». Επιπλέον όχι μόνο οι συντεχνίες δεν απορροφούν το κράτος, όπως ονειρεύονταν οι πληβείοι φασίστες, αλλά αντίθετα με βάση τον νόμο: «Η συντεχνία δεν έχει νομική προσωπικότητα, αλλά αποτελεί διοικητικό όργανο του κράτους.»

Η Χάρτα Εργασίας του επόμενου έτους δείχνει ξεκάθαρα το πραγματικό περιεχόμενο της «συντεχνιακής» οργάνωσης: «Ο εργαζόμενος είναι δραστήριος συνεργάτης της οικονομικής επιχείρησης», της οποίας όμως «η διεύθυνση, καθώς και η ευθύνη ανήκουν στον εργοδότη». Οι καπιταλιστές, αφού χάρη στη φασιστική εξουσία απαλλάχθηκαν από τις ελευθερίες του κοινοβουλευτικού καθεστώτος θυσιάζοντας το παλιό πολιτικό προσωπικό τους, από τα εργατικά κόμματα και τα συνδικάτα, τις εργοστασιακές επιτροπές και τις απεργίες, μπορούν χάρη στην ολοκληρωτική αστυνομική δικτατορία να είναι απόλυτοι αφέντες στην επιχείρησή τους.

Η ίδια λογική διέπει τους θεσμούς οργάνωσης του «συντεχνιακού κράτους». Τα μέλη του Εθνικού Συμβουλίου των Συντεχνιών ορίζονται από τον δικτάτορα. Παρόμοια όσον αφορά τη Βουλή των Συντεχνιών: τα μέλη της επιλέγονται από το φασιστικό καθεστώς στη βάση ενός καταλόγου που παρουσιάζουν τα φασιστικά συνδικάτα. Στο επίπεδο των 22 συντεχνιών που συγκροτούνται πειθήνιοι υπάλληλοι της φασιστικής δικτατορίας, μετά την εκκαθάριση των πληβείων φασιστών, υποτίθεται ότι εκπροσωπούν τους εργαζομένους πλάι στους εκπροσώπους της εργοδοσίας. Εξάλλου σε κάθε περίπτωση συμμετέχουν και τρεις επίσημοι εκπρόσωποι του φασιστικού κράτους για την απίθανη περίπτωση δημαγωγικής στάσης των «εκπροσώπων» των εργαζομένων.

http://leninreloaded...og-post_09.html

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Μικρή συνεισφορά στη "θεωρία των άκρων":

Από την Βαϊμάρη στον Χίτλερ

Του Πέτρου-Ιωσήφ Στανγκανέλλη

Σύμφωνα με τους διαπρύσιους κήρυκες της ισχύουσας κατάστασης πραγμάτων, πρέπει, πάση θυσία, να αποτρέψουμε τον κίνδυνο μιας «νέας Βαϊμάρης». Πέρα από την πραγματικά απωθούμενη, κοινή, δομική αναφορά μεταξύ του τότε και του σήμερα, δηλαδή τον αυταρχικό χαρακτήρα του καπιταλισμού, την αγριότητα μιας άνευ όρων καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, την απροκάλυπτη και ανεξέλεγκτη ενίσχυση των κατασταλτικών μορφών άσκησης εξουσίας, τα ίδια τα γεγονότα δεν "ταιριάζουν". Εκεί που τα "μαντρόσκυλα" της ισχύουσας ιδεολογίας μιλούν για μια σύγκρουση μεταξύ δύο άκρων, στην περίπτωση της βραχύβιας Δημοκρατίας της Βαϊμάρης βρίσκουμε κάτι άλλο. Ας παραθέσουμε, λοιπόν κάποιες "λεπτομέρειες", εν είδει υπενθύμισης...

Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης γεννήθηκε αδύναμη. Σημαδεμένη εξαρχής από τον ανταγωνισμό μεταξύ του σοσιαλδημοκρατικού και του κομμουνιστικού κόμματος, δηλαδή, με άλλα λόγια, από τη διάκριση μεταξύ μεταρρύθμισης και επανάστασης. Σημαδεμένη από την ιδιότυπη διεθνή συγκυρία, από τους επαχθείς όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών, δηλαδή από τις επανορθώσεις που έπρεπε να πληρώσει η Γερμανία για την ήττα της στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Εύθραυστη στο πεδίο των θεσμών, αφού δημιουργήθηκε από την συγκυριακή συμφωνία μεταξύ των πολιτικών και των κοινωνικών δυνάμεων που συνάφθηκε αμέσως μετά την ήττα. Αποτέλεσμα, η ίδια, της ήττας της εξέγερσης των σπαρτακιστών, την οποία ακολούθησε η ραγδαία άνοδος της ακροδεξιάς.

Τα παραστρατιωτικά σώματα, τα frei korps, ακόμα και μετά την κατάπνιξη της εξέγερσης συνέχισαν να δρουν, αυτόνομα και ανεξέλεγκτα, με την ολοένα και αυξανόμενη συμμετοχή ακροδεξιών πρώην αξιωματικών του στρατού οι οποίοι δεν ήθελαν να αποδεχθούν την υποχρεωτική τους αποστρατεία. Η τρομοκρατική δράση των frei korps είχε ως αποτέλεσμα πάνω από 350 δολοφονίες ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που η ένοπλη δεξιά απείλησε να κάνει πραξικόπημα. Ο στρατός αναδιοργανώθηκε με τους ίδιους προπολεμικούς και μοναρχικούς αξιωματικούς επικεφαλής, τη στιγμή που η άκρα δεξιά έκανε συνεχώς επιθέσεις ενάντια στους «προδότες μαρξιστές», τους οποίους θεωρούσε υπεύθυνους της στρατιωτικής ήττας, και τους εβραίους επιχειρηματίες, θεωρούμενους ως υπαίτιους της οικονομικής κρίσης.

Η γερμανική κοινωνία των πρώτων χρόνων της Δημοκρατίας υπέστη μια ραγδαία μετάλλαξη και μια τρομακτική πόλωση. Η μεσαία τάξη, οι μικροϊδιοκτήτες, μικροκαταθέτες, οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι συνταξιούχοι προλεταριοποιήθηκαν. Οι εργάτες δεν υπέστησαν, αναλογικά, τόσο μεγάλη καταστροφή, αφού διέθεταν, προσωρινά, μια κάποια διαπραγματευτική δύναμη χάρη στα ακόμα ισχυρά αν και διαρκώς απομαζικοποιούμενα συνδικάτα τους. Αντίθετα, ο ευνοημένος της κρίσης ήταν το μεγάλο κεφάλαιο, οι βιομήχανοι, που είδαν τα δάνεια που είχαν προηγουμένως συνάψει με τις τράπεζες να μηδενίζονται ενώ τα κέρδη τους αυξάνονταν συνεχώς, εξαιτίας της ραγδαίας ανόδου των τιμών.

Στα τέλη του 1923, όμως, διαφαινόταν ήδη ότι αυτή η κατάσταση δε μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ. Οι κίνδυνοι αποσταθεροποίησης τόσο στο κοινωνικό όσο και στο οικονομικό επίπεδο ήταν πολύ μεγάλοι. Η πολιτική λύση που προτάχθηκε ήταν μια κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού, με επικεφαλής τον καγκελάριο Γκούσταβ Στρέσεμαν, από το Συντηρητικό κόμμα, το κόμμα του Κέντρου, τους φιλελεύθερους δημοκράτες και τους σοσιαλδημοκράτες. Η κυβέρνηση αυτή, πέρα από τα συγκεκριμένα οικονομικά μέτρα που πήρε, κατέστειλε την αριστερή αντιπολίτευση, καθαίρεσε τις τοπικές, σοσιαλκομμουνιστικές δημοτικές αρχές και κυβερνήσεις των κρατιδίων της Σαξονίας και της Θουριγγίας, ενώ έπνιξε στο αίμα την εξέγερση των εργατών του Αμβούργου. Η ίδια πολιτική συνεχίστηκε και από την κεντροδεξιά κυβέρνηση του καγκελαρίου Βίλχελμ Μαρξ.

Η οικονομική και κοινωνική «σταθεροποίηση», δηλαδή, η επικράτηση των συντηρητικών, κεντροδεξιών δυνάμεων, έγινε πια η κεντρική πολιτική επιδίωξη. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα από την εκλογή του Στρατάρχη Χίντεμπουργκ στο αξίωμα του προέδρου της δημοκρατίας, το 1925. Ο νέος πρόεδρος ήταν ένας τυπικός εκπρόσωπος του παραδοσιακού γερμανικού προπολεμικού συντηρητισμού, της μοναρχίας, της αριστοκρατίας της γης και των μεγαλοβιομηχάνων. Ο ηττημένος αυτών των προεδρικών εκλογών, κι όλων όσων ακολούθησαν μέχρι την εκλογή του Χίτλερ, ήταν το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Κι όχι μόνο στις εκλογές αλλά, κυρίως, στα συνδικάτα.

Πρόκειται για την ήττα της σοσιαλδημοκρατικής ψευδαίσθησης ότι η συμμαχία που είχε συναφθεί το 1919, μεταξύ SPD, μεγαλοβιομηχάνων και γαιοκτημόνων, θα μπορούσε να διαρκέσει. Από την άλλη μεριά, οι σοσιαλδημοκράτες, η βάση των οποίων αποτελούταν από ειδικευμένους βιομηχανικούς εργάτες, το προλεταριάτο του 19ου αιώνα, έχαναν δυνάμεις προς τα αριστερά, ως αποτέλεσμα της μεταβολής της σύνθεσης της εργατικής τάξης στην οποία, πλέον, και στη Γερμανία, άρχισαν να επικρατούν οι ανειδίκευτοι εργάτες, οι οποίοι ψήφιζαν κατά κύριο λόγο, το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Οι ψευδαισθήσεις κάποτε τελειώνουν. Στην περίπτωση του SPD, όμως, δε διαλύθηκαν ούτε με την έλευση της κρίσης του 1929. Το πρώτο αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης ήταν η πτώση της τελευταίας κοινοβουλευτικής και συνταγματικής κυβέρνησης, του μεγάλου συνασπισμού μεταξύ σοσιαλδημοκρατών, Κόμματος του Κέντρου και φιλελευθέρων, με επικεφαλής τον σοσιαλδημοκράτη Χέρμαν Μίλλερ. Εξαιτίας της ραγδαίας αύξησης της ανεργίας και της μείωσης των φορολογικών εσόδων, η κυβέρνηση διαιρέθηκε μεταξύ αυτών που θεωρούσαν ότι θα έπρεπε να αυξηθούν οι φόροι, για να διατηρηθεί το επίδομα ανεργίας, κι όσων θεωρούσαν ότι η φορολογία θα έπρεπε να μειωθεί, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι θα εξαθλιώνονταν ακόμα περισσότερο.

Τον Μάρτιο του 1930 η κυβέρνηση πέφτει. Τότε, ο πρόεδρος Χίντεμπουργκ, με μια μονομερή κίνηση, ορίζει καγκελάριο τον Χάινριχ Μπρούνινγκ ο οποίος, εντός 48 ωρών, στις 29 Μαρτίου, συγκροτεί κυβέρνηση. Αρχίζει έτσι η πρακτική της εξωκοινοβουλευτικής διαχείρισης της κρίσης, πρακτική η οποία θα ακολουθηθεί και τα επόμενα χρόνια. Ο νέος καγκελάριος ήταν ο επικεφαλής του κόμματος του Κέντρου, δημοφιλής στη συντηρητική δεξιά και αρεστός στους κόλπους της ελαφράς βιομηχανίας και των μεσαίων γαιοκτημόνων, δηλαδή των κοινωνικών δυνάμεων που ήθελαν να απαλλαγούν από τους περιορισμούς που έθεταν οι σοσιαλδημοκράτες, χωρίς, όμως, ακόμα, την προσφυγή σε αυταρχικές λύσεις.

Η κυβέρνησή του δεν διέθετε κοινοβουλευτική πλειοψηφία, κι εκεί έγκειται η κοινοβουλευτική ανωμαλία. Ήταν αναγκασμένος είτε να την αναζητά, δημιουργώντας πρόσκαιρες συμμαχίες, συνήθως με τα δεξιά κόμματα, καμιά φορά και με το SPD, είτε να προσφεύγει στον πρόεδρο της δημοκρατίας, νομοθετώντας με προεδρικά διατάγματα, σύμφωνα με το άρθρο 48 του Συντάγματος της Βαϊμάρης.

Τον Σεπτέμβριο του 1930 ο Μπρούνινγκ προχωρά σε εκλογές, με την ελπίδα να καταφέρει να αποκτήσει πλειοψηφία. Το αποτέλεσμα της κάλπης, όμως, είναι το ακριβώς αντίθετο: πτώση των κομμάτων του κέντρου, καθώς και του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, άνοδος της εθνικοσοσιαλιστικής δεξιάς (18%) και του κομμουνιστικού κόμματος. Παρόλα αυτά, ο Μπρούνινγκ συνέχισε να κυβερνά- αλλά μόνο στο κοινοβούλιο: στους δρόμους υπήρχαν ήδη οι 500.000 άνδρες των SA, υπό τον Έρνστ Ρομ, και τα SS, υπό τον Χάινριχ Χίμλερ.

Στις 11 Οκτωβρίου του 1931, στο Μπαντ Χάρτζμπουργκ, οι εθνικοσοσιαλιστές, το κόμμα των γερμανών εθνικιστών, καθώς και η παραστρατιωτική οργάνωση των «ατσαλόκρανων», με την παρουσία μελών της οικογένειας του πρώην αυτοκράτορα, υψηλόβαθμων αξιωματικών του στρατού, και του πρώην διοικητή της Εθνικής τράπεζας, αποφάσισαν να συμπτύξουν κοινό μέτωπο με την «αριστοκρατική» δεξιά, τους εκπροσώπους του μεγάλου κεφαλαίου και της βιομηχανίας. Το «μέτωπο του Χάρτζμπουργκ» μετακινεί τον πολιτικό άξονα: η μετριοπαθής δεξιά στην κυβέρνηση ήταν πια αδύναμη, οι σοσιαλδημοκράτες έχαναν συνεχώς δυνάμεις από καιρό. Ο μόνος αντίπαλος ήταν πια οι κομμουνιστές.

Επικύρωση αυτής της συμφωνίας ήταν οι προεδρικές εκλογές του Απριλίου 1932 όταν, απέναντι στην υποψηφιότητα του Χίτλερ, η μετριοπαθής δεξιά και οι σοσιαλδημοκράτες υποστήριξαν τον υπερήλικα Πάουλ Χίντεμπουργκ, δηλαδή το σύμβολο του μιλιταρισμού και της συντήρησης. Αυτός, μπορεί να νίκησε, με 19.390.000 ψήφους, όμως ο Χίτλερ έλαβε 13.410.000, 2 εκατομμύρια περισσότερες σε σύγκριση με τις εκλογές του 1930. Ο Χίντεμπουργκ, ο οποίος είχε προταθεί και υποστηριχθεί ως ένας φραγμός στην άκρα δεξιά, έκανε αμέσως ακριβώς το αντίθετο: ένα μήνα μετά την εκλογή του, οδήγησε σε παραίτηση τον Μπρούνινγκ (30 Μαρτίου 1932) και τον αντικατέστησε, ακολουθώντας τις εντολές των πρώσων μεγαλοϊδιοκτητών γης και των μιλιταριστών, με τον στρατηγό του Ιππικού Φραντς φον Πάππεν.

Αυτή ήταν και η τελευταία κίνηση του γηραιού στρατάρχη να αποσπάσει τις εξουσίες από το κοινοβούλιο και να τις συγκεντρώσει στα χέρια των στρατιωτικών. Κατόπιν τούτου, η κυβέρνηση φον Πάππεν διήρκεσε μόλις εφτά μήνες. Στις εκλογές της 31ης Ιουλίου 1932 το ναζιστικό κόμμα ήρθε πρώτο με το 37,3% των ψήφων και σε μεγάλη απόσταση από τους δεύτερους, σοσιαλδημοκράτες, που απέσπασαν το 21,6%. Το κόμμα του Κέντρου συγκέντρωσε 15,7% και το κομμουνιστικό κόμμα το 14,3. Όταν ο Χίτλερ αρνήθηκε την πρόταση του φον Πάππεν να αναλάβει το αξίωμα του αντικαγκελαρίου, προτιμώντας να περιμένει λίγο, ώστε να γίνει ο απόλυτος κυρίαρχος, το παιχνίδι είχε ήδη κριθεί. Η βουλή διαλύθηκε, κι επαναπροκηρύχθηκαν εκλογές για τις 6 Νοεμβρίου του 1932. Σε αυτές, το ναζιστικό κόμμα έλαβε το 33,1%, το σοσιαλδημοκρατικό έπεσε κι άλλο, ενώ το ΚΚΓ ανέβασε τα ποσοστά του φτάνοντας το 16,9%. Στις 30 Ιανουαρίου του 1933 ο Χίτλερ ανακηρύχθηκε καγκελάριος, επικεφαλής μιας κυβέρνησης συνεργασίας μεταξύ ναζιστικού κόμματος, κομμάτων της αριστοκρατικής δεξιάς και εκπροσώπων του στρατού.

Η διεθνής αντίδραση απέναντι στην ανέλιξη του Χίτλερ ήταν αυτή της παγερής αδιαφορίας. Όλοι θεωρούσαν ότι, αφού πήρε την εξουσία, το ναζιστικό κόμμα θα μετασχηματιζόταν σε άλλον ένα «φυσιολογικό» πολιτικό σχηματισμό.

Συνέβη ακριβώς το αντίθετο: αμέσως ο Χίτλερ διέλυσε το κοινοβούλιο και όρισε νέες εκλογές για τις 5 Μαρτίου. Συγχρόνως, ίδρυσε ένα νέο σώμα βοηθητικής αστυνομίας, το οποίο επανδρώθηκε από πιστούς ναζιστές. Εκκαθάρισε τη δημόσια διοίκηση από κάθε εχθρικό σε αυτόν στοιχείο, έκλεισε 150 αριστερές εφημερίδες και ο Χέρμαν Γκέρινγκ, υπουργός εσωτερικών της Πρωσίας, διέταξε την αστυνομία να μην επεμβαίνει πλέον, ούτε καν για να τηρηθούν τα προσχήματα, στις σφαγές τις οποίες διέπρατταν καθημερινά τα SA εναντίον αριστερών και συνδικαλιστών.

Στις 27 Φεβρουαρίου του 1933, λίγες μέρες πριν τις εκλογές, ο εμπρησμός του Ράιχστανγκ, του κτιρίου της βουλής, δήθεν από τους κομμουνιστές, παρότι σχεδόν αμέσως αποκαλύφθηκε ότι ήταν μια προβοκατόρική ενέργεια των ναζιστών, χρησιμοποιήθηκε ως αφορμή για το ξέσπασμα ενός κύματος βίας. 4000 κομμουνιστές συνελήφθησαν, ενώ ο στρατάρχης Χίντεμπουργκ υπέγραψε μια ημερήσια διαταγή «περί προστασίας του λαού και του Κράτους».

Κι όμως, ούτε μια απεργία δεν κηρύχθηκε, από τη μεριά των σοσιαλδημοκρατών.

Έτσι, οι εκλογές της 5ης Μαρτίου, που διεξήχθησαν υπό γενικό κλίμα φόβου, έδωσαν το 43,9% στο εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, και την απόλυτη πλειοψηφία. Το ΚΚΓ κηρύχθηκε εκτός νόμου, οι κομμουνιστές βουλευτές κατέπεσαν του αξιώματός τους και ο Χίτλερ ζήτησε και έλαβε την απόλυτη εξουσία από όλους τους βουλευτές πλην 94 του SPD που είχαν γλιτώσει, πρόσκαιρα, τη δίωξη.

Το ως τότε πανίσχυρο συνδικάτο του SPD, ADGB, σε μια απέλπιδα προσπάθεια αυτοπροστασίας του, όχι μόνο δεν κήρυξε απεργία, αλλά αποδέχθηκε κιόλας να συμμετάσχει στον εορτασμό της πρωτομαγιάς που οργάνωσε η κυβέρνηση. Την επομένη, στις 2 Μαΐου, όλες οι έδρες των συνδικαλιστικών οργανώσεων κατελήφθησαν από τα SA. Στις 22 Ιουνίου κηρύχθηκε εκτός νόμου το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ενώ στις 14 Ιουλίου απαγορεύθηκε η λειτουργία όλων των κομμάτων.

Την 1η Δεκεμβρίου 1933 θεσπίστηκε διά νόμου η ενοποίηση του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος με το κράτος. «Για περισσότερα από 60 χρόνια», διακήρυσσε ο Χίτλερ ενώπιον ενός κοινοβουλίου που απαρτιζόταν αποκλειστικά από ναζιστές, «αυτά τα κόμματα απομύζησαν το αίμα του γερμανικού λαού και, παρά τις μεταμορφώσεις που υπέστησαν, έμοιαζαν αθάνατα. Κι όμως, μέσα σ’ ένα χρόνο εθνικοσοσιαλιστικής επανάστασης τα νικήσαμε κατά κράτος. Δεν μειώσαμε μόνο τη δύναμή τους, αλλά τα εκμηδενίσαμε, τα ξεριζώσαμε από τον γερμανικό λαό»

Η ίδρυση των πρώτων στρατοπέδων συγκέντρωσης απείχε λίγους μήνες. Η «νύχτα των κρυστάλλων» λιγότερο από 5 χρόνια, η μάχη του Στάλινγκραντ μια δεκαετία, το τέλος, εντεκάμιση.

http://rnbnet.gr/details.php?id=7361

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Ιστορικός αναθεωρητισμός: κομμουνισμός=ναζισμός

Το πρόβλημα δεν είναι ο Πρετεντέρης, αλλά η γιγαντιαία επιχείρηση του "ιστορικού αναθεωρητισμού".

Του Άγγελου Ελεφάντη

Διάβαζα προ ημερών ένα από τα γνωστά για την "τσαχπινιά" τους κείμενο του κ. Πρετεντέρη στο Βήμα. Κι αφού καθάρισα και ξανακαθάρισα τα γυαλιά μου πείστηκα ότι, τελικά, δεν είχα κάνει λάθος στην ανάγνωση. Τετρακόσια εκατομμύρια, έγραφε το κείμενο, ήταν οι φόνοι που διέπραξαν ο Στάλιν, ο Πολ Ποτ, ο Μάο Τσε Τούνγκ και οι ανά τον κόσμο κομμουνιστές. Καϋμένε Στεφάν Κουρτουά που υποστήριξες στη γνωστή Μαύρη Βίβλο ότι τα θύματα του κομμουνισμού ήταν μόνον εκατό εκατομμύρια... Σε είχαν όλοι αποπάρει, ακόμη και συνεργάτες σου στη Μαύρη Βίβλο, έτσι που αναγκάστηκες να περιορίσεις το φονικό κατά μερικά εκατομμύρια. Αν είχες υπόψη σου τα νούμερα του Πρετεντέρη δεν θα αναγκαζόσουν να ρίξεις νερό στο κρασί σου.

Το πρόβλημα όμως, ειλικρινά, δεν είναι ο Πρετεντέρης, αλλά η γιγαντιαία επιχείρηση του "ιστορικού αναθεωρητισμού", την οποία ξεκίνησαν Γερμανοί ιστορικοί, ήδη από τη δεκαετία του ΄60, την συνέχισαν επαξίως Γάλλοι, Άγγλοι, Αμερικανοί, εσχάτως προστέθηκαν και οι ημέτεροι ιστορικοί Στάθης Καλύβας και Νίκος Μαραντζίδης, με τις "ακριβείς" καταμετρήσεις σκοτωμένων από την ΟΠΛΑ αφ΄ ενός, τους ταγματασφαλίτες και λοιπούς δωσίλογους αφ΄ ετέρου. Σύμφωνα όμως με αυτές τις καταμετρήσεις η κόκκινη τρομοκρατία ήταν αγριότερη και μαζικότερη από τη μαύρη τρομοκρατία.

Για τους μη εξοικειωμένους σ΄ αυτού του είδους την ιστορική μπακαλική, να προσθέσω ότι ο "ιστορικός αναθεωρητισμός", όχι όμως και το τέκνο του ο "ιστορικός αρνητισμός" (:"δεν υπήρξε ολοκαύτωμα") κ.λπ. – δεν αποσιωπούν τα εγκλήματα του ναζισμού. "Απλώς", λιγοστεύουν, τεχνηέντως ή χονδροειδώς, το μερίδιο αίματος του ναζισμού κατά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, το επιρρίπτουν στην ευθύνη αποκλειστικά μιας μερίδας γνωστών ηγετών ναζί και των SS – μέχρι του σημείου ώστε οι θανατωθέντες Εβραίοι στα στρατόπεδα να μην ξεπερνούν, κατ΄ αυτούς, τα δύο με τρία το πολύ εκατομμύρια. Απ΄ την άλλη μεριά αυγατίζουν τα θύματα εις βάρος των Γερμανών και των συμμάχων τους, π.χ. εξαιτίας των συμμαχικών βομβαρδισμών πόλεων και μη στρατιωτικών εγκαταστάσεων, και έτσι, στον σχετικό ισολογισμό, ναζί και σύμμαχοι έρχονται πάτσι.

Όχι ακριβώς: ένα μεγάλος λογαριασμός εγκλήματος μένει ανεξόφλητος, δεν συμψηφίζεται με αριθμητικώς ισόποσα εγκλήματα του ναζισμού. Πρόκειται για τα εγκλήματα, τα δεκάδες εκατομμύρια θύματα του κομμουνισμού, αυτής της άλλης μάστιγας της ανθρωπότητας που χρησιμοποίησε τον φόνο ως τρόπο άσκησης της πολιτικής: ο κόκκινος και ο μαύρος φασισμός, η μαύρη και η κόκκινη τρομοκρατία ή, κατά κομψότερο τρόπο, ο κόκκινος και ο μαύρος ολοκληρωτισμός. Αυτή είναι η "θεωρία", ήδη λεπτουργημένη στα χρόνια του Μεσοπολέμου και κύριο ιδεολογικό και θεωρητικό εργαλείο του "ελεύθερου κόσμου" τα ατέλειωτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Ο Ψυχρός Πόλεμος τέλειωσε, έδωσε την ήττα στα καθεστώτα του Υπαρκτού σοσιαλισμού και γενικότερα τις δυνάμεις του ιστορικού κομμουνισμού. Ίσως, θα νόμιζε κανείς, ότι τώρα πλέον η πολεμική δεν έχει ανάγκη τα μέσα που χρησιμοποίησε επί Ψυχρού Πολέμου: ο κομμουνισμός, ο σταλινισμός και οι συνοδοιπόροι αυτών είναι πεθαμένοι και νεκροί, πτώματα τυμπανιαία και οδωδώτα. Άφετε τους τεθνεώτας θάψαι τους εαυτών νεκρούς.

Α, μπα. Ουδαμώς. Οι ιδεολόγοι τους γνωρίζουν πολύ καλά αυτό που γνωρίζουμε όλοι. Ότι δηλαδή το παρελθόν νοηματοδοτεί το παρόν και στο παρόν επινοείται το μέλλον μολονότι όχι γραμμικά και όχι νομοτελειακά. Στη μεταμοντέρνα μας όμως εποχή, που εδράζεται αποκλειστικά στο παρόν, όπου τα πάντα είναι παροντικά, δεν μπορεί να επιβιώνει μια ζώσα ιστορία, ένα παρελθόν δηλαδή που κάτι ακόμη μπορεί να προσκομίσει στο παρόν. Σ΄ αυτή την περίπτωση οι διαχειριστές του παρόντος ανακατασκευάζουν το παρελθόν αυθαιρέτως αλλά αληθοφανώς, ώστε να συνάδει και να συνηγορεί προς τη χρεία του παρόντος. Μια κατασκευή, λέγεται, είναι η ιστορία, το πραγματικό κατασκευάζεται κι αυτό: μια αφήγηση είναι και το παρελθόν. Έκαστος και η αφήγησή του περί του παρελθόντος. Δεν μπορεί, λοιπόν, να επιβιώνουν περί της πραγματικότητος του ιστορικού κομμουνισμού αντιλήψεις που να μην τον θεωρούν εγκληματικό εκ φύσεως, διότι εκεί τον οδήγησε, στο έγκλημα, η θεωρία της πάλης των τάξεων. Η "ουσία" του κομμουνισμού αρχίζει και τελειώνει με το έγκλημα. Άρα, εις την γέενναν του πυρός. Καλά, το πράξαμε αυτό με τον ναζισμό και ορθώς. Ενώ όμως ο κομμουνισμός νικήθηκε κοινωνικά και πολιτικά, διατηρούνται ακόμη ανάμεσά μας κάποιες σκιές του παρελθόντος του με δυναμογόνα και ιδαλγικά φωτοστέφανα που τον συντηρούν ως ιστορική ενδεχομενικότητα που οι άνθρωποι (η πάλη των τάξεων) μπορεί να την επικαιροποιήσουν ξανά, διότι το φάντασμα εξακολουθεί να πλανιέται ακόμη πάνω απ΄ την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο.

Πρέπει, λοιπόν, το παρελθόν να εξορκισθεί ανέκλητα και οριστικά, να μην ταράξει ξανά τις συνειδήσεις των ανθρώπων και να τους εμπνεύσει παραδείγματα. Και ιδού η εργαλειακή χρησιμότητα ορισμένων αφηγήσεων στη μεταμοντέρνα εποχή μας: από τους Ελασίτες ως τους μαχητές του Στάλινγκραντ και του Κιούρσκ, από το "κόμμα των εκτελεσμένων" (ΚΚΓ) ως τους μαχητές των Βιετκόγκ, από τα υπόγεια της παρανομίας ως τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, από το μαχόμενο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα ως τις απόπειρες θεμελίωσης λαϊκής εξουσίας, όλα αυτά, άνθρωποι, ιδέες, αγώνες ήταν όργανα του κακού. Ο τρόπος της καταδίκης και της ιστορικής αναθεώρησης είναι θεολογικός και η πρακτική συνέπεια, όπως η θεολογία επιτάσσει, είναι η ανάνηψις, ή μετάνοια. Άπειρες οι μορφές της μετάνοιας, κι όχι ίδιες μ΄ εκείνες που εξάγονταν παλιά στα κρατητήρια της Ασφάλειας.

Έρχεται, λοιπόν, λειτουργός της Ε.Ε., ο Σουηδός βουλευτής Λίντμπλατ, και υποβάλλει στο Συμβούλιο της Ευρώπης ένα μνημόνιο στο οποίο καταγράφεται το νέο credo: "Τα εγκλήματα στα οποία οδηγεί η κομμουνιστική θεωρία της πάλης των τάξεων δεν έχουν καταδικασθεί διεθνώς όπως αυτά των ναζί". Από την αποτίμηση της κομμουνιστικής εγκληματικής κληρονομιάς απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στον Κόκκινο Στρατό και την τεράστια προσφορά της ΕΣΣΔ στη συντριβή του ναζισμού. Απουσιάζει, επίσης, κάθε αναφορά στις κομμουνιστικής εμπνεύσεως δυνάμεις της ευρωπαϊκής Αντίστασης.

Δεν ξέρουμε τι θα ψηφίσει η κοινοβουλευτική ομάδα της Ευρωβουλής στην οποία έχει παραπεμφθεί το μνημόνιο. Στο Συμβούλιο εγκρίθηκε κατά πλειοψηφία. Ήδη όμως μεγάλα τμήματα του ευρωπαϊκού πολιτικού φάσματος, μαζί και όλα τα ελληνικά πολιτικά κόμματα καταδίκασαν το μνημόνιο του Σουηδού, αρνούμενα να εξισώσουν την εγκληματική πολιτική του ναζισμού που ερείπωσε και ματοκύλησε την Ευρώπη με την ιστορική προσφορά της ΕΣΣΔ και των κομμουνιστών στον αγώνα κατά του φασισμού. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό• οι Ευρωπαίοι δεν μπορούν να καταπιούν το δόγμα του Σουηδού (αν και οι Ανατολικοευρωπαίοι, μέλη πλέον της Ε.Ε., τάσσονται ανεπιφύλακτα στο πλευρό του, είναι οι κυρίως επισπεύδοντες).

Υπάρχουν, βέβαια και βεβαιωμένα και τα εγκλήματα του κατά την σταλινική εκδοχή ιστορικού κομμουνισμού, αυτά που τον αμαύρωσαν και κατέστησαν αφερέγγυα την ιδέα του σοσιαλισμού. Εμείς, κομμουνιστογενείς και γενικά οι αριστεροί δεν κάνουμε γαργάρα τα γκουλάγκ, τις δίκες, τις διώξεις, τις μαζικές εκτελέσεις. Ούτε καλυπτόμαστε από την αισχυντηλή καλύπτρα της "παραβιάσεως της σοσιαλιστικής νομιμότητας", που κάποια εποχή προσπαθούσε να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Μετά την αποκάλυψη της έκθεσης Χρουστσώφ το 1956, που έριξε κάποιο φως στο τοπίο, και έκτοτε συνεχώς, οι ανανεωτικοί κομμουνιστές, οι μαρξιστές, οι αριστεροί έρχονται και επανέρχονται στα ανομήματα του σταλινισμού, αυτοί πήραν το ζήτημα στην πλάτη τους, αυτοί κατάφεραν να αναλύσουν επαρκώς τη σταλινική περίοδο, αν και το ζήτημα έχει ακόμα πολύ δρόμο μπροστά του. Απ΄ αυτή την κριτική προέκυψαν όλες οι θεωρητικές και πολιτικές τάσεις της σύγχρονης ευρωπαϊκής αριστεράς, αναδεικνύοντας και πληθώρα πραγματολογικών στοιχείων. Όσο και να πονούσε το ζήτημα –και πονούσε πολύ– οι κομμουνιστές καταδίκασαν την αιμόφυρτη σταλινική πολιτική, χωρίς να έχουν ανάγκη τα credo του ιστορικού αναθεωρητισμού και την αρνήθηκαν, ακριβώς, στο όνομα του σοσιαλισμού. Χωρίς να γίνουν ριψάσπιδες και ρενεγκάδες. Και πολύ πριν την κατάρρευση του Υπαρκτού όσο υπήρξαν ιδέες και αγώνες απελευθερωτικοί για την χειραφέτηση των εργαζομένων απ΄ αυτήν τη ρίζα, κυρίως, προέρχονται. Εκτός από κάποιους που αγκυρώθηκαν για τα καλά στη σαγήνη των ιδεών του μπρεζνιεφισμού και τον αγγελικό κόσμο που αυτός οικοδομούσε.

Από τη σκοπιά του σοσιαλισμού, ο Υπαρκτός για μας ήταν το προς αποφυγήν παράδειγμα. Θεωρητικοί μαρξιστές-κομμουνιστές ήταν εκείνοι που στην ΕΣΣΔ τα χρόνια ΄60 με ΄80 θεωρούσαν ότι στη Σοβιετική Ένωση είχε επικρατήσει ένας "τρομοκρατικός τρόπος παραγωγής" (Ανρί Λεφέβρ κι άλλοι πολλοί). Αυτά δεν είναι εκ των υστέρων αφηγήσεις, αλλά θέσεις μάχης από τη σκοπιά του σοσιαλισμού, διατυπωμένες συγχρονικά, ενώ ξετυλίγονταν η ιστορία. Από την ίδια σκοπιά συνέχιζαν οι αριστεροί να βλέπουν ότι η πραγματική "υπαγωγή" των εργαζομένων στο κεφάλαιο (Μαρξ) πραγματοποιείται με ποικίλες μορφές βίας. Κι ότι στη διάρκεια της ταξικής πάλης η βία, συμβολική και υλική, μονίμως ερχόταν από τη μεριά του κεφαλαίου και του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού κράτους. Από την παράταξή μας όμως ξεπήδησε ένας στοχαστής που έλεγε ότι ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει. Δεν ξέρω κανένα που να υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει. Στα καπιταλιστικά λογιστήρια η δημοκρατία δεν έχει ανοιγμένη μερίδα. Ο ιστορικός αναθεωρητισμός έχει.

http://rnbnet.gr/details.php?id=7304

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

http://www.protothema.gr/world/article/332954/foros-timis-stin-iroida-ton-tsehon-/

Φόρος τιμής στην ηρωϊδα των Τσέχων

Φόρος τιμής στη Ναταλία Γκορμπανέφσκαγια, που συμμετείχε στις 25 Αυγούστου του 1968, μαζί με άλλους σοβιετικούς αντιφρονούντες, στη διαμαρτυρία στην Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας κατά της εισβολής στην τότε Τσεχοσλοβακία

Η Πράγα απέτισε σήμερα φόρο τιμής στη μεγάλη προσωπικότητα των σοβιετικών αντιφρονούντων, στη Ναταλία Γκορμπανέφσκαγια, που απεβίωσε την Παρασκευή, για το θάρρος με το οποίο είχε καταγγείλει, τον Αύγουστο του 1968 στη Μόσχα, την κατοχή της Τσεχοσλοβακίας από τα στρατεύματα του Συμφώνου της Βαρσοβίας.

"Η Ναταλία Γκορμπανέφσκαγια ήταν μια ηρωίδα για τους Τσέχους", υπογράμμισε ο υπουργός Εξωτερικών, Γιαν Κόχουτ, στο συλλυπητήριο μήνυμά του.

Η Γκορμπανέφσκαγια, που πέθανε στο Παρίσι σε ηλικία 77 ετών, ήταν μια "θαρραλέα γυναίκα που τιμούσε τις αρχές και δεν δίσταζε να αγωνίζεται δημόσια γι΄αυτές", υπογράμμισε.

"Η χώρα μας δεν πρέπει να ξεχάσει ποτέ ανθρώπους όπως εκείνην", έγραψε ο επικεφαλής της τσεχικής διπλωματίας.

Η Ναταλία Γκορμπανέφσκαγια είχε συμμετάσχει στη διαδήλωση επτά σοβιετικών αντιφρονούντων στις 25 Αυγούστου του 1968 στην Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας, για να διαμαρτυρηθεί κατά της κατοχής της Τσεχοσλοβακίας από τα στρατεύματα του Συμφώνου της Βαρσοβίας.

Συνελήφθη μετά τη διαδήλωση και καταδικάστηκε σε εγκλεισμό σε ειδικό ψυχιατρικό νοσοκομείο στην Καζάν (800 χλμ. ανατολικά της Μόσχας) όπου έλαβε για περισσότερο από δύο χρόνια θεραπεία με αλοπεριδόλη, ένα νευροληπτικό που χρησιμοποιείται κατά της σχιζοφρένειας και έχει σημαντικές ψυχικές παρενέργειες.

Τη νύχτα της 20ής προς 21η Αυγούστου 1968, περίπου τριάντα σοβιετικές μεραρχίες, υποστηριζόμενες από βουλγαρικές, ουγγρικές, πολωνικές και ανατολικογερμανικές μονάδες, έβαλαν βίαια τέρμα σε ένα όνειρο να εγκαθιδρυθεί στην Τσεχοσλοβακία ένας "σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο" όπως συμβολίστηκε από τον μεταρρυθμιστή ηγέτη Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ.

Η εισβολή στην Τσεχοσλοβακία είχε ως αποτέλεσμα 72 νεκρούς στο διάστημα από τις 21 Αυγούστου έως τις 3 Σεπτεμβρίου 1968. Τα σοβιετικά στρατεύματα εγκατέλειψαν τη χώρα μόλις το 1990-1991, λίγο μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Πράγα στα τέλη του 1989.

Τροποποιήθηκε από iceman

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Τι βολικό να εξισώνεις μια ιδεολογία (που ουδέποτε εφαρμόστηκε) με το φασισμό. Ξεμπερδεύεις αμέσως, χωρίς να χρειαστεί να χρησιμοποιήσεις επιχειρήματα και στοιχεία, ούτε καν να μάθεις ιστορία.

Καταντάει έτσι ένα σοβαρότατο θέμα, όπως η Άνοιξη της Πράγας, έρμαιο φτηνών και ποταπών φυλλάδων.

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

World War 2 Casualty Statistics Numbers do not lie - this war was one of the biggest in history with no corner left untouched.

World War 2 Total Deaths (Approximate):

COUNTRY CASUALTIES Soviet Union 23,954,000 China 15,000,000 Germany 7,728,000 Poland 5,720,000 Japan 2,700,000 India 2,087,000 Yugoslavia 1,027,000 Rumania 833,000 Hungary 580,000 France 567,600 Greece 560,000 Italy 456,000 Great Britain 449,800 United States 418,500 Czechoslovakia 345,000 Netherlands 301,000 Austria 123,700 Finland 97,000 Belgium 86,100 Canada 45,300 Australia 40,500 Bulgaria 25,000 New Zealand 11,900 South Africa 11,900 Norway 9,500 Spain 4,500 Denmark 3,200 TOTAL: 63,185,500

Military Deaths (Approximate):

NATION CASUALTIES Soviet Union 9,750,000 Germany 5,533,000 China 3,500,000 Japan 2,120,000 Yugoslavia 446,000 United States 416,800 Great Britain 382,700 Italy 301,400 Rumania 300,000 Poland 240,000 France 217,600 Finland 95,000 India 87,000 Philippines 57,000 Canada 45,300 Australia 39,800 Bulgaria 22,000 Netherlands 21,000 Belgium 12,100 New Zealand 11,900 South Africa 11,900 Spain 4,500 Norway 3,000 Denmark 2,100 TOTAL: 23,620,100

US Casualties by State:

STATE CASUALTIES Alabama 5,114 Alaska 91 Arizona 1,613 Arkansas 3,814 California 17,022 Colorado 2,697 Connecticut 4,347 Delaware 579 District of Columbia 3,029 Florida 3,540 Georgia 5,701 Hawaii 689 Idaho 1,419 Illinois 18,601 Indiana 8,131 Iowa 5,633 Kansas 4,526 Kentucky 6,802 Louisiana 3,964 Maine 2,156 Maryland 4,375 Massachusetts 10,033 Michigan 12,885 Minnesota 6,462 Mississippi 3,555 Missouri 8,003 Montana 1,553 Nebraska 2,976 Nevada 349 New Hampshire 1,203 New Jersey 10,372 New Mexico 2,032 New York 31,215 North Carolina 7,109 North Dakota 1,626 Ohio 16,828 Oklahoma 5,474 Oregon 2,835 Pennsylvania 26,554 Rhode Island 1,669 South Carolina 3,423 South Dakota 1,426 Tennessee 6,528 Texas 15,764 Utah 1,450 Vermont 874 Virginia 6,007 Washington 3,941 West Virginia 4,865 Wisconsin 7,038 Wyoming 652 Panama Canal Zone 21 Puerto Rico 368

US Medal of Honor Recipients:

ARMY USN USMC USAAF USCG POSTHUMOUS TOTAL 324 57 82 0 1 266 464

Civilian Deaths (Approximate):

COUNTRY CASUALTIES Soviet Union 13,204,000 China 11,500,000 Poland 2,400,000 Germany 2,035,000 India 2,000,000 Philippines 750,000 Japan 580,000 Yugoslavia 514,000 France 267,000 Netherlands 176,000 Italy 145,100 Great Britain 67,100 Rumania 64,000 Austria 58,700 Belgium 49,600 Spain 10,000 Norway 5,800 Bulgaria 3,000 Finland 2,000 United States 1,700 TOTAL: 33,833,000

Jewish Deaths by Nation (Approximate):

COUNTRY CASUALTIES Poland 3,000,000 Ukraine 900,000 Hungary 450,000 Russia 352,000 Romania 300,000 Baltic Countries 228,000 Germany/Austria 210,000 Netherlands 105,000 France 90,000 Slovakia 75,000 Greece 54,000 Belgium 40,000 Yugoslavia 26,000 Bulgaria 14,000 Italy 8,000 Luxembourg 1,000 Norway 900 TOTAL: 5,907,900

http://www.secondworldwarhistory.com/world-war-2-statistics.asp

Τροποποιήθηκε από lellos

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Σίγουρα η ΕΣΣΔ ήταν ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που οδήγησαν στην ήττα του ναζισμού. Αυτό όμως είναι άσχετο με τον τυραννικό ρόλο της ΕΣΣΔ στην μεταπολεμική Ευρώπη (αλλά και προπολεμική, η συμφωνία ΕΣΣΔ/Γερμανίας περί του διαμελισμού της Πολωνίας άναψε το φυτίλι του πολέμου).

Από την άλλη, τα περισσότερα από τα θύματα της ΕΣΣΔ οφείλονται στο ότι ο Κοκκινός στρατός δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για την προστασία της ανθρώπινης ζωής, ακόμα και των στρατιωτών ή πολιτών του. Κατά τη διάρκεια του Ρωσοφινλανδικού πολέμου οι απώλειες των Σοβιετικών ήταν 5-10 φορές περισσότερες του αντιπάλου, πάροτι η ΕΣΣΔ είχε το πλεονέκτημα του επιτιθέμενου και πιο εξελιγμένο εξοπλισμό.

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Πάμε πάλι με λίγο Χομπσμπάουμ, και όχι απλώς με το μακρύ και και το κοντό του καθενός:

"Δεν είναι σαφές πόσο μετρούσαν οι πιο προφανείς διαφορές μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης απ' τη

μια μεριά, που αποσκοπούσε θεωρητικά να ανατρέψει τα αστικά καθεστώτα και να θέσει τέρμα

στις ανά την υφήλιο αυτοκρατορίες τους, και των άλλων κρατών απ' την άλλη, που έβλεπαν την

ΕΣΣΔ σαν τον εμπνευστή και υποκινητή της ανατροπής. Ενώ οι κυβερνήσεις -οι κυριότερες

αναγνώρισαν την ΕΣΣΔ μετά το 1933- πάντα ήταν διατεθειμένες να τα βρίσκουν μαζί της όταν αυτό

εξυπηρετούσε τους σκοπούς τους, ορισμένα μέλη και φορείς τους συνέχιζαν να θεωρούν τον

Μπολσεβικισμό ως τον κυριότερο εχθρό στο εσωτερικό και το εξωτερικό, όπως και στον μετά το

1945 Ψυχρό Πόλεμο. Οι βρετανικές Υπηρεσίες Πληροφοριών επέδειξαν τόσο εξαιρετικό ζήλο στη

συγκέντρωση των προσπαθειών τους εναντίον της Κόκκινης απειλής, ώστε δεν τον εγκατέλειψαν ως

κύριο στόχο τους παρά μόνο στα μέσα της δεκαετίας του '30 (Andrew, 1985, σ. 530). Παρ' όλα αυτά,

πολλοί συντηρητικοί, ιδιαίτερα στη Βρετανία, είχαν την αίσθηση ότι η καλύτερη απ' όλες τις λύσεις

ήταν ένας γερμανορωσικός πόλεμος που θα εξασθενούσε και ίσως κατέστρεφε και τ ους δύο

εχθρούς. Η ήττα του Μπολσεβικισμού από μια εξασθενημένη Γερμανία δε θα ήταν κ αθόλου

άσχημη. Η ολοφάνερη απροθυμία των δυτικών κυβερνήσεων να διεξάγουν αποτελεσματικές

διαπραγματεύσεις με το Κόκκινο κράτος, ακόμα και στην περίοδο 1938-1939, όταν κανείς πλέον δεν

μπορούσε να αρνηθεί τον επείγοντα χαρακτήρα μιας αντιχιτλερικής συμμαχίας, ήταν εξαιρετικά

έντονη. Πράγματι, ο φόβος μήπως και τελικά έμενε μόνος του να αντιμετωπίσει τον Χίτλερ, οδήγησε

τον Στάλιν, ο οποίος από το 1934 και μετά υπήρξε αταλάντευτα υποστηρικτής της συμμαχίας με τη

Δύση εναντίον του Χίτλερ, να συνάψει τον Αύγουστο του 1939 το Σύμφωνο Στάλιν-Ρίμπεντροπ.

Ήλπιζε με αυτό να κρατήσει την ΕΣΣΔ έξω από τον πόλεμο, ενώ η Γερμανία και οι δυτικές δυνάμεις

θα εξασθενούσαν προς όφελος του δικού του κράτους το οποίο, σύμφωνα με τις μυστικές ρήτρες

του συμφώνου, αποκτούσε μεγάλο μέρος των δυτικών εδαφών που η Ρωσία είχε χάσει μετά την

επανάσταση. Ο υπολογισμός του αποδείχτηκε εσφαλμένος αλλά, όπως και η αποτυχημένη

προσπάθεια να δημιουργήσει κοινό μέτωπο εναντίον του Χίτλερ, έδειξε τις διαιρέσεις που υπήρχαν

μεταξύ κρατών, πράγμα που επέτρεψε την εκπληκτική και ουσιαστικά άνευ αντίστασης άνοδο της

Ναζιστικής Γερμανίας μεταξύ 1933 και 1939.

Αντίθετα, οι ρεαλιστές πολιτικοί του κατευνασμού ήταν εντελώς μη ρεαλιστικοί στην εκτίμηση της

κατάστασης που έκαναν, τη στιγμή που κάθε λογικός παρατηρητής στα 1938-1939 έβλεπε

σαφέστατα ότι ήταν αδύνατο να επιτευχθεί κάποια διευθέτηση με τον Χίτλερ κατόπιν

διαπραγματεύσεων. Κι αυτός είναι ο λόγος που εξηγεί τη μαύρη κωμικοτραγωδία του

Μαρτίου-Σεπτεμβρίου του 1939, η οποία κατέληξε σ' έναν πόλεμο που κανείς δεν ήθελε εκείνη τη

στιγμή, εκεί όπου και πάλι κανείς δ εν ήθελε ( ούτε και η ίδια η Γερμανία) και ο οποίος άφησε

άναυδες τη Βρετανία και τη Γαλλία που δεν είχαν ιδέα, ως εμπόλεμες χώρες, για το τι υποτίθεται

έπρεπε να πράξουν μέχρι να τις σαρώσει το γερμανικό blitzkrieg (αιφνίδια και αστραπιαία

στρατιωτική επίθεση) του 1940. Οι οπαδοί του κατευνασμού στη Γαλλία και τη Βρετανία, παρά τις

εκτιμήσεις και τα στοιχεία που οι ίδιοι αποδέχονταν, δεν προχώρησαν σε διαπραγμάτευση για

σύναψη συμμαχίας με την ΕΣΣΔ, συμμαχία χωρίς την οποία ο πόλεμος ούτε να αναβληθεί μπορούσε

ούτε να κερδηθεί, και χωρίς την οποία οι εγγυήσεις σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης που

σκόρπιζε ξαφνικά και απερίσκεπτα ο Neville Chamberlain στην Ανατολική Ευρώπη -χωρίς καν να

συμβουλευτεί ή ακόμα επαρκώς να ενημερώσει την ΕΣΣΔ, όσο απίστευτο κι αν φαίνεται κάτι τέτοιο-

δεν ήταν παρά άχρηστα χαρτιά. Το Λονδίνο και το Παρίσι δεν ήθελαν να πολεμήσουν, αλλά κυρίως

να αποτρέψουν τον πόλεμο με την επίδειξη δύναμης και ισχύος. Ούτε για μια στιγμή ο Χίτλερ

θεώρησε εύλογη την αποτροπή αυτή, αλλά ούτε και ο Στάλιν που οι διαπραγματευτές του μάταια

ζητούσαν από τους δυτικούς την υποβολή προτάσεων για κοινές στρατηγικές επιχειρήσεις στη

Βαλτική. Ακόμα κι όταν τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Πολωνία, η κυβέρνηση του

Neville Chamberlain εξακολουθούσε να είναι διατεθειμένη να έρθει σε συμφωνία με τον Χίτλερ,

όπως σωστά είχε υπολογίσει ο Χίτλερ (Watt, 1989, σ. 215).

Ο Χίτλερ, όμως, έπεσε έξω στους υπολογισμούς του και τα δυτικά κράτη τού κήρυξαν τον πόλεμο,

όχι διότι το ήθελαν οι πολιτικοί, αλλά διότι ο ίδιος ο Χίτλερ με την πολιτική του μετά το Μόναχο

τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια των οπαδών τ ου κατευνασμού. Ο ίδιος συντέλεσε ώστε να

κινητοποιηθούν εναντίον του φασισμού οι μάζες που μέχρι τότε παρέμεναν αναποφάσιστες.

Ουσιαστικά, η γερμανική κατοχή της Τσεχοσλοβακίας το Μάρτιο του 1939 μετέστρεψε τη βρετανική

κοινή γνώμη προς την αντίσταση και μ ' αυτόν τ ον τρόπο ανάγκασε σε δράση μια απρόθυμη

κυβέρνηση, η οποία με τη σειρά της ανάγκασε και τη γαλλική κυβέρνηση να δράσει. Η Γαλλία δεν

είχε άλλη επιλογή παρά να ακολουθήσει τη μόνη πραγματική σύμμαχη χώρα που είχε. Για πρώτη

φορά, ο αγώνας κατά του Χίτλερ ένωσε παρά διαίρεσε τους Βρετανούς, χωρίς όμως ακόμα για

κάποιο συγκεκριμένο σκοπό. Καθώς οι Γερμανοί ταχύτατα και βάναυσα κατέστρεψαν την Πολωνία

και διαμοίρασαν τα υπολείμματά της με τον Στάλιν, ο οποίος αποτραβήχτηκε σε μια καταδικασμένη

εκ των πραγμάτων ουδετερότητα, ένας «ψευτοπόλεμος» πήρε τη θέση μιας μη εύλογης ειρήνης στη

Δύση".

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους
Γράμμα των Ναζί προς πιθανούς Χρηματοδότες τους‏
Θεωρώ πως το έργο του Γερμανού κομμουνιστή ιστορικού Kurt Gossweiler "Κεφάλαιο, αυτοκρατορικός στρατός και ναζιστικό κόμμα: Τα πρώτα χρόνια του γερμανικού φασισμού 1919-1924" ("Kapital, Reichswehr und NSDAP: Die Fruehgeschichte des Deutschen Faschismus 1919-1924", επανεκδόθηκε στα γερμανικά το 2012 από τις εκδόσεις PappyRossa) είναι εξαιρετικά διεισδυτικό όσον αφορά τη φύση και τις αιτίες του φασιστικού φαινομένου.
Γι αυτό και προχώρησα στη μετάφραση ενός κομματιού του βιβλίου, η οποία και δημοσιεύεται σήμερα.
Πρόκειται για ένα κομμάτι που δεν ανήκει στον ίδιο το συγγραφέα.
Στις πηγές του βιβλίου παρατίθεται -ολόκληρη- επιστολή της ηγεσίας του ναζιστικού κόμματος προς υποψήφιους χρηματοδότες του, συγκεκριμένα προς εκλεκτά μέλη της αστικής τάξης της Γερμανίας.
Αυτή είναι που μεταφράστηκε και παρουσιάζεται σήμερα.
Μερικές παρατηρήσεις σχετικά με αυτή την επιστολή:
1. Θα έλεγα πως η σημασία της είναι η εξής: Όπως σήμερα βλέπουμε πως οι μεγάλες αλήθειες, οι πραγματικές πολιτικές των αστικών κομμάτων, ομολογούνται απροκάλυπτα όταν αυτά μιλάνε μπροστά σε εκπροσώπους της τάξης που υπηρετούν (από τον Γιώργο Παπανδρέου και τον Αντώνη Σαμαρά μέχρι και τον Αλέξη Τσίπρα προσφάτως),
έτσι και το ναζιστικό κόμμα -που το 1922 που στέλνει αυτή την επιστολή στη πραγματικότητα ακόμη και στην ίδια τη Βαυαρία έχει ελάχιστες δυνάμεις, παρότι περηφανεύεται για το αντίθετο- εδώ μιλάει ξεκάθαρα, τόσο που κάποια στιγμή συμπυκνώνει όλη του την αλήθεια σε μία και μόνο φράση:
"Ο σκοπός του κόμματος είναι με δύο λόγια ο εξής: Να καταστρέψει, να εξολοθρεύσει ολοκληρωτικά τη μαρξιστική κοσμοθεωρία."
2. Η επιστολή αυτή έρχεται να επισφραγίσει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ένα συμπέρασμα για τα φασιστικά κόμματα που ο Gossweiler παραθέτει ήδη από το πρώτο κεφάλαιο του συγκεκριμένου βιβλίου, συγκεκριμένα πως:
"Χωρίς την υποστήριξη της αστικής τάξης και την ανοχή/προτροπή του καπιταλιστικού κράτους ένα φασιστικό κόμμα δε μπορεί καν να αποκτήσει πανεθνική οργάνωση, πόσο μάλλον να μετατραπεί σε ένα κόμμα μαζών." (σελ. 21)
Σημειώνω ξανά πως η επιστολή είναι γραμμένη το 1922.
Το ναζιστικό κόμμα, στο οποίο ο Hitler είναι επικεφαλής από το 1921, δεν έχει παρά λίγες χιλιάδες μέλη, ουσιαστικά όλα στη Βαυαρία.
Για κάποιον που παρακολουθεί τη συνολική πολιτική εικόνα της Γερμανίας της εποχής, το κόμμα αυτό δεν είναι καν άξιο λόγου.
Η επιστολή αυτή -που σαφώς και έτυχε ανταπόκρισης- νομίζω δείχνει με ποιόν τρόπο και για ποιόν σκοπό ένα τέτοιο κόμμα κατάφερε να μπει στη κεντρική πολιτική σκηνή και να καθορίσει τις εξελίξεις.
Δεν είναι απλά "η αγανάκτηση και το αδιέξοδο του κοσμάκη από τη κρίση", δεν είναι απλά το αυθόρμητο "μπούχτισμα με τα παραδοσιακά κόμματα".
Είναι -πρώτα και κύρια- η συνειδητή και αποφασισμένη επιλογή κομματιού της άρχουσας τάξης να ποντάρει σε μια τέτοια πολιτική και να βοηθήσει με κάθε δυνατό τρόπο στην υλοποίησή της.
Δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία πως κάτι αντίστοιχο συνέβη και συμβαίνει στην Ελλάδα σήμερα.
Δεν χρειάζεται να περιμένει κανείς λ.χ. πειστήρια και αποκαλύψεις για αντίστοιχες επιστολές σε κάποιες δεκάδες χρόνια για τις υπόγειες συναλλαγές της Χρυσής Αυγής με κομμάτι της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας.
Δεν χρειάζεται να υπάρχει αμφιβολία με ποιόν τρόπο και ποιούς χρηματοδότες ξεπηδούν κάθε τόσο γραφεία της Χρυσής Αυγής σε πόλεις και χωριά της Ελλάδας.
Αρκετά όμως ως προς αυτό.
3. Το πιο αποκαλυπτικό πράγμα για μένα στην επιστολή αυτή είναι το ύφος.
Είναι σαν να βλέπω μπροστά μου ένα συμβόλαιο ουσιαστικά.
"Με το παρόν δεσμευόμαστε να σας απαλλάξουμε από αυτόν το κακό μπελά"...
Ακόμη και τα κόστη που περιγράφονται αναφέρονται με τέτοιο ύφος, ύφος επιχειρηματικού deal, δεσμευτικού και για τα δύο μέρη.
4. Κάτι ακόμη που έχει εξαιρετική σημασία είναι πως οι ναζί μας αποκαλύπτουν -εμμέσως- τί είναι αυτό που φοβούνται περισσότερο οι πιθανοί χρηματοδότες τους και πώς αυτό προέκυψε:
"επί 50 χρόνια η «αναγκαιότητα» και το «δίκιο της κατάληψης της εξουσίας» χαραζόταν μέσω μιας εξωφρενικής προπαγάνδας στα μυαλά των λαϊκών μαζών. Η θέληση που ξύπνησε με αυτό τον τρόπο δε μπορεί σήμερα πλέον να τύχει απάρνησης."
"το σφιχτό οργανωτικό «δέσιμο» αυτών των ανθρώπων, είτε σε κοινωνικές οργανώσεις (συνδικάτα) είτε σε πολιτικούς φορείς (VMSP, OO-KPD) τους γεμίζει όλους με έναν ενιαίο στόχο, με μια ενιαία θέληση."
"Απέναντι στη μεγαλειώδη οργανωτικότητα του μαρξιστικού κινήματος, σε πανεθνικό επίπεδο, δεν αντιπαρατίθεται τίποτα."
Για μένα τέτοιες παραδοχές από τέτοιους εχθρούς είναι σημαντικότατες.
Όταν το ΚΚ στην Ελλάδα βάλλεται από εχθρούς και "φίλους" γιατί ..."παραγνωρίζοντας τις άμεσες ανάγκες του λαού και το κινήματος" βάζει στο επίκεντρο της πολιτικής και των τακτικών επιλογών του πλέον την ανάγκη κατάληψης της εξουσίας
Όταν ακουγόταν και ακούγεται πως "ποια συνδικάτα και ποια οργάνωση; Ένα ντου/ένα "κίνημα αγανακτισμένων"/μια ΕΡΤ/ένας ξεσηκωμός/μια απεργία διαρκείας που θα κατέβουν όλοι μαζί αρκεί για να τους πάρουμε σβάρνα"
Σίγουρα, ο τρόπος που ζει κι εργάζεται η σύγχρονη εργατική τάξη λίγη σχέση έχει με ό,τι ίσχυε πριν από 100 χρόνια.
Σίγουρα, οι μορφές πάλης του σήμερα αντίστοιχα είναι αναμενόμενο να διαφέρουν σημαντικά από εκείνες που βλέπαμε 100 χρόνια πριν.
Όμως η Γερμανία υπήρξε αναμφισβήτητα ο τόπος που αναπτύχθηκε το μεγαλύτερο σοσιαλιστικό/κομμουνιστικό επαναστατικό κίνημα (και επίσης το μεγαλύτερο αντεπαναστατικό) που υπήρξε ποτέ σε ανεπτυγμένη καπιταλιστική χώρα. Έστω κι αν πνίγηκε στο αίμα.
Τα διδάγματα που έχει να δώσει, κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι τα ακριβώς αντίθετα από αυτά που αναμασάνε σήμερα οι διάφορες πτυχές της "κυβερνώσας αριστεράς".
Το "σφιχτό οργανωτικό δέσιμο", ο "ενιαίος στόχος", η "ενιαία θέληση για τη κατάληψη της εξουσίας" των ριζοσπαστικών εργατικών οργανώσεων και κυρίως του ΚΚ, που από την επιστολή τους φαίνεται να τρέμουν τόσο οι αστοί και οι ναζί, όχι απλά είναι και σήμερα επίκαιρα, αλλά πιθανότατα είναι ακόμη πιο αναγκαία από τότε.
5. Για το τέλος αυτής της εισαγωγής, ένα μικρό απόσπασμα από τα γραφόμενα του ίδιου του Gossweiler σε άλλο σημείο του βιβλίου του.
Για έναν λόγο. Η πηγή του για τη συγκεκριμένη επιστολή δεν είναι το πρωτότυπο, παρά την εντόπισε από αναφορά σε βιβλίο τρίτου, του Albrecht Tyrell.
Επειδή λοιπόν τα παπαγαλάκια της άλλης άκρης του πολιτικού φάσματος, οι σημερινοί απόγονοι των συντακτών της επιστολής, πλάθουν θεωρίες συνωμοσίας πιο γρήγορα κι από τη σκιά τους και φαντάζει το πλέον φυσικό να "αποκαλύψουν" πως η επιστολή είναι ένα ...ακόμη κατασκεύασμα των κομμουνιστών, κρίνεται απαραίτητο να ξεκαθαριστεί πως ο Δυτικογερμανός ιστορικός Albrecht Tyrell κάθε άλλο παρά κομμουνιστής ήταν, κάθε άλλο παρά εστίαζε στο έργο και είχε πρόθεση να αποκαλύψει τον ρόλο των ναζί ως αντεπαναστατικής εμπροσθοφυλακής της γερμανικής αστικής τάξης.

Ακολουθεί το απόσπασμα του Gossweiler (σελ. 239):
"Στον αγώνα του εναντίον του Φασισμού το εργατικό κίνημα εξ αρχής τόνιζε την περίεργη συμπάθεια της "υψηλής κοινωνίας" γι αυτά τα "εργατικά" κόμματα. Συμπάθεια, η έκφραση της οποίας ξεκινούσε από ενθαρρυντικά επιδοκιμαστικά σχόλια και έφτανε μέχρι τη γενναιόδωρη χρηματοδότησή τους. Σωστά όλοι οι σοσιαλιστές είδαν στη χρηματοδότηση αυτού του κόμματος από το κεφάλαιο μία από τις αποδείξεις για το χαρακτήρα του ως κόμμα στην υπηρεσία του κεφαλαίου.
Με το ίδιο πείσμα και την ίδια επιμονή οι διάφοροι απολογητές του κεφαλαίου -όπως χαρακτηριστικά οιHeinrichsbauer, Lochner, Nolte, Turner, Fest, Franz-Willing και Tyrell- καταβάλλουν μέχρι και σήμερα τεράστια προσπάθεια, αρνούμενοι την αποδειξιμότητα του απλούστατου παραπάνω συλλογισμού, ώστε είτε να διαψεύσουν τη χρηματοδότηση του ναζιστικού κόμματος από την άρχουσα τάξη, είτε τουλάχιστον να μειώσουν τη σημασία της και να τη καταστήσουν αμφισβητήσιμη.
Γιατί τόση προσπάθεια; Ένας από αυτούς, ο Turner, είπε το λόγο με μια ειλικρίνεια που δε μπορούμε παρά να χαιρετίσουμε: "Αν η πλατιά διαδεδομένη άποψη πως ο Φασισμός είναι ένα δημιούργημα του σύγχρονου καπιταλισμού αντιστοιχούσε στη πραγματικότητα, αυτό θα καθιστούσε σχεδόν αδύνατη κάθε προσπάθεια υπεράσπισης αυτού του συστήματος".

***
Μία από τις κύριες αιτίες που ακόμη και σήμερα συνεχίζει να επιβιώνει ένα κλίμα αισιοδοξίας σχετικά με τη κατάσταση της Γερμανίας, είναι η εσφαλμένη άποψη πως η οικονομία είναι σε θέση να πετύχει την ανοικοδόμηση της χώρας. Εσφαλμένη διότι η οικονομία, βάσει της ιστορικής εμπειρίας, πάντοτε εμφανίζεται σε δεύτερο πλάνο στη ζωή των εθνών, δεμένη με την προϋπόθεση της εθνικής συνείδησης και της θέλησης διατήρησης του έθνους-κράτους (1).
Εσφαλμένη όμως κυρίως επειδή και στη περίπτωση που μας αφορά, στη σημερινή Γερμανία, δεν ήταν η οικονομία το κομμάτι που απέτυχε. Αντίθετα η έλλειψη εθνικής συνείδησης, η έλλειψη θέλησης διατήρησης του έθνους-κράτους είναι η αιτία αυτού που αποκαλούμε «Γερμανική κατάρρευση».
Το ερώτημα γύρω από την καλυτέρευση της κατάστασης του γερμανικού έθνους δεν αφορά την εξυγίανση της οικονομίας, αλλά το να εμφυσηθεί ξανά στο έθνος εκείνη η εσωτερική οπτική/ψυχολογία, η οποία μπορεί να χαρίσει στο καθέναν μια αίσθηση εθνικού μεγαλείου και μέσω αυτής και μια οικονομική αποκατάσταση.
Το ερώτημα δε πρόκειται να απαντηθεί μέσω αλλαγών στους τωρινούς συσχετισμούς των κοινοβουλίων. Το πρόβλημα δεν είναι πως στη Γερμανία η Αριστερά έχει τη κυβερνητική πλειοψηφία. Το πρόβλημα είναι πως ίσως λιγότερο και από το ήμισυ του έθνους μας φαίνεται πλέον να έχει τη θέληση για τη διατήρηση της εθνότητας, τη θέληση για τη διατήρηση του κράτους, ενώ το άλλο μισό ουσιαστικά απαρνιέται έθνος και κράτος.
Όσο ακόμη και στο 1/3 του λαού μας κυριαρχεί αυτή η άρνηση του κράτους και του έθνους, κάθε ανοικοδόμηση θα καθίσταται αδύνατη, αφού σε κάθε στιγμή που μια (θεωρητικά δεξιά) κυβέρνηση θα απηύθυνε ένα κάλεσμα προς το λαό, η εσωτερική διαμάχη θα φούντωνε δημιουργώντας κίνδυνο.
Πράγματι, το κομμάτι του έθνους που κυριαρχείται από «διεθνιστικές-μαρξιστικές» απόψεις αποτελεί πάνω από το 40% του πληθυσμού.
Μια φρικτή πραγματικότητα, κυρίως γιατί σε αυτό το 40% βρίσκονται τα πιο δραστήρια και δυναμικά στοιχεία του έθνους.
Μια επικίνδυνη πραγματικότητα, διότι το σφιχτό οργανωτικό «δέσιμο» αυτών των ανθρώπων, είτε σε κοινωνικές οργανώσεις (συνδικάτα) είτε σε πολιτικούς φορείς (VMSP, OO-KPD) τους γεμίζει όλους με έναν ενιαίο στόχο, με μια ενιαία θέληση, αποφασισμένους να αναγνωρίζουν τη δημοκρατικά εκφρασμένη πλειοψηφική θέληση μόνο τόσο, όσο δε παρουσιάζεται η ευκαιρία βίαιης ανατροπής της δημοκρατίας και εγκαθίδρυσης της δικτατορίας του προλεταριάτου.
Και προς αυτή την εξέλιξη πλησιάζει όλο και πιο γρήγορα η Γερμανία.
Τόσο η αδάμαστη ώθησή του προς την εξουσία από και για τον εαυτό του, όσο &

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους
Τόσο η αδάμαστη ώθησή του προς την εξουσία από και για τον εαυτό του, όσο και η ώθηση προς την αυτοδιατήρησή του, αναγκάζουν το μαρξιστικό κίνημα και στη Γερμανία και προχωρήσει τα σχέδιά του.
Η ώθησή του προς την εξουσία: Διότι επί 50 χρόνια η «αναγκαιότητα» και το «δίκιο της κατάληψης της εξουσίας» χαραζόταν μέσω μιας εξωφρενικής προπαγάνδας στα μυαλά των μαζών. Η θέληση που ξύπνησε με αυτό τον τρόπο δε μπορεί σήμερα πλέον να απαρνηθεί. Η επανάσταση του Νοέμβρη του 1918 άνοιξε το δρόμο, χωρίς όμως να χαρίσει πλήρη ικανοποίηση. Πετυχημένα περιγράφουν οι ομιλητές της Αριστεράς το Νοέμβρη του 1918 σαν «το ξεκίνημα» της παγκόσμιας επανάστασης.
Η ώθησή του προς την αυτοσυντήρηση: Διότι οι υποσχέσεις προς τους εργάτες για τα αγαθά του επερχόμενου σοσιαλιστικού επίγειου παραδείσου ήταν τόσο μεγάλες, ώστε αν σήμερα συνεχιστεί για πολύ η μίζερη πραγματικότητα, οι μάζες θα ξεσηκωθούν και θα ζητήσουν από τους ηγέτες τους το λογαριασμό.
Η σοσιαλδημοκρατία ξέρει πολύ καλά πως και η δική της ύπαρξη σήμερα κρέμεται από μια κλωστή. Αν δε κατορθώσει να κατακτήσει πλήρως την εξουσία και να ξεπαστρέψει, κατά τα ρωσικά πρότυπα, τους φορείς της καθ’ όλα πιθανής αντίστασης, τότε είναι βέβαιο πως θα έρθει η ώρα που οι αδίστακτοι λαοπλάνοι θα πληρώσουν δίχως έλεος. Η αυξανόμενη οικονομική δυσκολία, η οργή των μαζών που την ακολουθεί, θα ξεσπάσει είτε με το έναν είτε με τον άλλο τρόπο. Εάν δε κατορθώσει η αριστερή πλευρά να χρησιμοποιήσει αυτή την οργή προς όφελός της, τότε αυτή θα εκφραστεί προς όφελος της δεξιάς – και το αντίστροφο.
Πρέπει να πούμε πως σήμερα μοιάζει σαν το πιθανότερο σενάριο, η γιγαντιαία προπαγάνδα της μαρξιστικής μηχανής να κατορθώσει να στρέψει τη κινητικότητα των μαζών προς όφελός της. Κι αυτό γιατί η πραγματικότητα και ο χρόνος είναι πάντα σύντροφοι στον αγώνα εκείνων που ξέρουν να τα χρησιμοποιούν. Στις 950 μαρξιστικές εφημερίδες που κυκλοφορούν, άλλες καθημερινά, άλλες εβδομαδιαία και μηνιαία, αντιπαρατίθενται μόνο μια χούφτα φύλλων της Δεξιάς. Απέναντι όμως στη μεγαλειώδη οργανωτικότητα του μαρξιστικού κινήματος, σε πανεθνικό επίπεδο, δεν αντιπαρατίθεται τίποτα.
Γιατί εδώ δε πρόκειται για τη κατάκτηση της πλειοψηφίας, ούτε για τη κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μία μάχη ζωής και θανάτου ανάμεσα σε δύο κοσμοθεωρίες, οι οποίες δε μπορούν να υπάρξουν η μία δίπλα στην άλλη. Στον αγώνα αυτό μπορεί να υπάρξει μόνο νικητής και κατεστραμμένος. Αυτή η αντίληψη έχει ενσωματωθεί πλήρως στο Μαρξισμό (βλέπε Ρωσία). Μια νίκη των μαρξιστικών ιδεών σημαίνει τον πλήρη αφανισμό του αντιπάλου.
Παρ’ όλα αυτά, αφού από τη λεγόμενη αστική πλευρά μέχρι τώρα δεν είχε κατανοηθεί η ουσία αυτού του αγώνα, βλέπουμε μαζί με αυτή να λείπει και η αναγκαία αποφασιστικότητα. Γι αυτό και απέναντι στη γιγαντιαία συγκέντρωση δυνάμεων της μίας πλευράς βλέπουμε απλώς μια αξιολύπητη διστακτικότητα. Η συνειδητοποίηση ενός αγώνα ζωής και θανάτου απουσιάζει εδώ παντελώς και, όπως και στη Ρωσία, θα έρθει μόνο όταν η πνευματική ηγεσία του Έθνους βρεθεί να αιμορραγεί κάτω από τις σφαίρες των πολυβόλων, όταν δηλαδή θα είναι ήδη αργά. Μια μπολσεβίκικη Γερμανία όμως θα σημάνει τη καταστροφή συνολικά του δυτικού χριστιανικού πολιτισμού.
Κάτω από τη αναγνώριση αυτής της επικείμενης καταστροφής και της σημερινής έλλειψης μέσων για την αποτροπή της ιδρύθηκε πριν από τρία χρόνια, στις 5 Ιανουαρίου του 1919, το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα. Ο σκοπός του κόμματος είναι με δύο λόγια ο εξής: Να καταστρέψει, να εξολοθρεύσει ολοκληρωτικά τη μαρξιστική κοσμοθεωρία. Τα μέσα μας σε αυτό το σκοπό είναι:
1. Ένας ιδιοφυώς σχεδιασμένος μηχανισμός αποκαλύψεων και προπαγάνδας δίχως προηγούμενο, ο οποίος θα αγκαλιάζει όλες τις δυνατότητες επηρεασμού των ανθρώπων.
2. Μια Οργάνωση βίαιης αποφασιστικότητας και Δύναμης δίχως έλεος, έτοιμη να απαντήσει σε κάθε τρομοκρατική ενέργεια του Μαρξισμού με δέκα φορές μεγαλύτερη τρομοκρατία. Τα λεγόμενα «τάγματα εφόδου» του κινήματος.
Ο συγκερασμός της Αλήθειας και του Δίκιου από τη μία και της πιο βίαιης, ανελέητης Δύναμης και Αποφασιστικότητας από την άλλη, δίνει τη δυνατότητα να ξεκινήσουμε τον Αγώνα εναντίον της μεγαλύτερης απειλής κατά της ανθρωπότητας.
Παρ’ ότι αυτό το Κίνημα ιδρύθηκε από παντελώς άγνωστους άντρες και επί τρία χρόνια έδωσε τις μάχες του χωρίς να τύχει καμίας αξιομνημόνευτης υποστήριξης, κατάφερε ήδη όχι απλά να «φτιάξει ένα όνομα», αλλά κυρίως να καθαρίσει για τα καλά μία περιοχή της Γερμανίας από τη μαρξιστική πανούκλα. Στη δεύτερη τη τάξει πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας (2), στο Μόναχο, ανακόπηκε χάρη σε αυτό το νεαρό Κίνημα μέσα σε λιγότερο από τρία χρόνια αγώνα ο μαρξιστικός Τρόμος, αναστήθηκε και μεγαλώνει ξανά η Γερμανική Ιδέα.

Ακριβώς όμως η έλλειψη μέσων ανάγκασε τη Διοίκηση να περιορίσει τη δράση της σε μία περιοχή, που εκτείνεται κυρίως νότια του Δούναβη. Μόνο στο τελευταίο έτος ξεκίνησε το Κίνημά μας να πατάει πόδι και στην υπόλοιπη Αυτοκρατορία, έτσι που σήμερα να διαθέτει τουλάχιστον μια μαγιά ώστε μελλοντικά να μπορέσει να επεκταθεί η δράση του και στην υπόλοιπη Αυτοκρατορία.
Προκειμένου η επέκταση αυτή να προλάβει την απειλούμενη καταστροφή, πρέπει να επιταχυνθεί με κάθε μέσο, με οποιοδήποτε κόστος. Οι ηγέτες του Κινήματος είναι βέβαιοι, όπως και πριν από τρία χρόνια, πως ακόμη και με τη σημερινή στάση του αστικού κόσμου το Κίνημά μας θα κατάφερνε μέσα σε 30 ή 40 χρόνια να μετατραπεί στον αποφασιστικό παράγοντα στη Μάχη εναντίον του Μαρξισμού. Δυστυχώς όμως τόσο χρόνο δεν έχουμε στη διάθεσή μας. Γι αυτό και είναι αναγκαίο με τη χρήση των μεγαλύτερων διαθέσιμων μέσων αυτό το χρονικό διάστημα να περιοριστεί στο ελάχιστο. Υπάρχει μάλιστα ο σοβαρός κίνδυνος, ήδη μέσα στους επόμενους μήνες η πορεία των πραγμάτων στη Γερμανία να είναι καταστροφική. Σε τέτοια περίπτωση η μάχη ζωής και θανάτου θα δινόταν εν μέσω ολοκληρωτικής απουσίας οποιουδήποτε αξιομνημόνευτου αντίβαρου εξωκοινοβουλευτικού τύπου ενάντια στο Μαρξιστικό Κύμα, ενώ το νεαρό Κίνημά μας θα αναγκαστεί να βρεθεί στην εμπροσθοφυλακή αυτού του Αγώνα, ως μοναδική Οργάνωση που διαθέτει μια ικανοποιητική δύναμη κρούσης.
Η καταλληλότητα της Οργάνωσής μας γι αυτό το ρόλο απεδείχθη παντού, όπου ξέσπασε ανάμεσα στο Μαρξισμό και στο Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα η μάχη γύρω από τη πραγματική εξουσία.
Παρόμοια με το φασιστικό κίνημα της Ιταλίας, η νεαρή Οργάνωσή μας επέδειξε πως ακόμη κι όταν βρίσκεται αριθμητικά σε μειονεκτική θέση είναι ικανή, χάρη στην αποφασιστικότητά της, δίχως να λογαριάζει θυσίες και απώλειες την ώρα της Μάχης, να σπάσει τον εβραιομαρξιστικό τρόμο.
Προκειμένου λοιπόν να μπορέσει το Κίνημα στις ερχόμενες μάχες να υπερασπιστεί με επιτυχία το Έθνος, το Κράτος και επομένως και την Οικονομία, είναι αναγκαίο η Οργάνωσή μας να αναπτυχθεί ταχύτατα στις δύο κατευθύνσεις που προαναφέρθηκαν:
Ολοκλήρωση και βάθεμα του προπαγανδιστικού μηχανισμού μας και δεύτερον, ιδιαίτερη ενίσχυση εκείνων των μέσων, που όταν η προπαγάνδα αποτυγχάνει, είναι από μόνα τους ικανά να τσακίσουν τον επερχόμενο Τρόμο, να διατηρήσουν σε κίνηση την Εθνική Οικονομία.
Η ανάπτυξη του προπαγανδιστικού μηχανισμού είναι και οικονομικά η πιο συμφέρουσα προετοιμασία για τις μελλοντικές επιτυχίες. Δε χρειάζεται να κερδηθεί με σφαίρες ό,τι μπορεί να κερδηθεί με χαρτί και μολύβι.
Αυτό που σήμερα λείπει από την Εθνικώς σκεπτόμενη πλευρά είναι πρωτίστως ένας Τύπος, που δε θα διαβάζεται μόνο από τη Μεσαία Τάξη και τη Διανόηση, αλλά θα χρησιμοποιεί τέτοιο Λόγο και Έκφραση, ώστε να είναι ικανός να μεταφέρει την Εθνική Ιδέα και στη πιο φτωχή καλύβα. Που ακούραστα θα δίνει τη καθημερινή μάχη απέναντι στα μαρξιστικά ψέματα και τη προσπάθεια ξεσηκωμού των μαζών. Που θα τονίζει και θα αποδεικνύει με τη γραφή του πως αδιαφορεί για τις θετικές κριτικές εκ μέρους της λεγόμενης Διανόησης. Που θα στρέφεται μόνο σε αυτούς που πρέπει πρωτίστως να κερδηθούν: Τους Εργάτες. Το πιο αποτελεσματικό μέσο σ’ αυτή τη κατεύθυνση είναι η καθημερινή εφημερίδα.
Η μετατροπή του “Voelkischer Beobachter”, που αυτή τη στιγμή κυκλοφορεί δύο φορές την εβδομάδα, σε καθημερινή εφημερίδα είναι από τα κύρια καθήκοντα της περιόδου.
Για να προχωρήσουμε σε μια τέτοια κίνηση πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη τα εξής:
1. Η δημιουργία μιας εφημερίδας καθημερινής κυκλοφορίας δε σημαίνει απλώς μεγαλύτερη ανάγκη κεφαλαίων, αλλά στις σημερινές οικονομικές εξελίξεις σημαίνει πως απατούνται και ιδιόκτητες εγκαταστάσεις, ενώ επιπλέον οικονομική ενίσχυση θα είναι συνεχώς αναγκαία.
2. Προκειμένου να διατηρηθεί η καθημερινή κυκλοφορία μιας εφημερίδας, πρέπει να υπάρξει ένα σταθερό τιράζ 25.000-30.000 φύλλων.
Ο σημερινός “Voelkischer Beobachter”, το κύριο Όργανο του Κινήματός μας, έχει αυτή τη στιγμή ένα τιράζ 12.000-15.000 φύλλων, κυκλοφορώντας δύο φορές την εβδομάδα. Η ασταμάτητη δράση των σοσιαλιστικών κομμάτων ενάντια στην Εφημερίδα μας σημαίνει πως μόνο ένας τρόπος υπάρχει για να αυξηθεί το τιράζ της στα παραπάνω επίπεδα:
Να δημιουργηθούν τουλάχιστον στις 12-15 μεγαλύτερες πόλεις ιδιόκτητα πολιτικά γραφεία που, επανδρωμένα έκαστο με τουλάχιστον έναν μόνιμο υπάλληλο, θα αποτελέσουν τη ραχοκοκαλιά για τη κυκλοφορία της εφημερίδας. 15 γραφεία στις 15 μεγαλύτερες πόλεις σημαίνουν, αν υπολογίσουμε ακόμη και 1000 φύλλα μόνο στο καθένα, με μία κίνηση αύξηση της κυκλοφορίας στα 30000 φύλλα, επομένως και εξασφάλιση της καθημερινής κυκλοφορίας της εφημερίδας.
Από εκεί και πέρα πρέπει να εξασφαλιστεί η καθημερινή παραγωγή της ίδιας της εφημερίδας. Για να γίνει αυτό απαιτείται 1. Η συμμετοχή της Οργάνωσης στην ιδιοκτησία ενός Τυπογραφείου, επένδυση σε νέα μηχανήματα εκτύπωσης και 2. Αγορά όλου του απαραίτητου χαρτιού για την εφημερίδα μας από εμάς τους ίδιους.
Το πρώτο σημείο έχει το πρόσθετο πλεονέκτημα πως μπορούμε να επανδρώσουμε το Τυπογραφείο με ανθρώπους του κόμματός μας και επομένως να διασφαλίσουμε πως τουλάχιστον ένα τυπογραφείο θα μπορεί να λειτουργεί χωρίς να το μπλοκάρουν με απεργίες.
Το δεύτερο σημείο σημαίνει πως γλυτώνουμε τον ΦΠΑ, πως έχουμε τη δυνατότητα μέσω μαζικών παραγγελιών να γλιτώσουμε ποσά εκατομμυρίων.

Η οικονομικές προϋποθέσεις για όλα τα παραπάνω είναι οι εξής:
1. Αγορά ακινήτων κι επίπλων για 12-15 γραφεία του κόμματος και τη εφημερίδας. Κόστος ανά γραφείο 300.000 Μ (Μάρκα), συνολικό κόστος περίπου 4.000.000 Μ
2. Δέσμευση χρηματικού ποσού απαραίτητου για τη μισθοδοσία 12 υπαλλήλων επί 1 χρόνο (σε ξένο νόμισμα ώστε να μην επηρεαστεί από τη παραπέρα υποβάθμιση του Μάρκου). Μηνιαίο κόστος ανά υπάλληλο (με τα σημερινά δεδομένα) 20.000 Μ. Συνολικό κόστος: 3.000.000 Μ.
3. Συμμετοχή του Κινήματος σε ένα τυπογραφείο μέσω της αγοράς νέων μηχανημάτων. Κόστος 2,5-3 εκατ. Μ.
4. Άμεση αγορά 40-50 τόνων χαρτιού, ώστε να επαρκεί μέχρι το Μάρτιο. Κόστος σε περίπτωση άμεσης αγοράς 5.500.000 Μ.
5. Για τις απαιτούμενες αλλαγές εντός της εφημερίδας ώστε από εβδομαδιαίο φύλλο να γίνει καθημερινής κυκλοφορίας: 600.000 Μ.
6. Για τη γενικότερη ανάπτυξη του προπαγανδιστικού μηχανισμού: Πρόσληψη τεσσάρων περιφερόμενων επαγγελματιών ομιλητών, εξασφάλιση του εισοδήματός τους για 12 μήνες, ανά ομιλητή 30.000 Μ. Συνολικό κόστος περίπου 2.000.000 Μ.
7. Για την αγορά και διανομή των μεγαλύτερων δυνατών ποσοτήτων σε τρυκάκια και λοιπά προπαγανδιστικά υλικά των επόμενων τριών μηνών: 8.000.000 Μ.
Δεσμευόμαστε πως θα πλημμυρίσουμε με τρυκ, συνθήματα κ.ά. όλη τη βόρεια Βαυαρία, την κεντρική και τη δυτική Γερμανία.
Για την επέκταση της δύναμης κρούσεως της Οργάνωσης (τάγματα εφόδου):
1. Επέκταση των κεντρικών εγκαταστάσεων των ταγμάτων εφόδου μέσω της αγοράς ενός ιδιόκτητου κτιρίου –το συγκεκριμένο ποσό θα μπορούσε να ληφθεί και ως δάνειο-. Συνολικό Κόστος: 5-6 εκατ. Μ.
2. Άμεση αγορά οχημάτων που θα επιτρέπουν &

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους
Για την επέκταση της δύναμης κρούσεως της Οργάνωσης (τάγματα εφόδου):
1. Επέκταση των κεντρικών εγκαταστάσεων των ταγμάτων εφόδου μέσω της αγοράς ενός ιδιόκτητου κτιρίου –το συγκεκριμένο ποσό θα μπορούσε να ληφθεί και ως δάνειο-. Συνολικό Κόστος: 5-6 εκατ. Μ.
2. Άμεση αγορά οχημάτων που θα επιτρέπουν την ομαδική μεταφορά μαχητών σε τυχόν απειλούμενες περιοχές: Για το Μόναχο είναι απαραίτητη προς το παρόν μια φάλαγγα 6 οχημάτων, με υπολογιζόμενο κόστος αγοράς γύρω στα 8.000.000 Μ (κι εδώ είναι συζητήσιμες διάφορες μορφές δανείων).
3. Άμεσος εξοπλισμός με: 10.000 Κιλά Tetralit, κόστους 1.940.000 Μ, 2.000 Λίτρα Βενζίνη (για μηχανές και μεταφορικά οχήματα), κόστους 600.000 Μ.
4. Αγορά ομοιόμορφου εξοπλισμού για τα τάγματα εφόδου: Αντιανεμικά, σκούφους, ζώνες, αμυντικό οπλισμό κ.ά. Μια αρχική παραγγελία θα κόστιζε 8.000.000 Μ.
5. Ριζική επέκταση των δραστηριοτήτων της (μυστικής) υπηρεσίας πληροφοριών μας. Κόστος 600.000 Μ. Δημιουργία αποθέματος για τη διεξαγωγή αποστολών: 2.000.000 Μ τουλάχιστον.
Συνολικά Κόστη:
Α. 26.100.000 Μ
Β. 27.140.000 Μ
Επομένως το ποσό που απαιτείται αυτή τη στιγμή για μια ριζική ανάπτυξη της Οργάνωσής μας είναι 53.240.000 Μάρκα ή αλλιώς 95.000 Μάρκα σε «σταθερό συνάλλαγμα ειρήνης» (3), ένα γελοίο ποσό για μια υπόθεση, η οποία όπως κι αν έρθουν τα πράγματα θα αποδειχθεί τεράστιας σημασίας για το μέλλον της πατρίδας μας.
Από αυτό το ποσό περίπου τα 17 εκατ. θα μπορούσαν να δοθούν ως κάποιας μορφής άτοκα δάνεια.
Εάν η Οργάνωση μας στην επερχόμενη αποφασιστική μάχη για το μέλλον ή τη καταστροφή της Γερμανίας σημειώσει έστω κι ελάχιστες επιτυχίες, η αποτύπωση αυτών σε αριθμούς θα είναι εκατοντάδες χιλιάδες φορές μεγαλύτερη από το ποσό που συζητάμε σήμερα.
Ο ιταλικός Φασισμός κατάφερε να γλιτώσει το ιταλικό κράτος από ζημιές δισεκατομμυρίων, εκφρασμένων σε αξίες χρυσού. Το νεαρό Κίνημά μας θα συμβάλλει ώστε το γερμανικό Έθνος να περισώσει πολύ περισσότερα απ’ αυτά: Την ίδια την ύπαρξη του Κράτους και τις ζωές των πολιτών του.
Γιατί οι επερχόμενες εξελίξεις δε θα λογαριάσουν ούτε πλούτη ούτε αγαθά αλλά, όπως στη Ρωσία, θ’ αφήσουν πίσω τους χάος και συντρίμμια.
Επί πενήντα χρόνια η γερμανική αστική τάξη δεν ανέλαβε τις υποχρεώσεις της απέναντι στις πλατιές λαϊκές μάζες, άφησε το Έθνος μας να περιπέσει και να καθοδηγείται σήμερα από ξένα στοιχεία.
Η ιστορία παίρνει με φρικτό τρόπο εκδίκηση γι αυτή την ασυγχώρητη επιπολαιότητα.
Προκειμένου να γλιτώσουν κάποιες εκατοντάδες χιλιάδες θυσίασαν το Κράτος. Αν όμως ο Αστικός Κόσμος δε συνειδητοποιήσει ούτε τώρα το καθήκον του, θα γλιτώσει εκατομμύρια που δε θα ‘χουν πλέον καμία αξία, αφού θα έχει πληρώσει με τη ζωή του.
Όπως εμείς σήμερα παρατηρούμε ξένες δυνάμεις και συμφέροντα να σκυλεύουν το πτώμα του ρωσικού Έθνους, έτσι ο υπόλοιπος κόσμος θα παρατηρεί τις ύαινες να ξεσκίζουν το σώμα του γερμανικού Έθνους.
Η εξολόθρευση του γερμανικού Έθνους όμως σε τελική ανάλυση θα συμπαρασύρει, όπως ήδη προαναφέραμε, ολόκληρη την Ευρώπη σε αυτή την απύθμενη άβυσσο της διάλυσης. Η αντίσταση απέναντι σε αυτή την εξέλιξη δε θα προέλθει από τα Κοινοβούλια. Τα Κοινοβούλια δε μπόρεσαν να αποτρέψουν ούτε τη καταστροφή της 9 Νοεμβρίου του 1918. Αν όμως υπήρχαν τότε 300 αποφασισμένοι άντρες σε κάθε πόλη, η επανάσταση όχι απλά δε θα μας είχε στοιχειώσει, αλλά δε θα είχε ξεκινήσει ποτέ.
Αυτοί οι 300 τότε δεν υπήρχαν.
Η Οργάνωση αυτών των εκατοντάδων και των δεκάδων χιλιάδων έχει πλέον συγκροτηθεί.
Όσο μεγαλύτερη είναι η επίγνωση της απειλής, όσο πιο γενναιόδωρη είναι η συνδρομή σας στην εξάπλωση της Οργάνωσής μας, τόσο καλύτερα θα μπορέσει αυτή τους ερχόμενους μήνες να παίξει το ρόλο της.
Αφού οι καιροί που έρχονται απαιτούν από δεκάδες χιλιάδες άντρες να δώσουν τη ζωή τους για την ύπαρξη της πατρίδας και τη διατήρηση του Έθνους μας, τότε κι αυτοί έχουν το ιερό δικαίωμα να απαιτήσουν από τις υπόλοιπες δεκάδες χιλιάδες το ελάχιστο, που είναι να διαθέσουν το χρυσό τους για το σκοπό αυτό.
Γιατί εν τέλει το αίμα είναι πιο πολύτιμο από όλα τα λεφτά του κόσμου.

Μόναχο, 22 Οκτωβρίου 1922.

Πηγή: Albrecht Tyrell, “Fuehrer befiehl…, Selbstzeugnisse aus der Kampfzeit der NSDAP. Dokumentation und Analyse”, Duesseldorf 1969, S.47f

(1) Στο γερμανικό κείμενο “Staatsgedanke und Staatserhaltungstrieb der Nation”. Κυριολεκτικά θα έπρεπε να μεταφραστεί σαν «κρατική συνείδηση και θέλησης διατήρησης/διάσωσης του κράτους (από το λαό)», έννοιες που δεν υπάρχουν στα ελληνικά.
(2) Μετάφραση του “Reich”
(3) Μετάφραση του “Friedenswehrung”

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους
Όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό δεν πρέπει να μιλάει και για τον φασισμό

Eagainst: Απόσπασμα από το άρθρο του Μαξ Χορκχάιμερ «Οι Εβραίοι και η Ευρώπη», γραμμένο τον Σεπτέμβριο στου 1939, το οποίο κυκλοφορεί ως βιβλίο από τις εκδόσεις Έρασμος σε μετάφραση του Φώτη Τερζάκη. Αντιγράφουμε μόνο ένα χωρίο από την Εισαγωγή του Μεταφραστή, έτσι, ως εισαγωγή για αυτή την δημοσίευση:

«Είναι εντυπωσιακό ότι, παρά τον τίτλο του, το άρθρο αναφέρεται στους Εβραίους μόνο στις τελευταίες λίγες σελίδες, αφού έχει προηγουμένως αναλύσει πολύ πιο εξαντλητικά τη δομή της ναζιστικής οικονομίας, τις λειτουργίες του νέου κράτους και πάνω απ΄όλα την ουσιώδη συνέχεια της ολοκληρωτικής τάξης πραγμάτων με τον αστικό φιλελευθερισμό. Αυτό είναι και το σπουδαιότερο δίδαγμα που επιφυλάσσει η διορατική και ασυμβίβαστη σκέψη του Χορκχάιμερ στους αμήχανους αστούς αντιφασίστες του καιρού του: Όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό δεν πρέπει να μιλάει και για τον φασισμό».

Μαξ Χορκχάιμερ

Τη στιγμή αυτή, έχουμε πραγματικά φτάσει στο σημείο όπου η αρμονία μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία ταυτόχρονα με όλες τις δυνατότητες για μετασχηματισμό της έχουν αποδειχθεί ακριβώς αυταπάτες τις οποίες ανέκαθεν κατήγγελλαν οι επικριτές της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς. τώρα, όπως το είχαν προβλέψει, οι αντιφάσεις της τεχνικής προόδου έχουν προκαλέσει διαρκή οικονομική κρίση, και οι απόγονοι των ελεύθερων επιχειρηματιών δεν μπορούν να διατηρήσουν τις θέσεις τους παρά μόνο χάνοντας τις πολιτικές τους ελευθερίες. τώρα λοιπόν που τα πράγματα έχουν φτάσει εδώ, οι διανοούμενοι που αντιτίθενται στην ολοκληρωτική κοινωνία εξυμνούν εκείνη ακριβώς την κατάσταση στην οποία οφείλεται η έλευσή της και αποποιούνται τη θεωρία που αποκάλυπτε, όσο υπήρχε ακόμα χρόνος, τις κρυφές ρίζες της.

Κανείς δεν μπορεί ν’ απαιτήσει από τους πολιτικούς πρόσφυγες να αποκαλύψουν στις καπιταλιστικές χώρες που τους έχουν προσφέρει άσυλο τις ίδιες τις καπιταλιστικές ρίζες του φασισμού. Αλλά όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό δεν πρέπει επίσης να μιλάει και για τον φασισμό. Οι Άγγλοι οικοδεσπότες σήμερα είναι πολύ πιο ευχαριστημένοι με τους φιλοξενούμενούς τους απ΄όσο ήταν ο Φρειδερίκος ο Μέγας με τον φαρμακόγλωσσο Βολταίρο. Δεν πειράζει αν ο ύμνος των διανοουμένων στον φιλελευθερισμό έρχεται πολλές φορές πολύ καθυστερημένα, αφού η μια χώρα μετά την άλλη περνούν στον ολοκληρωτισμό πιο γρήγορ΄από τον χρόνο που χρειάζονται τα βιβλία τους για να βρουν εκδότες. οι διανοούμενοι δεν έχουν εγκαταλείψει την ελπίδα ότι σε κάποια χώρα η μεταρρύθμιση του δυτικού καπιταλισμού θα προχωρήσει ομαλότερα απ΄όσο στη Γερμανία και ότι ξένοι ε άριστες συστάσεις όπως αυτοί οι ίδιοι θα βρουν εν τέλει στον ήλιο μοίρα. Το ολοκληρωτικό καθεστώς, ωστόσο, δεν είναι παρά το προηγούμενο αστικό καθεστώς χωρίς τις αναστολές του. Όπως μερικές φορές οι άνθρωποι γερνώντας εκδηλώνουν τόση κακία όση ανέκαθεν έκρυβαν κατά βάθος, έτσι και η ταξική κυριαρχία στο τέλος της παίρνει τη μορφή της «κοινότητας του λαού»(Volksgemeinschaft). Η θεωρία κατέστρεψε τον μύθο της αρμονίας των συμφερόντων μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου. έδειξε ότι η φιλελεύθερη οικονομία αναπαράγει τις σχέσεις κυριαρχίας μέσω των «ελεύθερων συμβολαίων» που επιβάλλονται εκβιαστικά λόγω των ανισοτήτων της ιδιοκτησίας. Τώρα αυτή η μεσολάβηση έχει καταργηθεί. Ο φασισμός είναι η αλήθεια της σύγχρονης κοινωνίας που η θεωρία είχε εξαρχής συνειδητοποιήσει: ο φασισμός στερεοποιεί τις ακραίες ταξικές διακρίσεις που παράγει αναπότρεπτα ο νόμος της υπεραξίας.

Δεν χρειάζεται καμία αναθεώρηση της οικονομικής θεωρίας για να κατανοήσουμε τον φασισμό. Η ίση και δίκαιη ανταλλαγή οδηγήθηκε ως τον παραλογισμό, και αυτός ο παραλογισμός είναι το ολοκληρωτικό καθεστώς. Η μετάβαση από τον φιλελευθερισμό επήλθε με αρκετά λογικό και λιγότερο βίαιο τρόπο απ΄όσο η μετάβαση από τον μερκαντιλισμό στο σύστημα του δεκάτου ενάτου αιώνα. Οι ίδιες οικονομικές τάσεις που μέσω του ανταγωνισμού γεννούν μια διαρκή αύξηση της παραγωγικότητας, μεταβλήθηκαν ξαφνικά σε δυνάμεις κοινωνικής αποδιοργάνωσης. Το καύχημα του φιλελευθερισμού, η τεχνολογική ανάπτυξη της βιομηχανίας ως το μη περαιτέρω, καταστρέφει τα ίδια της θα θεμέλια αφού μεγάλα τμήματα του πληθυσμού δεν μπορούν πλέον να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη. Η αναπαραγωγή του υπάρχοντος μέσω της αγοράς εργασίας γίνεται αναποτελεσματική. Προηγουμένως η αστική τάξη ήταν αποκεντρωμένη και οι ιδιοκτήτες πολλοί. η επέκταση της επιχείρησης αποτελούσε για κάθε επιχειρηματία προϋπόθεση ώστε ν΄ αυξήσει το μερίδιό πού του αναλογούσε σε κοινωνικό υπερπροϊόν. Χρειαζόταν εργάτες προκειμένου να επικρατήσει στον ανταγωνισμό της αγοράς. Στην περίοδο των μονοπωλίων η επένδυση όλο και περισσότερων νέων κεφαλαίων δεν υπόσχεται πλέον κάποια μεγάλη αύξηση κέρδους. Το πλήθος των εργατών, από τους οποίους προκύπτει η υπεραξία, μειώνεται συγκριτικά με τον μηχανισμό τον οποίο υπηρετεί. Τα πρόσφατα χρόνια, η βιομηχανική παραγωγή υπάρχει μόνον ως προϋπόθεση για το κέρδος, για την επέκταση της κυριαρχίας ατόμων και ομάδων πάνω στην ανθρώπινη εργασία. Η πείνα από μόνη της δεν είναι λόγος για την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών. Το να παράγει κάποιος για να ικανοποιήσει επιτακτικές και άλυτες ανάγκες, για τις μάζες των ανέργων, θα αντέβαινε στους νόμους της οικονομίας όσο και της θρησκείας που στηρίζουν από κοινού την τάξη: ο μη εργαζόμενος μήδε εσθιέτω.

Ακόμα και η βιτρίνα της οικονομίας της αγοράς προδίδει την χρεωκοπία της. Οι διαφημιστικές ταμπέλες σε όλες τις χώρες είναι τα λαμπρά της μνημεία. Τα μηνύματά τους είναι γελοία. Μιλάνε στους περαστικούς σε ένα ψεύτικα οικείο ιδίωμα, όπως μιλάνε κάποιοι ελαφρόμυαλοι ενήλικες στα παιδάκια και στα ζώα. Τα πλήθη, σαν τα παιδιά, ξεγελιούνται: πιστεύουν ότι σαν ανεξάρτητα υποκείμενα έχουν την ελευθερία να διαλέξουν ό,τι οι ίδιοι θέλουν. Αλλά η εκλογή τους είναι ήδη σε μεγάλο βαθμό υπαγορευμένη. Εδώ και δεκαετίες υπάρχουν χιλιάδες καταναλωτικών προϊόντων που διαφέρουν μόνο στις ετικέτες τους. Η ποικιλία των διαφόρων ποιοτήτων που αφήνει έκθαμβο τον καταναλωτή υπάρχει μόνο στο χαρτί. Αν η διαφήμιση χαρακτήριζε πάντα τα faux frais της αστικής εμπορευματικής οικονομίας, παλαιότερα τουλάχιστον είχαν μια θετική λειτουργία ως μέσον για την αύξηση της ζήτησης. Σήμερα ο αγοραστής κολακεύεται με έναν ιδεολογικό τρόπο που δεν τον πολυπιστεύει. Έχει ήδη μάθει να ερηνεύει τη διαφήμιση προϊόντων από τις εμπορικές φίρμες ως εθνικά συνθήματα που δεν πρέπει κάποιος να τους εναντιώνεται. Η πειθαρχία στην οποία καλεί η διαφήμιση βρίσκει το αληθινό της πρόσωπο στις φασιστικές χώρες. Στις αφίσες οι άνθρωποι ανακαλύπτουν τι πραγματικά είναι: στρατιώτες. Η διαφήμιση επαληθεύεται. Η αυστηρή κυβερνητική εντολή που σε απειλεί από κάθε τοίχο στη διάρκεια των εκλογών σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, αντιστοιχεί ακριβέστερα στη σύγχρονη οργάνωση της οικονομίας απ΄ό,τι οι μονότονα πολύχρωμοι φωτισμοί στα μεγάλα πολυκαταστήματα και στα κέντρα ψυχαγωγίας.

Τα οικονομικά προγράμματα των καλοπροαίρετων Ευρωπαίων πολιτικών, και όλου του πλήθους των δημοσίων υπαλλήλων που απασχολούν, είναι απατηλά. Στο τελευταίο στάδιο του φιλελευθερισμού, θέλουν να αντισταθμίσουν με κυβερνητικά διατάγματα την αδυναμία της διαλυόμενης οικονομίας της αγοράς να θρέψει τον κόσμο. Μαζί με τους οικονομικά ισχυρούς προσπαθούν να ενθαρρύνουν την οικονομία να παράσχει σε όλους τα προς το ζήν. ξεχνούν όμως ότι η απροθυμία για νέες επενδύσεις δεν οφείλεται σε στιγμιαίο καπρίτσιο. Οι βιομήχανοι δεν έχουν καμία όρεξη να λειτουργούν τα εργοστάσιά τους μόνο και μόνο για να βοηθούν, μεσ΄από τους φόρους που θα αναγκάζονταν να πληρώνουν σε μια αμερόληπτη κυβέρνηση, χρεωκοπημένους αγρότες, άνεργους και άλλα αναξιοπαθούντα στρώματα. Για την τάξη τους μια τέτοια διαδικασία δεν αξίζει τον κόπο. Όσοι φιλοκυβερνητικοί οικονομολόγοι και αν κατηχούν τους επιχειρηματίες πως είναι προς το δικό τους συμφέρον, οι ισχυροί γνωρίζουν καλύτερα τα συμφέροντά τους και έχουν υψηλότερες φιλοδοξίες από μια μεταβατική συγκυρία με απεργίες και οτιδήποτε άλλο χαρακτηρίζει την προλεταριακή πάλη των τάξεων. Οι πολιτικοί οι οποίοι, κατόπιν τούτων, εξακολουθούν να επιδιώκουν έναν φιλελευθερισμό με ανθρώπινο πρόσωπο, παρανοούν θεμελιωδώς τον χαρακτήρα του φιλελευθερισμού. Μπορεί να διαθέτουν αξιοζήλευτη παιδεία και να περιστοιχίζονται από ειδικούς, οι προσπάθειές τους όμως είναι βλακώδεις: ζητούν να καθυποτάξουν στο γενικό πληθυσμό την τάξη εκείνη τής οποίας τα ιδιαίτερα συμφέροντα από τη φύση τους αντιμάχονται τα γενικά συμφέροντα.

[…]

Οι σχέσεις παραγωγής επικρατούν εις πείσμα των ανθρωπιστικών κυβερνήσεων. Η πρωτοπορία των επιχειρηματικών ενώσεων οικοδομεί τώρα έναν νέο μηχανισμό και οι οπαδοί της παίρνουν στα χέρια τους ολόκληρη της κοινωνική τάξη. ο επιμέρους έλεγχος σε συγκεκριμένα εργοστάσια δίνει τη θέση του στην ολοκληρωτική κυριαρχία των επιμέρους συμφερόντων στο σύνολο τού λαού. Τα άτομα υποτάσσονται σε μια νέα πειθαρχία η οποία απειλεί τα θεμέλια της κοινωνικής οργάνωσης. Ο μετασχηματισμός του εξαθλιωμένου ατόμου που αναζητούσε εργασία τον δέκατο ένατο αιώνα σε ενεργό μέλος μιας φασιστικής οργάνωσης θυμίζει την ιστορική σημασία της μεταμόρφωσης του μεσαιωνικού ανεξάρτητου τεχνίτη σε προτεστάντη αστό της Μεταρρύθμισης ή του φτωχού Άγγλου αγρότη σε σύγχρονο βιομηχανικό εργάτη. Εν όψει ενός τόσο ριζικού κλονισμού των κοινωνικών θεμελίων, οι πολιτικοί που επιδιώκουν μια μετριοπαθή πρόοδο εμφανίζονται σχεδόν αντιδραστικοί.

Η αγορά εργασίας αντικαθίσταται από την καταναγκαστική εργασία. Αν μέσα στις τελευταίες δεκαετίες οι άνθρωποι έγιναν από υποκείμενα συμβαλλόμενα σε σχέσεις ανταλλαγής ζητιάνοι και αντικείμενα της κοινωνικής πρόνοιας, τώρα γίνονται άμεσα αντικείμενα κυριαρχίας. Στην προφασιστική περίοδο ο άεργος απειλούσε την κοινωνική τάξη. Η μετάβαση σε μια οικονομία που θα ενοποιούσε τα διαχωρισμένα στοιχεία, που θα παρέδιδε στους ανθρώπους τον αδρανή μηχανισμό και τον ανώφελα συσσωρευμένο πλούτο, έμοιαζε αναπόφευκτη στη Γερμανία, και ο παγκόσμιος κίνδυνος του σοσιαλισμού φαινόταν σοβαρός. Οποιοσδήποτε είχε δυνατότητα λόγου στη Δημοκρατία, συστρατευόταν με τους εχθρούς του σοσιαλισμού. Η διακυβέρνηση στηριζόταν στις κοινωνικές παροχές, στους πρώην αποικιακούς υπαλλήλους και σε αντιδραστικούς αξιωματούχους. Τα συνδικάτα μεταμορφώθηκαν πρόθυμα από όργανα της ταξικής πάλης σε υπαλλήλους του κράτους οι οποίοι αναλαμβάνουν τη διανομή της κυβερνητικής ελεημοσύνης, ενσταλάζουν πνεύμα νομιμοφροσύνης στους αποδέκτες και συμμετέχουν στον κοινωνικό έλεγχο. Μια τέτοια βοήθεια, ωστόσο, στα μάτια των ισχυρών ήταν ύποπτη. Από τη στιγμή που το γερμανικό κεφάλαιο υιοθέτησε ιμπεριαλιστική πολιτική, ξεφορτώθηκε την εργατική γραφειοκρατία, πολιτικούς και συνδικάτα, που το είχαν στηρίξει. Παρά τις ειλικρινώς έντιμες προθέσεις τους, οι γραφειοκράτες αυτοί δεν μπορούσαν να αρθούν στο ύψος των νέων καταστάσεων. Οι μάζες δεν κινητοποιήθηκαν για τη βελτίωση των βιοτικών τους συνθηκών, ούτε για ψωμί, αλλά για να υπακούνε –τέτοιο είναι το έργο του φασιστικού μηχανισμού. Η διακυβέρνηση αποκτά εδώ νέο νόημα. Αντί για υπάλληλους ρουτίνας, χρειάζονται οργανωτές με φαντασία και ανελέητους επόπτες. πρέπει να απομακρυνθούν για τα καλά από τη σαγήνη ιδεολογιών της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Στον όψιμο καπιταλισμό, οι λαοί μεταμορφώνονται πρώτα σε αποδέκτες κοινωνικών παροχών και ύστερα σε πειθαρχημένους οπαδούς [Gefolgschaften].

* Ως «θεωρία» ο Χορκχάιμερ , και γενικά η Σχολή της Φραγκφούρτης, εννοούσαν την μαρξική θεωρία.

http://eagainst.com/articles/%CF%8C%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%B8%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CE%B9-%CE%BD%CE%B1-%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%AE%CF%83%CE%B5%CE%B9-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CF%80/

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Το αστείο με τους εν Ελλάδι κομμουνιστές είναι ότι δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Στη καλύτερη περίπτωση παραθέτουν ατέλειωτα προπαγανδιστικά κείμενα με ύφος ξυλοκόπου, στη χειρότερη απαντάνε με βρισιές, κλωτσομπουνίδια, βόμβες κοκ. Το θετικό είναι ότι το είδος τείνει προς εξαφάνιση στο εξωτερικό, ιδίως στην Ανατολική Ευρώπη που γεύτηκε το νέκταρ, έχουν μείνει τρεις και ο κούκους που ακόμα ψηφίζουν τα τοπικά ΚΚ.

Η ΕΣΣΔ είχε εξαιρετικά βρώμικο ρόλο στην έναρξη του πολέμου, αλλά περιέργως όλοι οι θιασωτες του μπαρμπα-Στάλιν έχουν ιστορική αμνήσια για το σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ, τις χειραψίες Σοβιετικών και Ναζί αξιωματικών στη κατακτημένη (και σφαγμένη) Πολωνία, την αποβολή της ΕΣΣΔ από την Kοινωνία των Eθνών το 1939 (αιτία ήταν η εισβολή στη Φινλανδία). Τα δελτία τύπου του Roosevelt ακόμα και το 1940 συνέχιζαν να καταγγέλλουν την ΕΣΣΔ ως εχθρική δύναμη, και ουσιαστικά η ΕΣΣΔ αναγκάστηκε να στραφεί έναντι της Γερμανίας λόγω της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα. Ούτε το ήθελαν, ούτε το επιδίωξαν, απλώς υποχρεώθηκαν να το κάνουν.

Τροποποιήθηκε από suomi

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Μα τι μας λες; Τα δελτία τύπου των εχθρών της ΕΣΣΔ κατήγγελλαν την ΕΣΣΔ ως εχθρική δύναμη; Πέφτω απ' τα σύννεφα, συνάδελφε.

Χομπσμπάουμ-Suomi σημειώσατε 2. Αλλά για τους παλιομοδίτες ας δούμε και πάλι τι αναφέρει ο Χομπσμπάουμ (δηλ. ένας ιστορικός) σε αντίθεση με τον έγκυρο, ασφαλώς, συνάδελφό μας:

"Δεν είναι σαφές πόσο μετρούσαν οι πιο προφανείς διαφορές μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης απ' τη

μια μεριά, που αποσκοπούσε θεωρητικά να ανατρέψει τα αστικά καθεστώτα και να θέσει τέρμα

στις ανά την υφήλιο αυτοκρατορίες τους, και των άλλων κρατών απ' την άλλη, που έβλεπαν την

ΕΣΣΔ σαν τον εμπνευστή και υποκινητή της ανατροπής. Ενώ οι κυβερνήσεις -οι κυριότερες

αναγνώρισαν την ΕΣΣΔ μετά το 1933- πάντα ήταν διατεθειμένες να τα βρίσκουν μαζί της όταν αυτό

εξυπηρετούσε τους σκοπούς τους, ορισμένα μέλη και φορείς τους συνέχιζαν να θεωρούν τον

Μπολσεβικισμό ως τον κυριότερο εχθρό στο εσωτερικό και το εξωτερικό, όπως και στον μετά το

1945 Ψυχρό Πόλεμο. Οι βρετανικές Υπηρεσίες Πληροφοριών επέδειξαν τόσο εξαιρετικό ζήλο στη

συγκέντρωση των προσπαθειών τους εναντίον της Κόκκινης απειλής, ώστε δεν τον εγκατέλειψαν ως

κύριο στόχο τους παρά μόνο στα μέσα της δεκαετίας του '30 (Andrew, 1985, σ. 530). Παρ' όλα αυτά,

πολλοί συντηρητικοί, ιδιαίτερα στη Βρετανία, είχαν την αίσθηση ότι η καλύτερη απ' όλες τις λύσεις

ήταν ένας γερμανορωσικός πόλεμος που θα εξασθενούσε και ίσως κατέστρεφε και τ ους δύο

εχθρούς. Η ήττα του Μπολσεβικισμού από μια εξασθενημένη Γερμανία δε θα ήταν κ αθόλου

άσχημη. Η ολοφάνερη απροθυμία των δυτικών κυβερνήσεων να διεξάγουν αποτελεσματικές

διαπραγματεύσεις με το Κόκκινο κράτος, ακόμα και στην περίοδο 1938-1939, όταν κανείς πλέον δεν

μπορούσε να αρνηθεί τον επείγοντα χαρακτήρα μιας αντιχιτλερικής συμμαχίας, ήταν εξαιρετικά

έντονη. Πράγματι, ο φόβος μήπως και τελικά έμενε μόνος του να αντιμετωπίσει τον Χίτλερ, οδήγησε

τον Στάλιν, ο οποίος από το 1934 και μετά υπήρξε αταλάντευτα υποστηρικτής της συμμαχίας με τη

Δύση εναντίον του Χίτλερ, να συνάψει τον Αύγουστο του 1939 το Σύμφωνο Στάλιν-Ρίμπεντροπ.

Ήλπιζε με αυτό να κρατήσει την ΕΣΣΔ έξω από τον πόλεμο, ενώ η Γερμανία και οι δυτικές δυνάμεις

θα εξασθενούσαν προς όφελος του δικού του κράτους το οποίο, σύμφωνα με τις μυστικές ρήτρες

του συμφώνου, αποκτούσε μεγάλο μέρος των δυτικών εδαφών που η Ρωσία είχε χάσει μετά την

επανάσταση. Ο υπολογισμός του αποδείχτηκε εσφαλμένος αλλά, όπως και η αποτυχημένη

προσπάθεια να δημιουργήσει κοινό μέτωπο εναντίον του Χίτλερ, έδειξε τις διαιρέσεις που υπήρχαν

μεταξύ κρατών, πράγμα που επέτρεψε την εκπληκτική και ουσιαστικά άνευ αντίστασης άνοδο της

Ναζιστικής Γερμανίας μεταξύ 1933 και 1939.

Αντίθετα, οι ρεαλιστές πολιτικοί του κατευνασμού ήταν εντελώς μη ρεαλιστικοί στην εκτίμηση της

κατάστασης που έκαναν, τη στιγμή που κάθε λογικός παρατηρητής στα 1938-1939 έβλεπε

σαφέστατα ότι ήταν αδύνατο να επιτευχθεί κάποια διευθέτηση με τον Χίτλερ κατόπιν

διαπραγματεύσεων. Κι αυτός είναι ο λόγος που εξηγεί τη μαύρη κωμικοτραγωδία του

Μαρτίου-Σεπτεμβρίου του 1939, η οποία κατέληξε σ' έναν πόλεμο που κανείς δεν ήθελε εκείνη τη

στιγμή, εκεί όπου και πάλι κανείς δ εν ήθελε ( ούτε και η ίδια η Γερμανία) και ο οποίος άφησε

άναυδες τη Βρετανία και τη Γαλλία που δεν είχαν ιδέα, ως εμπόλεμες χώρες, για το τι υποτίθεται

έπρεπε να πράξουν μέχρι να τις σαρώσει το γερμανικό blitzkrieg (αιφνίδια και αστραπιαία

στρατιωτική επίθεση) του 1940. Οι οπαδοί του κατευνασμού στη Γαλλία και τη Βρετανία, παρά τις

εκτιμήσεις και τα στοιχεία που οι ίδιοι αποδέχονταν, δεν προχώρησαν σε διαπραγμάτευση για

σύναψη συμμαχίας με την ΕΣΣΔ, συμμαχία χωρίς την οποία ο πόλεμος ούτε να αναβληθεί μπορούσε

ούτε να κερδηθεί, και χωρίς την οποία οι εγγυήσεις σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης που

σκόρπιζε ξαφνικά και απερίσκεπτα ο Neville Chamberlain στην Ανατολική Ευρώπη -χωρίς καν να

συμβουλευτεί ή ακόμα επαρκώς να ενημερώσει την ΕΣΣΔ, όσο απίστευτο κι αν φαίνεται κάτι τέτοιο-

δεν ήταν παρά άχρηστα χαρτιά. Το Λονδίνο και το Παρίσι δεν ήθελαν να πολεμήσουν, αλλά κυρίως

να αποτρέψουν τον πόλεμο με την επίδειξη δύναμης και ισχύος. Ούτε για μια στιγμή ο Χίτλερ

θεώρησε εύλογη την αποτροπή αυτή, αλλά ούτε και ο Στάλιν που οι διαπραγματευτές του μάταια

ζητούσαν από τους δυτικούς την υποβολή προτάσεων για κοινές στρατηγικές επιχειρήσεις στη

Βαλτική. Ακόμα κι όταν τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Πολωνία, η κυβέρνηση του

Neville Chamberlain εξακολουθούσε να είναι διατεθειμένη να έρθει σε συμφωνία με τον Χίτλερ,

όπως σωστά είχε υπολογίσει ο Χίτλερ (Watt, 1989, σ. 215).

Ο Χίτλερ, όμως, έπεσε έξω στους υπολογισμούς του και τα δυτικά κράτη τού κήρυξαν τον πόλεμο,

όχι διότι το ήθελαν οι πολιτικοί, αλλά διότι ο ίδιος ο Χίτλερ με την πολιτική του μετά το Μόναχο

τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια των οπαδών τ ου κατευνασμού. Ο ίδιος συντέλεσε ώστε να

κινητοποιηθούν εναντίον του φασισμού οι μάζες που μέχρι τότε παρέμεναν αναποφάσιστες.

Ουσιαστικά, η γερμανική κατοχή της Τσεχοσλοβακίας το Μάρτιο του 1939 μετέστρεψε τη βρετανική

κοινή γνώμη προς την αντίσταση και μ ' αυτόν τ ον τρόπο ανάγκασε σε δράση μια απρόθυμη

κυβέρνηση, η οποία με τη σειρά της ανάγκασε και τη γαλλική κυβέρνηση να δράσει. Η Γαλλία δεν

είχε άλλη επιλογή παρά να ακολουθήσει τη μόνη πραγματική σύμμαχη χώρα που είχε. Για πρώτη

φορά, ο αγώνας κατά του Χίτλερ ένωσε παρά διαίρεσε τους Βρετανούς, χωρίς όμως ακόμα για

κάποιο συγκεκριμένο σκοπό. Καθώς οι Γερμανοί ταχύτατα και βάναυσα κατέστρεψαν την Πολωνία

και διαμοίρασαν τα υπολείμματά της με τον Στάλιν, ο οποίος αποτραβήχτηκε σε μια καταδικασμένη

εκ των πραγμάτων ουδετερότητα, ένας «ψευτοπόλεμος» πήρε τη θέση μιας μη εύλογης ειρήνης στη

Δύση".

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Α, και να μην ξεχάσω και λίγο από το νέκταρ της καπιταλιστικής Δύσης:

http://www.youtube.com/watch?v=1MSKoSbqHq0

Ίσως οι εικόνα βοηθήσει αφού, ως γνωστόν, οι δεξιοί δεν τα πηγαίνουν καλά με το διάβασμα...

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Α, και να μην ξεχάσω και λίγο από το νέκταρ της καπιταλιστικής Δύσης:

http://www.youtube.com/watch?v=1MSKoSbqHq0

Ίσως οι εικόνα βοηθήσει αφού, ως γνωστόν, οι δεξιοί δεν τα πηγαίνουν καλά με το διάβασμα...

Οι Ιάπωνες είναι από τους πιο πιστούς συμμάχους των ΗΠΑ, και σε γενικές γραμμές αρκετά Αμερικανοποιημένοι. Οι ΗΠΑ είχαν πολεμήσει με τους Ιάπωνες σε πολλά μέρη στη Νοτιοανατολική Ασία, και το συμπέρασμα που είχε βγει είναι ότι ήταν από τους πιο αποφασισμένους αντιπάλους. Αρα οι ΗΠΑ είχαν τρεις λύσεις, η πρώτη ήταν να επιχειρήσουν απόβαση τύπου Νορμανδίας σε Ιαπωνικό έδαφος (με απότελεσμα εκατομμύρια νεκρούς, πολύμηνες μάχες, urban warfare σε κάθε εκατοστό γης), η δεύτερη ήταν να αφήσουν την ΕΣΣΔ και τη Κίνα να ασχοληθούν με την Ιαπωνία (με αποτέλεσμα το κλασσικό κομμουνιστικό κλωτσομπουνίδι και δεκάδες εκατομμύρια νέκρους) και η τρίτη ήταν να τελειώσουν τον πόλεμο σε 3 μέρες, με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς αλλά και ένα σημαντικό μάθημα για το μέλλον της ανθρωπότητας-ότι η μαζική χρήση πυρηνικών είναι καταστροφική. Δεν είναι καθόλου περίεργο ότι οι ΗΠΑ διάλεξαν τη τρίτη λύση και απέφυγαν να πλήξουν πόλεις όπως Τόκιο, Οσάκα, Κυότο κοκ.

Ούτε είναι περιέργο ότι η Ιαπωνία είναι στην κορυφή του κόσμου ως στενός σύμμαχος των ΗΠΑ έπειτα από τον πόλεμο, ενω οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης κατέντησαν πάμφτωχες, διεφθαρμένες μπανανίες που απεχθάνονται κάθε κομμουνιστική ιδεολογία. Η σύγκρισή σου είναι εντελώς ανόητη, από ιστορικής απόψεως.

Μοιράσου αυτή τη δημοσίευση


Σύνδεσμος στη δημοσίευση
Μοιράσου σε άλλους δικτυακούς τόπους

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Επισκέπτης
Απάντησε σε αυτό το θέμα...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Sign in to follow this  

×
×
  • Δημιουργία νέας...